Σελίδες

Translate

Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2021

Η Γυναίκα της Ζάκυθος

 

Η Γυναίκα της Ζάκυνθος
Πεζό



Κεφάλαιο 1

Ο Ιερομόναχος πικραίνεται


1. Εγώ Διονύσιος Ιερομόναχος, εγκάτοικος στο ξωκλήσι του Αγίου Λύπιου, για να περιγράψω ό,τι στοχάζουμαι λέγω:

2. Ό,τι εγύριζα από το μοναστήρι του Άγιου Διονυσίου, οπού είχα πάει για να μιλήσω με έναν καλόγερο, για κάτι υπόθεσες ψυχικές.

3. Και ήτανε καλοκαίρι, και ήταν ή ώρα οπού θολώνουνε τα νερά, και είχα φθάσει στα Τρία Πηγάδια, και ήταν εκεί τριγύρου ή γη όλο νερά, γιατί πάνε οι γυναίκες και συχνοβγάνουνε.

4. Εσταμάτησα σε ένα από τα Τρία Πηγάδια, και απιθώνοντας τα χέρια μου στο φιλιατρό του πηγαδιού έσκυψα να ιδώ αν ήτουν πολύ νερό.

5. Και το είδα ως τη μέση γιομάτο και είπα: Δόξα σοι ο Θεός.

6. Γλυκιά η δροσιά που στέρνει για τα σπλάχνα του ανθρώπου το καλοκαίρι, μεγάλα τα έργα του και μεγάλη ή αφχαριστία του άνθρώπου.

7. Και οι δίκαιοι κατά τη θεία Γραφή πόσοι είναι; Και συλλογίζοντας αυτό επαίξανε τα μάτια μου στα χέρια μου οπού ήτανε απιθωμένα στο φιλιατρό.

8. Και θέλοντας να μετρήσω με τα δάχτυλα τους δίκαιους, ασήκωσα από το φιλιατρό το χέρι μου το ζερβί, και κοιτώντας τα δάχτυλα του δεξιού είπα: Τάχα να είναι πολλά;

9. Και αρχίνησα και εσύγκρενα τον αριθμό των δικαίων οπού εγνώριζα με αυτά τα πέντε δάχτυλα, και βρίσκοντας πως ετούτα επερισσεύανε ελιγόστεψα το δάχτυλο το λιανό, κρύβοντας το ανάμεσα στο φιλιατρό και στην απαλάμη μου.

10. Και έστεκα και εθεωρούσα τα τέσσερα δάχτυλα για πολληώρα, και αιστάνθηκα μεγάλη λαχτάρα, γιατί είδα πως ήμουνα στενεμένος να λιγοστέψω, και κοντά στο λιανό μου δάχτυλο, έβαλα το σιμοτινό του στην ίδια θέση.

11. Εμνέσκανε το λοιπόν από κάτου από τα μάτια μου τα τρία δάχτυλα μοναχά, και τα εχτυπούσα ανήσυχα απάνου στο φιλιατρό για να βοηθήσω, το νου μου να εύρει κάνε τρεις δίκαιους.

12. Αλλά επειδή αρχινήσανε τα σωθικά μου να τρέμουνε σαν τη θάλασσα που δεν ησυχάζει ποτέ,

13. ασήκωσα τα τρία μου έρμα δάχτυλα και έκαμα το σταυρό μου.

14. Έπειτα θέλοντας να αριθμήσω τους αδίκους, έχωσα το ένα χέρι μες στην τσέπη του ράσου μου και το άλλο ανάμεσα στο ζωνάρι μου, γιατί εκατάλαβα, αλίμονον! πως τα δάχτυλα δεν εχρειαζόντανε ολότελα.

15. Και ο νους μου εζαλίστηκε από το μεγάλον αριθμό· όμως με παρηγορούσε το να βλέπω πως καθένας κάτι καλό είχε απάνου του. Και άκουσα ένα. γέλιο φοβερό μες στο πηγάδι και είδα προβαλμένα δυο κέρατα.

16. Και μου ήρθε στο νου μου, περσότερο από όλους αυτούς, ή γυναίκα της Ζάκυνθος, ή οποία πολεμάει να βλάφτει τους άλλους με τη γλώσσα και με τα έργατα, και ήταν έχθρισσα θανάσιμη του έθνους.

17. Και γυρεύοντας να ιδώ εάν μέσα σε αυτήν την ψυχή, εις την οποίαν αναβράζει η κακία του Σατανά, αν έπεσε ποτέ η απεθυμιά του παραμικρού καλού,

18. έπειτα που εστάθηκα να συλλογιστώ καλά, ύψωσα το κεφάλι μου και τα χέρια μου στον ουρανό και εφώναξα: Θέ μου, καταλαβαίνω πως γυρεύω ένα κλωνί αλάτι μες στο θερμό.

19. Και είδα πως ελάμπανε από πάνου μου όλα τ' άστρα, και εξάνοιξα την Αλετροπόδα, όπου με ευφραίνει πολύ.

20. Και εβιάσθηκα να κινήσω για το ξωκλήσι του Αγίου Λύπιου, γιατί είδα πως εχασομέρησα, και ήθελα να φθάσω για να περιγράψω τη γυναίκα της Ζάκυνθος.

21. Και ιδού καμία δωδεκαριά ψωρόσκυλα που ηθέλανε να μου εμποδίσουν το δρόμο,

22. και μη θέλοντας εγώ να τα κλοτσοβολήσω για να μην εγγίξω την ψώρα και τα αίματα πούχανε, εστοχασθήκανε πως τα σκιάζουμαι,

23. και ήρθανε βαβίζοντας σιμότερά μου· όμως εγώ εκαμώθηκα πως σκύφτω να πάρω πέτρα,

24. και έφυγαν όλα και εξεθύμαιναν τα κακορίζικα ψωριασμένα τη λύσσα τους, το ένα δαγκώνοντας το άλλο.

25. Αλλά ένας όπου εδιαφέντευε κάποια από τα ψωρόσκυλα επήρε κι αυτός μιά πέτρα,

26. και βάνοντας ο άθεος για σημάδι το κεφάλι εμέ του Διονυσίου του Ιερομόναχου δεν το πίτυχε. Γιατί από τη βία τη μεγάλη, με την οποίαν ετίναξε την πέτρα, εστραβοπάτησε και έπεσε.

27. Έτσι εγώ έφτασα στο κελί του Αγίου Λύπιου παρηγορημένος από τές μυρωδίες του κάμπου, από τα γλυκότρεχα νερά και από τον αστρόβολον ούρανό, ο όποιος εφαινότουνα από πάνου από το κεφάλι μου μία Ανάσταση.

Κεφάλαιο 2

Ο Ιερομόναχος πολεμάει να παρηγορηθεί


1. Το λοιπόν το κορμί της γυναικός ήτανε μικρό και παρμένο,

2. και το στήθος σχεδόν πάντα σημαδεμένο από τές αβδέλλες που έβανε για να ρουφήξουν το τηχτικό, και από κάτου εκρεμόντανε δύο βυζιά ωσάν καπνοσακούλες.

3. Και αυτό το μικρό κορμί επερπατούσε γοργότατα, και οι αρμοί της εφαινόντανε ξεκλείδωτοι.

4. Είχε το μούτρο της τη μορφή του καλαποδιού, και έβλεπες ένα μεγάλο μάκρο αν εκύτταζες από την άκρη του πηγουνιού ως την άκρη του κεφαλιού,

5. εις την οποία ήτανε μιά πλεξίδα στρογγυλοδεμένη και από πάνου ένα χτένι θεόρατο.

6. Και όποιος ήθελε σιμώσει την πιθαμή για να μετρήσει τη γυναίκα, ήθελ' εύρει το τέταρτο του κορμιού στο κεφάλι.

7. Και το μάγουλό της εξερνούσε σάγριο, το όποιο ήταν πότε ζωντανό και πότε πονιδιασμένο και μαραμένο.

8. Και άνοιγε κάθε λίγο ένα μεγάλο στόμα για ν' αναγελάσει τους άλλους, και έδειχνε τα κάτου δόντια τα μπροστινά μικρά και σάπια, που εσμίγανε με τα απάνου πούτανε λευκότατα και μακρία.

9. Και μόλον πόυτανε νιά, οι μηλίγγοι και το μέτωπο και τα φρύδια και η κατεβασιά της μύτης γεροντίστικα.

10. Πάντα γεροντίστικα, όμως ξεχωριστά όταν ακουμπούσε το κεφάλι της εις το γρόθο το δεξή μελετώντας την πονηριά.

11. Και αυτή η θωριά η γεροντίστικη Εισάγετε εδώ το μη μορφοποιημένο κείμενο.ήτανε ζωντανεμένη από δύο μάτια λαμπρά και ολόμαυρα, και το ένα ήτανε ολίγο αλληθώρικο,

12. και εστριφογυρίζανε εδώ και εκεί γυρεύοντας το κακό, και το βρίσκανε και όπου δεν ήτουν.

13. Και μες στα μάτια της άστραφτε ένα κάποιον τι που σ' έκανε να στοχασθείς ότι, η τρελάδα ή είναι λίγο που την άφησε ή κοντεύει να την κυτριμίσει.

14. Και τούτη ήταν η κατοικία της ψυχής της της πονηρής και της αμαρτωλής.

15. Και εφανέρωνε την πονηρία και μιλώντας και σιωπώντας.

16. Και όταν εμιλούσε κρυφά για να βλάψει τη φήμη του ανθρώπου, έμοιαζε η φωνή της με το ψιθύρισμα του ψαθιού πατημένου από το πόδι του κλέφτη.

18. Και όταν εμίλειε δυνατά, εφαινότουνα η φωνή της εκείνη όπου κάνουν οι άνθρωποι για να αναγελάσουν τους άλλους.

19. Και μολοντούτο, όταν ήτουν μοναχή, επήγαινε στον καθρέφτη, και κοιτώντας εγέλουνε κ' έκλαιε,

20. και εθάρρειε πως είναι η ωραιότερη απ' όσες είναι στα Εφτάνησα.

21. Και ήταν για να χωρίζει ανδρόγυνα και αδέλφια επιδέξια σαν το Χάρο.

22. Και όταν έβλεπε στον ύπνο της το ωραίο κορμί της αδελφής της εξύπναε τρομασμένη.

23. Ο φθόνος, το μίσος, η υποψία, η ψευτιά τής ετραβούσανε πάντα τα σωθικά,

24. Σαν τα βρωμόπαιδα της γειτονιάς τα βλέπεις ξετερολοϊσμένα και λερωμένα να σημαίνουν τα σήμαντρα του πανηγυριού και βουρλίζουν τον κόσμο.

25. Αλλά μιλώντας πάντα για τα κακά των άλλων γυναικών έσωσε ο νους της και επυρώθηκε,

26. και αισθανότουνα μία κάποια γλυκάδα εις το να τα ξαναμελετάει μονάχη της.

27. Μολοντούτο εβαστιότουνα από τα κακά έργατα.

28. Αλλά επειδή αγρίκουνε που τήν έλεγαν άσχημη, εβλάφθηκε η φιλαυτία της και εκριμάτισε και στο τέλος δεν είχε κράτο κτλ.

Κεφάλαιο 3

Οι Μισολογγίτισσες


1. Και εσυνέβηκε αυτές τες ημέρες οπού οι Τούρκοι επολιορκούσαν το Μισολόγγι και συχνά ολημερνίς και καπότε οληνυχτίς έτρεμε η Ζάκυνθο από το κανόνισμα το πολύ.

2. Και κάποιες γυναίκες Μισολογγίτισσες επερπατούσαν τριγύρω γυρεύοντας για τους άνδρες τους, για τα παιδιά τους, για τ' αδέλφια τους που επολεμούσανε.

3. Στην αρχή εντρεπόντανε νάβγουνε και επροσμένανε το σκοτάδι για ν' απλώσουν το χέρι, επειδή δεν ήτανε μαθημένες.

4. Και είχανε δούλους και είχανε σε πολλές πεδιάδες και γίδια και πρόβατα και βόϊδα πολλά.

5. Και ακολούθως εβιαζόντανε και εσυχνοτηράζανε από το παρεθύρι τον ήλιο πότε να βασιλέψη για νάβγουνε.

6. Αλλά όταν επερισσέψανε οι χρείες εχάσανε την ντροπή, ετρέχανε ολημερνίς.

7. Και όταν εκουραζόντανε εκαθόντανε στ' ακρογιάλι κι ακούανε, γιατί εφοβόντανε μην πέσει το Μισολόγγι.

8. Και τες έβλεπε ο κόσμος να τρέχουνε τα τρίστρατα, τα σταυροδρόμια, τα σπίτια, τα ανώγια και τα χαμώγια, τες εκκλησίες, τα ξωκλήσια γυρεύοντας.

9. Και ελαβαίνανε χρήματα, πανιά για τους λαβωμένους.

10. Και δεν τους έλεγε κανένας το όχι, γιατί οι ρώτησες των γυναικών ήτανε τες περσότερες φορές συντροφευμένες από τες κανονιές του Μισολογγιού και η γή έτρεμε από κάτου από τα πόδια μας.

11. Και οι πλέον πάμπτωχοι εβγάνανε το οβολάκι τους και το δίνανε και εκάνανε το σταυρό τους κοιτάζοντας κατά το Μισολόγγι και κλαίοντας.


Κεφάλαιο 4

Οι Γυναίκες του Μισολογγίου διακονεύουνε και η γυναίκα της Ζάκυνθος έχει δουλειά


1. Ωστόσο η γυναίκα της Ζάκυνθος είχε στα γόνατα τη θυγατέρα της και επολέμαε να την καλοπιάσει.

2. Έβαλε λοιπόν το ζουρλάδι τα μαλλιά της από πίσω από τ' αυτιά, γιατί η ανησυχία τής τάχε πετάξει, και έλεγε φιλώντας τα μάτια της θυγατρός της:

3. “Μάτια μου, ψυχή μου, να γένεις καλή, να πανδρευθείς, και να βγαίνουμε και να μπαίνουμε, και να βλέπουμε τον κόσμο, και να καθόμαστε μαζί στο παρεθύρι να διαβάζουμε τη θεία Γραφή και τη Χαλιμά”.

4. Και αφού την εχάϊδεψε και της φίλησε τα μάτια και τα χείλια, την άφησε απάνου στην καθίκλα λέοντας της: Να και ένα καθρεφτάκι και κοιτάξου που είσ' όμορφη και μου μοιάζεις.

5. Και η κόρη που δεν ήτανε μαθημένη με τα καλά ησύχασε, και από τη χαρά της εδάκρυσε.

6. Και ιδού μεγάλη ταραχή ποδιών, οπού πάντοτες αύξαινε.

7. Και εσταμάτησε κοιτάζοντας κατά τη θύρα και φουσκώνοντας τα ρουθούνια της.

8. Και ιδού παρεσιάζουνται ομπρός της οι γυναίκες του Μισολογγιού. Εβάλανε το δεξί τους στα στήθια και επροσκυνήσανε· και εμείνανε σιωπηλές και ακίνητες.

9. “Και έτσι δα, πώς; Τι κάνουμε; θα παίξουμε; Τι ορίζετε, κυράδες; Εκάμετε αναβαίνοντας τόση ταραχή με τα συρτοπάπουτσα, που λογιάζω πως ήρθετε να μου δώσετε προσταγές”.

10. Και όλες εμείνανε σιωπηλές και ακίνητες· αλλά μία είπε: “Άμ' έχεις δίκαιο. Είσαι στην πατρίδα σου και στο σπίτι σου, και μείς είμαστε ξένες και όλο σπρώξιμο θέλουμε”.

11. Και ετότες η γυναίκα της Ζάκυνθος την αντίσκοψε και αποκρίθηκε: “Κυρά δασκάλα, όλα τα χάσετε, αλλά από εκείνο που ακούω η γλώσσα σας έμεινε.

12. ”Είμαι στην πατρίδα μου και στο σπίτι μου; Και η αφεντιά σου δεν ήσουνα στην πατρίδα σου και στο σπίτι σου;

13. ”Και τί σας έλειπε, και τίι κακό είδετε από τον Τούρκο; Δε σας άφηνε φαητά, δούλους, περιβόλια, πλούτια; Και δόξα σοι ο θεός είχετε περσότερα από εκείνα που έχω εγώ.

14. ”Σας είπα εγώ ίσως να χτυπήσετε τον Τούρκο, που ερχόστενε τώρα σε με να μου γυρέψετε και να με βρίσετε;

15. ”Ναίσκε! Εβγήκετε όξω να κάμετε παλληκαριές. Οι γυναίκες επολεμούσετε (όμορφο πράμα που ήθελ' ήσθενε με τουφέκι και με βελέσι· ή εβάνετε και βρακί;). Και κάτι εκάμετε στην αρχή, γιατί επήρετε τα άτυχα παλληκάρια της Τουρκιάς ξάφνου.

16. ”Και πώς εμπόρειε ποτέ του να υποφτευθεί τέτοια προδοσία; Τόθελε ο Θεός; Δεν ανακατωνόστενε με δαύτον μέρα και νύχτα;

17. ”Τόσο κάνει και εγώ να μπήξω το μαχαίρι μες στο ξημέρωμα στο λαιμό του ανδρός μου (που να τόνε πάρει ο διάολος).

18. ”Και τώρα που βλέπετε πως πάνε τα πράματα σας κακά, θέλτε να πέσει το βάρος απάνου μου.

19. ”Καλή, μα την αλήθεια. Αύριο πέφτει το Μισολόγγι, βάνουνε σε τάξη την Ελλάδα τη ζουρλή οι βασιλιάδες, εις τους οποίους έχω όλες μου τες ελπίδες,

20. ”και όσοι μείνουνε από τον ξολοθρεμό έρχονται στη Ζάκυνθο να τους θρέψουμε, και με την κοιλιά γιομάτη μας βρίζουνε”.

21. Λέοντας εσιώπησε ολίγο κοιτάζοντας μες στα μάτια τες γυναίκες του Μισολογγιού.

22. “Και έτσι ξέρω και μιλώ και εγώ, ναί ή όχι; Και τώρα δα τί ακαρτερείτε; Ευρήκετε ίσως ευχαρίστηση να με ακούτε να μιλώ;

23. ”Εσείς δεν έχετε άλλη δουλειά παρά να ψωμοζητάτε. Και, να πούμε την αλήθεια, στοχάζουμαι πως θε νάναι μια θαράπαψη για όποιον δεν ντρέπεται.

24. ”Αλλά εγώ έχω δουλειά. Ακούστε; έχω δουλειά”. Και φωνάζοντας τέτοια δεν ήτανε πλέον το τριπίθαμο μπουρίκι, αλλά εφάνηκε σωστή.

25. Γιατί ασηκώθηκε με μεγάλο θυμό στην άκρη των ποδιών, και μόλις άγγισε το πάτωμα και εγκρίλωσε τα μάτια, και το άβλαφτο μάτι εφάνηκε αλληγορικό και το αλληθώρικο έσιαξε. Και εγίνηκε σαν την προσωπίδα την ύψινη οπού χύνουνε οι ζωγράφοι εις τα πρόσωπα των νεκρών για να...

26. Και όποιος την έβλεπε να ξανάρθει στην πρώτη της μορφή έλεγε: Ο διάβολος ίσως την είχε αδράξει, αλλά εμετάνιωσε και την άφησε, για το μίσος που έχει του κόσμου.

27. Και η θυγατέρα της κοιτάζοντας την εφώναξε· και οι δούλοι εξαστόχησαν την πείνα τους, και οι γυναίκες του Μισολογγιού εκατέβηκαν χωρίς να κάμουνε ταραχή.

28. Ετότες η γυναίκα της Ζάκυνθος βάνοντας την απαλάμη απάνου στην καρδιά της και αναστενάζοντας δυνατά, είπε:

29. “Πως μου χτυπάει, Θέ μου, η καρδιά, που μου έπλασες τόσο καλή!

30. ”Με συγχύσανε αυτές οι πόρνες! Όλες οι γυναίκες του κόσμου είναι πόρνες.

31. ”Αλλά εσύ, κόρη μου, δε θε νάσαι πόρνη σαν την αδελφή μου και σαν τις άλλες γυναίκες του τόπου μου!

32. ”Κάλλιο θάνατος. Και εσύ, μάτια μου, εσκιάχθηκες. Έλα, στάσου ήσυχη, γιατί αν αναδευτείς από αυτήν την καθίκλα, κράζω ευθύς οπίσω εκείνες τές στρίγλες και σε τρώνε”.

33. Και οι δούλοι είχαν πάγει στο μαγερειό χωρίς να καρτερέσουν την προσταγή της γυναικός, και εκεί άρχισαν να μιλούν για την πείνα τους.

34. Και η γυναίκα ετότες εμπήκε στο δώμα της.

35. Και σε λίγο έγινε μεγάλη σιωπή και άκουσα το κρεβάτι να τρίξει πρώτα λίγο και κατόπι πολύ. Και ανάμεσα στο τρίξιμο εβγαίνανε λαχανιάσματα και γογγυσμοί.

36. καθώς κάνουν οι βαστάζοι όταν οι κακότυχοι έχουν βάρος εις την πλάτη τους ανυπόφορτο.

37. Και έφυγα από την πέτρα του σκανδάλου εγώ Διονύσιος Ιερομόναχος. Και ό,τι έβγαινα από τη θύρα του σπιτιού απάντηξα τον άνδρα της γυναικός οπού ανέβαινε.

Κεφάλαιο 5

Προφητεία απάνου στο πέσιμο του Μισολογγίου


1. Και ακολούθησα τές γυναίκες του Μισολογγιού, οι όποιες εστρωθήκανε στ' ακρογιάλι, και εγώ ήμουνα από πίσω από μιά φράχτη και εκοίταζα.

2. Και κάθε μία έβαλε το χέρι και έβγαλε ό,τι κι αν εμάζωξε, και εκάμανε ένα σωρό.

3. Και μια απ' αυτές απλώνοντας το χέρι και ψηλαφίζοντας το γιαλό: Αδερφάδες, εφώναξε,

4. ακούτε, αν έκαμε ποτέ τέτοιο σεισμό σαν και τώρα, το Μισολόγγι ίσως νικάει, ίσως πέφτει.

5. Και εκίνησα για να φύγω και είδα από πίσω από την εκκλησία (ιδές πως τη λένε) μια γριούλα, οπού είχε στήσει ανάμεσα στα χόρτα μικρά κεράκια και έκαιε λιβάνι· και τα κεράκια στην πρασινάδα ελάμπανε και το λιβάνι ανέβαινε.

6. Και ασήκωνε τα ξερόχερα παίρνοντας από το λιβάνι και κλαίοντας, και αναδεύοντας το ξεδοντιασμένο στόμα επαρακάλειε.

7. Κ' εγώ άκουγα μέσα μου μεγάλη ταραχή και με συνεπήρε το πνεύμα στο Μισολόγγι. Και δεν έβλεπα μήτε το κάστρο, μήτε το στρατόπεδο, μήτε τη λίμνη, μήτε τη θάλασσα, μήτε τη γη που επάτουνα, μήτε τον ουρανό· πολιορκούμενους και πολιορκισμένους και όλα τα έργα τους και όλα τα πάντα τα εκατασκέπαζε μαυρίλα και πίσσα.

8. Και ύψωσα τα μάτια και τα χέρια κατά τον ουρανό για να κάμω δέηση με όλη τη θερμότητα της ψυχής, και είδα φωτισμένη από μιαν ακατάπαυστη σπιθοβολή μια γυναίκα με μια λύρα στο χέρι που εσταμάτησε ανάερα μες στην καπνούρα.

9. Και μόλις έλαβα καιρό να θαμάξω για το φόρεμα της που ήτανε μαύρο σαν του λαγού το αίμα, για τα μάτια της, κτλ., εσταμάτησε η γυναίκα μες στήν καπνούρα και εκοίταε τη μάχη, και η μύρια σπίθα οπού πετιέται ψηλά εγγίζει το φόρεμα της και σβένεται.

10. Άπλωσε τα δάχτυλα στη λύρα και την άκουσα να ψάλει τα ακόλουθα:

Το χάραμα επήρα
Του ήλιου το δρόμο
Κρεμώντας τη λύρα
Τη δίκαιη στον ωμό.
Κι απ' όπου χαράζει
Κι' ως όπου βυθά κτλ.

11. Και ό,τι είχε αποτελειωμένα τα λόγια της η Θεά, οι δικοί μας εκάνανε φοβερές φωνές για τη νίκη που εκάμανε. Και οι δικοί μας και όλα μού έγιναν άφαντα, και τα σωθικά μου πάλι φοβερά εταραχθήκανε και μου φάνηκε πως εκουφάθηκα και εστραβώθηκα.

12. Και σε λίγο είδα ομπρός μου τη γριούλα οπού έλεγε: Δόξα σοι ο Θεός, Ιερομόναχε, έλεα πως κάτι σούρθε. Σ' έκραξα, σ' εκούνησα, και δεν άκουγες τίποτες, και τα μάτια σου εσταμάτιζαν στον αέρα, ενώ τώρα στα στερνά η γης εσκιρτούσε σαν το χόχλο στο νερό που αναβράζει. Τώρα ό,τι έπαψε που ετελειώσανε τα κεράκια και το λιβάνι. Λες οι δικοί μας να εκερδέσανε;

13. Και εκίνησα με το Χάρο μες στην καρδιά μου να φύγω. Και η γριούλα έπειτα που φίλησε το χέρι κάνοντας μια μετάνοια είπε: Και τι παγωμένο πούναι το χέρι σου.


Κεφάλαιο 6

Το μέλλοντα γενάμενο παρόν. Η κακία είναι το τέλος


1. Και εκοίταξα τριγύρου και δεν έβλεπα τίποτες και είπα:

2. Ο Κύριος δε θέλει να ιδώ άλλο. Και γυρίζοντας το πρόσωπο οπού ήταν οι πλάτες μου εκίνησα για να πάω στον Άι-Λύπιο.

3. Αλλά άκουσα να τρέμει η γης από κάτου από τα πόδια μου, και πλήθος αστραπές εγιόμοζαν τον αέρα πάντα αυξαίνοντας τη γοργότητα και τη λάμψη. Και εσκιάχθηκα, γιατί η ώρα ήτανε κοντά στ' άγρια μεσανύχτια.

4. Τόσο, που έσπρωξα ομπρός τα χέρια μου, καθώς κάνει ο ανθρωπος οπού δεν έχει το φως του.

5. Και ευρέθηκα οπίσω από έναν καθρέφτη, ανάμεσα σ' αυτόνε και στον τοίχο. Και ο καθρέφτης είχε τον ψήλο του δώματος.

6. Και μιά φωνή δυνατή και ογλήγορη μου εβάρεσε την ακουή λέγοντας:

7. Ώ Διονύσιε Ιερομόναχε, το μέλλοντα θε να γίνει τώρα για σε παρόν. Ακαρτέρει και βλέπεις εκδίκησην Θεού.

8. Και μιά άλλη φωνή μου είπε τα ίδια λόγια τραυλίζοντας.

9. Και αυτή η δεύτερη φωνή ήτανε ενού γέρου που απέθανε και είχα γνωρίσει. Και εθαύμαξα γιατί ήταν η πρώτη φορά που άκουσα την ψυχή του ανθρώπου να τραυλίζει. Και άκουσα ένα τρίτο μουρμουρητό που εφαινότουνα μία φυσηματιά μες στον καλαμιώνα, όμως δεν άκουσα λόγια.

10 Και εκοίταξα ανάερα για να ξανοίξω πούθεν εβγαίνανε αυτές οι φωνές, και δεν είδα παρά τους δύο χοντρούς και μακρίους πέρονους που εβγαίνανε από τον τοίχο, στους οποίους ακουμπούσε ο καθρέφτης δεμένος από τη μέση.

11. Και αναστενάζοντας βαθιά, καθώς κάνει ο ανθρωπος οπού βρίσκεται γερασμένος, αγρίκησα μυρωδία από λείψανο.

12. Και εβγήκα από κεί και εκοίταξα τριγύρω και είδα.

13. Είδα αντίκρυ από τον καθρέφτη στην άκρη της κάμερας ένα κρεβάτι, και κοντά στο κρεβάτι ένα φως. Και εφαινότουνα πως δεν ήτουνα μες στο κρεβάτι τίποτες, και απάνου ήτανε πολλή μύγα κουλουμωτή.

14. Και απάνου στο προσκέφαλο είδα σα μιά κεφαλή ακίνητη και και λιανή σαν εκείνες που κάνουνε στα χέρια και στα στήθια οι πελαγίσιοι με το βελόνι.

15. Και είπα μέσα μου: Ο Κύριος μου έστειλε ετούτη τη θέα για σύμβολο σκοτεινό της θέλησής του.

16 Για τούτο εγώ, παρακαλώντας θερμά τον Κύριον να καταδεχτεί να με βοηθήσει για να καταλάβω αυτό το σύμβολο, εσίμωσα το κρεβάτι.

17. Και κάτι αναδεύτηκε μες στα σεντόνια τα λερωμένα και ξεντερολοϊσμένα και αιματωμένα.

18. Και κοιτάζοντας καλύτερα στην εικόνα του προσκέφαλου εταραχθήκανε τα σωθικά μου, γιατί από ένα κίνημα που έκαμε με το στόμα εγνώρισα τη γυναίκα της Ζάκυνθος που εκοιμότουνα σκεπασμένη από το σεντόνι ως το λαιμό, όλη φθαρμένη από το τηχτικό.


Κεφάλαιο 7

Δε σου δίνω μήτε ένα ψίχαλο


1. Αλλά εκαλοκοίταξα εκείνον τον ύπνο και εκατάλαβα που ήθελε βαστάξει λίγο, για να δώσει τόπο του αλλουνού πούναι χωρίς ονείρατα.

2. Και επειδή εκεί μέσα δεν ήτανε ούτε φίλος ούτε δικός, ούτε γιατρός ούτε πνεματικός, εγώ Διονύσιος Ιερομόναχος έσκυψα και με τα καλά της έλεγα να ξαγορευθεί.

3. Και αυτή εμισάνοιξε το στόμα της και έδειξε τα δόντια της ακλουθώντας να κοιμάται.

4. Και ιδού η πρώτη φωνή η αγνώριστη που μούπε στο δεξί αυτί: Η δύστυχη θρέφει πάντα στο νου της φούρκες, φυλακές και Τούρκους που νικάνε και Γραικούς που σφάζονται.

5. Τούτη τη στιγμή βλέπει στον ύπνο της το πράγμα που πάντοτες απεθύμουνε, ήγουν την αδελφή της που διακονεύει, και για τούτο την είδες τώρα που εχαμογέλασε.

6. Και η δεύτερη φωνή που εγνώριζα εξανάειπε τα ίδια λόγια τραυλίζοντας και κάνοντας ένα σωρό όρκους καθώς από ζώντας εσυνηθούσε:

7. Αλήθεια, μα-μα-μαα-μά την Παναγιά, άκουσ' εδώ, αααλήθεια, μμμά τον Άι-Νικόλα άκουσ' εδώ, αλλλήθεια, άκουσ' εδώ, μα τον Άι-Σπυ-σπυρί-δωνα αλήθεια, μα τ' αγναχραρα-χραχρα-γράχναντα μυστήρια του Θεού. Και ιδού πάλι το μουρμουρητό που εφαινότουνα η φυσηματιά μες στον καλαμιώνα.”

8. Ξάφνου η γυναίκα έβγαλε το χέρι από το σεντόνι και εχτύπησε, και οι μύγες ασηκωθήκανε.

9. Και ανάμεσα στη βουή οπού εκάνανε άκουσα τη φωνή της γυναικός οπού εφώναξε: Όξω, πόρνη, από δώ. Δε σου δίνω μήτε ένα ψίχαλο.

10. Και ετίναξε το χέρι όξω από το κρεβάτι σα για να διώξει μακριά την αδελφή της που της φαινότουνα πως ήλθε να διακονέψει.

11. Και εξεσκεπάσθηκε σχεδόν όλη από το λερωμένο σεντόνι και εφάνηκε ένα ψοφογάτσουλο οπού ξετρουπώνει από την κροπιά ένας ανεμοστρούφουλας.

12. Αλλά εχτύπησε το χέρι της σε μια κάσα πεθαμένου, που ευρέθηκε εκεί ξάφνου, και εκόπηκε το όνειρο της αμαρτωλής.

13. Και άνοιξε τα μάτια της, και βλέποντας την κάσα ανατρίχιασε, γιατί εσκιάχθηκε μη τη βάλανε εκεί στοχάζοντάς τηνε πεθαμένη.

14. Και ετοιμαζότουνα να φωνάξει δυνατά για να δείξει πως δεν απέθανε, αλλά ιδού προβαίνει από την κάσα μια κεφαλή γυναικεία φθαρμένη και αυτή από το τηχτικό, που αγκαλά και πλέον ηλικιωμένη πολύ της έμοιαζε.

15. Πηδάει στη ζερβιά του κρεβατιού, αλλά εχτύπησε τη μούρη της σε μιάν άλλη κάσα, και όξω από αυτή ένα κεφάλι γέρου, και ήτανε ο γέρος που εγνώριζα.

16. Και το πρόσωπο του γέρου ήτανε σαν τον τζίτζικα, και της παιδούλας σαν την έκλειψη του φεγγαριού, και της γραίας σαν τ' άγρια μεσάνυχτα.

17. Και έτσι εγνώρισα ότι έμελλε της γυναικός βρεθεί πριν ξεψυχήσει ανάμεσα στον πατέρα της και στη μάνα της και στη θυγατέρα της.

18. Και έφριξα και έστριψα στην αντίκρυ μερία το πρόσωπο μου, και εξανάσανε το μάτι μου στον καθρέφτη, ο οποίος δεν έδειχνε παρά τη γυναίκα μοναχή και εμέ και το φως.

19. Γιατί τα σώματα των άλλων τριών ησυχάσανε στο μνήμα τους, από τα οποία θα πεταχθούν όταν βαρέσει η Σάλπιγγα,

20. μαζί μ' εμέ, το Διονύσιο τον Ιερομόναχο, μαζί με τη γυναίκα της Ζάκυνθος, μαζί με όλα τα τέκνα του Αδάμ στη μεγάλη κοιλάδα του Ιωσαφάθ.

21. Και άρχισα να συλλογισθώ απάνου στη δικαιοσύνη του Θεού, που θε νάναι αυτή την ημέρα φανούσιμη, και το μάτι (προσηλωμένο στον καθρέφτη) εμποδίσθηκε από το λογισμό.

22. Αλλά ακολούθως ο λογισμός εμποδίστηκε από το μάτι,

23. επειδή στριφογυρίζοντας εγώ έπειτα τα μάτια εδώ και εκεί, καθώς κάνει ο άνθρωπος που συλλογίζεται πράμα δύσκολο που πολεμάει να καταλάβει,

24. είδα από την κλειδωνότρουπα που κάτι εμπόδιζε το φως και εβάστουνε πολληώρα και έπειτα εξαναφαινότουνα.

25. Και ακουότουνα ακολούθως ένα μουρμουρητό στην άλλη κάμερα, και δεν εκαταλάβαινα τίποτες, και εξανακοίταξα στο μέρος της οπτασίας.

26. Και ήτανε μεγάλη σιωπή και δεν άκουες να βουίξει μήτε μια μύγα από τόσο πλήθος, γιατί ήτανε όλες μαζωμένες εις τον καθρέφτη,

27. Ο οποίος εις πολλά μέρη επαράσταινε το χρώμα του πέπλου, που το βάνουνε όταν λείπει για πάντα κανένας από τη φαμιλιά.


Κεφάλαιο 8

Το ζωνάρι


1. Αλλά η μάνα της χωρίς να κοιτάξει κατά τη θύρα, χωρίς να κοιτάξει τη θυγατέρα της, χωρίς να κοιτάξει κανέναν, αρχίνησε:

2. Ετούτη τη στιγμή το μάτι και το αυτί του παιδιού σου σε παραμονεύει την κλειδωνότρουπα, και σε απομακραίνει, γιατί σκιάζεται το κακό σου. Και έτσι έκαμες και εσύ μ' εμέ.

3. Για τούτο σόδωσα την κατάρα μου γονατισμένη και ξέπλεκη εις την πίκρα της ψυχής μου, όταν ασήμαιναν όλες οι εκκλησίες την ημέρα του Πάσχα.

4. Στην ξανάδωσα μίαν ώρα πριν ξεψυχήσω, και τώρα στην ξαναδίνω κακό και ανάποδο θηλυκό.

5. Και η τρίδιπλη κατάρα θέλει είναι αληθινή και ενεργητική στο κορμί σου και στην ψυχή σου, καθώς είναι αληθινά και ενεργητικά στον φαινόμενο και στον αόρατο κόσμο τα τρία προσώπατα της Αγίας Τριάδας.

6. Έτσι λέοντας έβγαλε ένα ζωνάρι που ήτανε του ανδρός της, το χουχούλισε τρείς φορές και το πέταξε μες στα μούτρα της.

7. Και ο γέρος ετραύλισε ετούτα τα ύστερα λόγια, και η παιδούλα αναδεύτηκε στο κόκκινο προσκέφαλο σαν το μισοσκοτωμένο πουλί.


Κεφάλαιο ύστερον (9)

Η γυναίκα της Ζάκυνθος λαβαίνει τη στερνή της Θαράπαψη


1. Και εχαθήκανε με τες κάσες, και η γυναίκα μοναχά ετότες άκουσε δύναμη να μπορέσει να πεταχτεί.

2. Και εχύθηκε πηδώντας ψηλά σαν τ' άστρο του καλοκαιριού που στον αέρα χύνεται δέκα οργιές άστρο.

3. Και εχτύπησε στον καθρέφτη και οι μύγες εφύγανε και εβουίζανε στο πρόσωπό της κουλουμωτές.

4. Και αυτή, λογιάζοντας πως ήταν οι γονέοι της έτρεχε εδώ και εκεί,

5. ανοιγοκλειώντας τη φούχτα κάτι νάβρει για διαφέντεψη, και ηύρηκε το ζωνάρι, και με κείνο άρχισε να χτυπάει.

6. Και όσο εχτυπούσε, τόσο οι μύγες εβουίζανε, και τόσο αυτή εκατατρόμαζε, όσο που τέλος πάντων έχασε το νου της ολότελα.

7. Γιατί τρέχοντας με το πουκάμισο, που η φιλαργυρία τόχε κάμει κοντό, έτρεξε το μάτι της στον καθρέφτη,

8. και εσταμάτηξε και δεν εγνώρισε τον εαυτό της, και άπλωσε το δάχτυλο και αναγέλασε:

9. “Ώ κορμί, ώ κορμί! Τί πουκάμισο! Έ, καταλαβαίνω εγώ. Κάν ποιος πονηρός μπορεί να μου κρύψει την πονηριά του; Εκείνο το πουκάμισο με κάνει να καταλάβω πως καμώνεται τρέλα για νάν έτοιμος να κριματίσει.

10. ”Αλλά ποιός νάναι; Μα την αλήθεια που της μοιάζει ολίγο. Άα! είσ' εσύ μπομπόκορμο, βρωμοπόρνη, μυγόχεσμα του σπιταλιού, τσίπλα της γουρούνας, σκατή, γαϊδούρα, κροπολόγα.

11. ”Νά, τέλος πάντων, ό,τι σου προφήτεψα, και οι φίλοι σου οι αγαπημένοι. Δέ σόμεινε μήτε δισκάρι να διακονεύεις με δαύτο.

12. ”Είσαι στα χέρια μου. Τί θέλεις; Να σου κάμω ψυχικό; Τώρα στο κάνω. Να ιδώ ά σου μείνει φωνή να πεις πως είμαι μουρλή”.

13. Έτσι λέοντας έκαμε ένα γύρο και εβάλθηκε με μεγάλη λύσσα να χορεύει, και το πουκάμισο το κοντό ευρισκότουνα στο πρόσωπο της. Και τα μαλλιά, μαύρα και λιγδωμένα, έλεγες πως είναι φιδόπουλα οπού γένονται ανάμεσα τους κομμάτια απάνου στον κορνιαχτό.

14. Και στη ζέστα του χορού έκανε με το ζωνάρι μία θηλιά, και ο χορός εβάσταξε όσο να κάμει τη θηλιά.

15. Και είπε: “Ακλούθα με από πίσω από τον καθρέφτη, να σου κάμω το ψυχικό, να ιδώ ά σου μείνει φωνή να πεις πως είμαι ζουρλή.

16. “Γιατί έρχεται κάπου κάπου ο γάιδαρος ο γιατρός, οπού θα σ' έχει και εκείνος, και του σκαρφίστηκε πως είμαι άρρωστη”.

17. Και επήγε οπίσω από τον καθρέφτη, και την άκουα να κάνει μεγάλη ταραχή.

18. Και έσκασε ένα γέλιο μεγάλο που αντιβούισε η κάμερα φωνάζοντας. Νά, μάτια μου, το ψυχικό.

19. Ετότες έπεσα με τα γόνατα χάμου να κάμω δέηση για να την κάμει ο Κύριος να μην είναι έξω φρενών, για το λίγο ακόμη πόχει να ζήσει, και να της πάψει η κακία.

20. Και τελειωμένη η δέηση εκοίταξα χάμου οπίσω από τον καθρέφτη στοχάζοντάς τηνε λιγωμένη, και δεν ήτον εκεί.

21. Και αισθάνθηκα το αίμα μου να τραβηχτεί από τα μαγουλά μου.

22. Και έπεσε το κεφάλι απάνου στα στήθια μου, και είπα μέσα μου:

23. Ο θεός ξέρει που έφυγε η δύστυχη, ενώ επαρακάλεα για αυτήν με τη θέρμη της ψυχής μου.

24. Και επέρασα πέρα με το κεφάλι σκυφτό και στοχασμένο να πάω να την εύρω.

25. Και άκουσα στο μέτωπο κάποιον τί κ' έπεσα ξαφνισμένος τ' ανάσκελα.

26. Κι εσηκώθηκα και επήα οπίσω από τον καθρέφτη και είδα τη γυναίκα της Ζάκυνθος που εκρεμότουνα και εκυμάτιζε.


Κεφάλαιο ύστερον (10)

1. Και ασηκώθηκα όλος τετρομασμένος φωνάζοντας: Μνήσθητί μου, Κύριε, μνήσθητί μου, Κύριε, και άκουσα ποδοβολή ανθρώπων που ανέβαιναν τές σκάλες.

2. Και ήταν καμιά δεκαπενταριά ανθρώποι και οι περσότεροι εφορούσαν μια προσωπίδα, όξω από πέντε, οπού εγνώρισα πολλά καλά.

3. Ο ένας (ζωγράφισε τους όλους τους πέντε).

4. Και επειδή χωρίς ν' αγαπάν τη γυναίκα εσυχνάζανε σπίτι της και αρχινήσανε να σκούζουνε,

5. Και εγώ γυρίζοντας κατ' αυτούς τους είπα: Όξω από δώ, όξω από δώ! Τα κρίματά σας σας εσύρανε εδώ. Τούτος ο τόπος είναι κεραυνοκράχτης, γιατί ο θεός τον μισάει.

6. Και εφοβήθηκαν ολίγο, όμως δεν εφεύγανε.

7. Και εστάθηκα σιωπηλός για νάβρω τί να τους πω για να φύγουνε.

8. Και τους είπα: “Παιδιά, ακούστε τα λόγια του Διονυσίου του Ιερομόναχου. Εγώ για με πάω να κάμω δέηση και σας αφήνω εδώ.

9. Βάλτε το χέρι στη συνείδηση σας, εσύ Μ., εσύ Γ., εσύ Κ., εσύ Π., εσύ Τ. (γιατί σας τους άλλους δε σας γνωρίζω), και ιδέστε τι μπορεί νάβγει εάν μείνετε. Η διοίκηση σας γνωρίζει και βρίσκοντας σας εδώ θέλει πει πως την εφουρκίσετε εσείς”.

10. Ετότε τους είδα να πισωπλατίσουν όλους, σπρώχνοντας ο ένας τον άλλον ποιός να πρωτοφύγει, και εροβολούσαν τές σκάλες με μια ταραχή οπού μου φάνηκε πως οι περσότεροι εγκρεμιζόντανε.

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2020

http://eranistis.net/wordpress/wp-content/uploads/2014/03/%CE%91%CF%80%CE%BF%CE%BC%CE%BD%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%B5%CF%8D%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B4%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%B1%CF%82-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%BF%CF%81%CE%BA%CE%AF%CE%B1%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%9C%CE%B5%CF%83%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B3%CE%AF%CE%BF%CF%85-1825-1826.pdf?fbclid=IwAR3jrqXcpTBYyvrew3XaLZVY2bxn60Dp7zW3pDVa8SIh568nci9bOcM0r2E

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2020

Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2020

Δημήτρης Παπαθέου


Αι Συμιός

από τον Δημήτρης Παπαθέου, Σάββατο, 11 Ιουνίου 2011 στις 9:37 π.μ.

Αη-Συμιός σήμαινε άλογα, άλογα σήμαινε το απόλυτο ελευθέρωμα , το τρέξιμο ξεσέλωτα για δοκιμή στους γύφτους που καταφτάναν 2 μήνες πρίν, ητανε ανεμαντάμωμα και όνειρο χωρίς αρχή και τέλος, γιατί, και που κατεβαίναμε, δεν ξεβαλικεύαμε απ’ το όνειρο.

Ο Γιάννης ο Πουλής έκατσε 20 μέρες στη σκηνή του γύφτου κι έγινε ένα με τα παιδιά του, για να του δώσει το μαύρο τ’ «αραβανιάρικο».

Κι έφαγε σκατζοχέρια και του άρεσαν και κάλεσε κι εμάς

Κι οι γύφτοι τον αγάπησαν και κάθε χρόνο του’ φερναν άλογο, το καλύτερο.

Κι ο Γιάννης, που’γινε μεγάλος πανηγυριστής και όλοι τον θυμούνται ν’ ακροχορεύει στις μύτες των ποδιών αερικό κι εγώ τον κράταγα με το μαντήλι και πολύ το χαίρομαι που τα αναπολώ,

πέθανε στα πενήντα του περίπου από άλογο που’ κανε σούζα κι αυτός δεν είπε να πηδήσει μέχρι την τελευταία στιγμή και του’ σπασε τα μέσα του κι όλοι δε τον πιστέψαν κι όλοι είπαν πως η αγάπη η μεγάλη και παρατεταμένη αγάπη σκοτώνει να!

Όμως ήταν κι άλλοι που ποτέ δε κατάφεραν να μπουν καβάλα στ’ άλογο και να τρέξουν και θυμάμαι ο Αντρέας, που και τι δεν έκανε για να μπορέσει να ‘ρθει καβάλα στον Αη-Συμιό, έπεφτε απ’ το άλογο πριν ξεκινήσει και φώναζε «πέφτω, πέφτω» κι έπεφτε χωρίς κανένα λόγο, ούτε καν απ’ την περπατησιά του αλόγου, κι έτσι μόνο μια χρονιά ήλθε μαζί μας στο πανηγύρι και ποτέ άλλοτε. Τώρα πάει ο γιός του και μάλιστα με άλογα βαρβάτα.

Ο Αη-Συμιός στη μικρότερη ηλικία σήμαινε για τους περισσότερους να μας παίρνει κάποιος μεγάλος πισωκάπουλα και να ανεβαίνουμε στο

βουνό με το φεγγάρι και τα τραγούδια του πανηγυριού και τα χωρατά που αψηφούσαν την κούραση.

Και μετά αφήσαμε το νταούλι να γίνει αντλία και γκλάνγκ καρα γκλάνγκ, να στέλνει σα δεύτερη καρδιά το αίμα γρηγορότερα απάνω στη κεφάλα μας που μέθαγε χωρίς κρασί και το ζουρνά να γίνεται ρευστό τραγούδι-μυρμηγκιά ψυχής και τα πλατάνια να ομπρελιάζουν την ψυχή σου.

Και σιγά σιγά καταλάβαμε τι είναι το πανηγύρι και πως οι κανόνες του είναι απ’ τα πιο σοβαρά πράγματα, που αν δεν υπάρξουν, χάθηκε κι αυτό μες στην ισοπεδωτική εξέλιξη που συγχωράει κάθε αλλαγή προς το ίσο και το συνηθισμένο και που κάνει τα πράγματα να σταματάνε να’ ναι τα ίδια, δηλαδή τα κάνει να μην αξίζει πια να υπάρχουν.

Και μετά οι μισοί το γυρνούσαν στα πλουμιστά άρματα που είναι πιο καθιστό γλέντι, με πιο πολύ τραγούδι, με πιο σφιχτούς κανόνες.

Ευτυχώς, το Πανηγύρι συνεχίζει ακόμα και στο χαλεπότερο τώρα να υπάρχει σχεδόν σαν παλιά, αν και δε σας κρύβω πως πληγώνει και πονάει καμιά φορά έξω απ’ τις παρέες.

Όμως, τώρα που το σκέφτομαι λίγο καλύτερα, όλα τα πράγματα στο Μεσολόγγι ήταν ιανόμορφα

πώς κατάφεραν τα χρόνια κι οι παλιοί τόσο σπουδαία και τόσο βαριά συμβάντα σαν το χαλασμό και την ΕΞΟΔΟ να φέρνουν μαζί χαρά και ξεσηκωμό καρδιάς;

Το κάστρο της κυρα-Ρήνης


Το κάστρο της κυρα-Ρήνης και ο Βασιλιάς Ανήλιαγος
Ένα λαϊκό παραμύθι της Ακαρνανίας
(όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ηχοχρώματα, του Μουσικού Σχολείου Αγρινίου,
τεύχος 2ο, Φεβρουάριος-Μάρτιος 2003)
Ζορμπά – Ραμμοπούλου Βησσαρία , Φιλολόγος - Συγγραφέας
Κάποτε, μια φορά κι έναν καιρό, σ' έναν τόπο μακρινό που τον λέγανε και τότε όπως και τώρα Ακαρνανία, υπήρχε ένα μέρος όμορφο και πλούσιο. Βελανίδια κι αμπέλια φύτρωναν στους λόφους του, πράσινα κύματα κατέβαιναν ως την ακροθαλασσιά οι καρποί του, γαλάζιο χρύσιζε μακριά στο πέλαγο που αργότερα ονομάστηκε Ιόνιο. Όλα τα 'χε και τίποτα δε φαινόταν να τού 'λειπε. Τουλάχιστον ως εκείνη την ώρα.
Γιατί οι πιο γνωστικοί και προεστοί το βλέπανε πως λίγος θα ήταν ακόμη ο καιρός που όλα θα φαίνονταν όμορφα. Νερό δικό του δεν είχε αυτός ο κάμπος και οι λιγοστοί του παραπόταμοι στέρευαν. Και κάστρο δικό του δεν είχε αυτός ο κάμπος και τα καράβια που άραζαν τον τελευταίο καιρό στην ακροθαλασσιά δεν ήταν μόνο για να φέρουνε πραμάτειες. Πειρατικά καράβια ήτανε που σκότωναν τον κόσμο, σύναζαν το βιός του και σήκωναν πανιά.
Δυο βασιλιάδες είχε η περιοχή και οι δυο συμφωνούσαν σε τούτο: και νερό έπρεπε να βρεθεί και κάστρο να χτιστεί. Μα ήτανε κι οι δυο τους γέροντες κι ανήμποροι και τούτα τα έργα θέλανε και κουράγιο και καιρό. Και προπαντός μυαλό.
Και οι δύο βασιλιάδες είχαν από ένα γιο. Κι ο κάθε γιος είχε το δικό του κουσούρι. Το ένα βασιλόπουλο το 'λέγανε Ανήλιαγο και ήτανε όνομα και πράμα: κάθε που το 'βλεπε ο Ήλιος χλόμιαζε κι έσβηνε, ίσα να ξεψυχήσει. Με το φεγγάρι λούζο v ταν κι άλλαζε με την Πούλια. Όλο του τον καιρό τον πέρναγε στα κελάρια του παλατιού. Διάβαζε και ζωγράφιζε, μελετούσε και σχεδίαζε. Και προπαντός σκεφτόταν. Πώς να ζητούσε ο βασιλιάς απ' τον Ανήλιαγο να χτίσει ένα κάστρο; Ο ήλιος θα τον έκαιγε προτού καλά-καλά απλωθεί ο πηλός στο πηλοφόρι.
Ο άλλος βασιλιάς είχε έναν γιο που τον 'λέγανε Γυφτάκη. Αψύς και παλληκαράς, γλεντοκόπος και γυριστής, στιγμή δεν έμενε στον τόπο του. Όσο κι αν του το ζητούσε ο πατέρας του να ψάξει για νερό, εκείνος δεν τον άκουγε. Κι αν πεις και για το κάστρο... Δυνατός είμαι και χεροδύναμος, έλεγε, τι το θέλω εγώ το κάστρο;
E κεί, στον ίδιο τόπο, στην κορφή του κοντινού βουνού ζούσε μια όμορφη αρχοντοπούλα, η Ρήνη. Σκάλες-σκάλες κατέβαιναν τα ξανθωπά της τα μαλλιά στους ώμους της και δύο αστέρια λάμπανε στα μάτια της. Κόκκινο μήλο ήτανε το μάγουλό της και μέλι έσταζαν τα χείλη της. Η ομορφιά της ήταν ξακουστή, η καλοσύνη της απέραντη κι αμέτρητη η φρονιμάδα. Γι' αυτό κανένας δεν την φώναζε με το όνομά της, Ρήνη, μα κυρά - Ρήνη, ακόμα και οι γερόντισσες.
Αυτήν την όμορφη και γνωστικιά ορέχτηκε ο Γυφτάκης. Προξενητάδες έστειλε με τ' άλογα και Προξενήτρες με πεσκέσια. Μα γύρισαν πίσω άπραχτοι. Γιατί η καρδιά της κυρα - Ρήνης ήταν δοσμένη αλλού.
Μη μπορώντας ν' αντικρύσει το φως της ημέρας ο Ανήλιαγος τις νύχτες έβγαινε και σεργιανούσε. Μελετούσε το φως και τα σχήματα του φεγγαριού, σπούδαζε τις κινήσεις των άστρων. Μάθαινε τα κρωξίματα των πουλιών και τις φωλιές των αγριμιών. Άκουγε τα σφυρίγματα του ανέμου στα φυλλώματα των δέντρων και τους ψιθύρους των εντόμων βαθιά στη γη. Ύστερα τραγουδούσε. Το πρωί, ακόμα αξημέρωτα, γύριζε στο παλάτι του κι ολημερίς ζωγράφιζε όσα είχε δει κι ακούσει.
Μια τέτοια νύχτα έτυχε και βρέθηκε κάτω από το παράθυρο της κυρα - Ρήνης που o λ ov υχτίς κεντούσε τα προικιά της. Άκουσε εκείνη το τραγούδι του κι άνοιξε διάπλατα τα πορτοπαράθυρα. Τότε ο Ανήλιαγος θαμπωμένος απ' την ομορφάδα της, της τραγούδησε τον καημό του για όλα όσα βρίσκονταν κάτω από τον Ήλιο και εκείνος δεν μπορούσε να χαρεί: για το παιγνίδισμα της ηλιαχτίδας με τα σύννεφα, για το στραφτάλισμα του πελάγου το μεσημέρι, για του χελιδονιού το πέταγμα. Κι η κυρα-Ρήνη άνοιξε διάπλατα και την καρδιά της.
Από τότε κάθε βράδυ οι δυο νέοι συναντιόντουσαν στο παραθύρι. Κι έκαναν μια συμφωνία: με το τραγούδι του ο A νήλιαγ o ς της ιστορούσε τα μυστήρια της νύχτας και κείνη με βελονιές στο κέντημά της του ζωγράφιζε τις ομορφιές της μέρας. Εκείνος τραγουδώντας τής μέτραγε της Πούλιας τα παιδιά και των αστεριών τους κύκλους. Κι η κυρα - Ρήνη του κεντούσε αγρούς με παπαρούνες και μαργαρίτες, κήπους με τριαντάφυλλα και μπουκαμβίλιες, ουρανούς με σταυραητούς και χελιδόνια, θάλασσες με καράβια κι άρμενα. Κι ύστερα, πάντα αξημέρωτα, έφευγε ο Ανήλιαγος με αναστεναγμό:
- Αχ, κυρά - Ρήνη και να μπορούσα να σε παντρευτώ!
Μα που να τολμήσει να στείλει στον πατέρα της προξενητάδες. Τι να του πει; Δώσε την κόρη σου σε έναν που δεν αντέχει το φως του Ήλιου; Ήταν σαν να του έλεγε να μην ξαναδεί η μέρα την ομορφιά της μοναχοκόρης του.
Έπεσε ν' αρρωστήσει η κυρα - Ρήνη σαν έφτασαν οι προξενητάδες του Γυφτάκη. Και πιο πολύ, έπεσε του θανατά σα φύγαν. Γιατί ο πατέρας της τη μάλωσε και την εκλείδωσε.
- Ακούς εκεί να διώχνεις ένα βασιλόπουλο; της είπε. Που 'θα βρεις τον καλύτερο;
- Είναι αψύς και καβγατζής, φώναξε εκείνη. Δεν τόνε θέλω γι' άντρα μου!- Είναι αντρειωμένος και δυνατός, τη συμβούλεψαν κι οι βάγιες της, και συ κοπέλα μόνη. Τι θ' απογίνεις σαν αποθάνει ο κύρης σου;
Του θανατά έπεσε κι ο Ανήλιαγος σαν έμαθε τα προξενιά του Γυφτάκη. Και μπρος στην ανάγκη, έκανε πέρα την ντροπή κι έστειλε κι αυτός πρ o ξενητάδες με άλογα και προξενήτρες με πεσκέσια. Μα κι αυτοί γύρισαν άπραχτοι. Γιατί ο πατέρας της κυρα- Ρήνης την είχε βγάλει την απόφαση κι ούτε ν' ακούσει δεν ήθελε για το Ανήλιαγο βασιλόπουλο που ζούσε από νύχτα σε νύχτα.
Και πέρναγε ο καιρός μέσα σε θλίψεις και στεναχώριες. Η κυρα - Ρήνη δεν ξαναβγήκε στο παράθυρο κι ο Ανήλιαγος έμεινε να ζωγραφίζει τη μορφή της μες στου παλατιού του τα κελάρια. Όσο για το Γυφτάκη έσκαζε απ' το κακό του. Έσκαζε κι όσο έσκαζε, τόσο πιο άγρια γλεντούσε.
Και το νερό μέρα τη μέρα στέρευε και δυτικά του πελάγου ξαναρμενίσαν τα πειρατικά πανιά. Κι ο πατέρας της κυρα - Ρήνης δεν άντεχε άλλο να βλέπει τη μοναχοκόρη του να μαραζώνει. Ώσπου μια μέρα την κάλεσε και της είπε:
- Βγάλε μια γνώμη και θα τη δεχτώ. Αρκεί να πάρεις τον αξιότερο!
Σκέφτηκε, σκέφτηκε η κυρα - Ρήνη και γνώμη δεν έβγαζε. Γιατί η καρδιά της ήτανε κιόλας δοσμένη. Μα πώς να παρακούσει και τον κύρη της; Ώσπου μια μέρα από την πολύ τη συλλογή της ήρθε μια ιδέα:
- Θα παντρευτώ, είπε στον πατέρα της, κι όπως είπες, θα πάρω τον αξιότερο. Φτάνει να το αποδείξει! Σκέφτηκα να τους βάλω ένα αγώνισμα. Όποιος τελειώσει πρώτος τον άθλο του, αυτός και θα με πάρει γυναίκα του. Στείλε για τους προξενητάδες.
Ήρθανε πίσω οι προξενητάδες λοιπόν και από τα δύο βασιλόπουλα. Και τότε η Κυρα - Ρήνη τους είπε:
- Να πείτε στον αφέντη-Ανήλιαγο να πάει να φέρει το νερό μιας λίμνης ολάκερης στον κάμπο. Και στον Αφέντη το Γυφτάκη πείτε του να χτίσει στο βουνό ένα κάστρο. Όποιος τελειώσει πρώτος τον αγώνα του αυτός θα γίνει άντρας μου!
Έφυγαν οι προξενητάδες κι όλοι στον κάμπο κουβέντιαζαν της κυρα - Ρήνης την αποκοτιά: Ακούς εκεί να βάλει αγώνισμα στα βασιλόπουλα! Κι όλοι ήταν σίγουροι πως ούτε το ένα, ούτε το άλλο γίνονταν: Σηκώνεται απ' τον τόπο της μια λίμνη ολάκερη; Και γίνεται τάχατες ν' αφήσει ο Γυφτάκης το γλεντοκόπημα και να ζωστεί το πηλοφόρι;
Μα σε τούτον τον κόσμο πολλά γίνόνται κι από πείσμα περισσότερα. Ξεζώστηκε ο Γυφτάκης το σπαθί και ζώστηκε το ζεμπίλι. Νύχτα και μέρα έχτιζε για να προλάβει. Και το κάστρο άρχισε να υψώνεται, να κάνει κύκλους γύρω απ' τα σπίτια και τα χωράφια, να ορθώνει πύργους και πολεμίστρες. Όσο για τον Ανήλιαγο, άνοιξε η γη και τον κατάπιε! Κανένας δεν ξανάκουσε γι' αυτόν. Άλλοι είπαν πως ,πήρε των ομματιών του κι έφυγε ξέροντας πως δεν θα μπορέσει να τα βγάλει πέρα, άλλοι πως μαράζωσε απ' τον καημό του και πέθανε.
Έβλεπε η κυρα - Ρήνη απ' το παραθύρι της το κάστρο να υψώνεται, δε μάθαινε και τίποτα για τον Ανήλιαγο κι άρχισε να κλαίει τη μοίρα της. Να πει πως ο Ανήλιαγος την ξέγραψε κι έφυγε δεν της έκανε καρδιά να το πιστέψει. Πιο πολύ πίστευε πως μαράζωσε και πέθανε. Και πλάνταζε στο κλάμα.
Μα ο Ανήλιαγος δεν πέθανε. Κλεισμένος στα υπόγεια του παλατιού του, μελετούσε όσα σχέδια είχε κάμει για τα σχήματα του φεγγαριού και τις κινήσεις των άστρων. Μελετούσε ακόμα και σχεδίαζε όσα του είχε ιστορήσει η κυρα - Ρήνη στα κε v τίδια της: για το ταξίδι του Ήλιου πάνω στη γη, για κάμπους, δάση και βουνά, για ποτάμια, λίμνές και πέλαγα. Κι έτσι μια νύχτα αποτόλμησε το έργο του: κάτω απ' τα κελάρια του παλατιού του άρχισε να σκάβει λαγούμια και λαγούμια. Κανείς δεν άκουγε το χτύπο του ούτ’ ένιωθε το σκάψιμό του. Έσκαβε κι έσκαβε ώσπου τα λαγούμια του τον έβγαλαν κάτω από τη λίμνη του Αγγελόκαστρου. Μα κι ο Γυφτάκης το προχώραγε το κάστρο του. Κι όταν το τελείωσε κι αυτό, ήρθε ο ίδιος και φώναξε της κυρα - Ρήνης:
- Πλύσου, χτενίσου και v υφοστολίσου! Το κάστρο μου το σήκωσα και το παλάτι περιμένει τη βασίλισσά του!
Τ' άκουσε η κυρα - Ρήνη και η καρδιά της σφίχτηκε. Μα τι να κάνει; Να πάρει το λόγο της πίσω;
- Ντύνομαι και στολίζομαι, φώναξε, μα αν δεν μου δείξεις το κλειδί του κάστρου σου, εγώ δεν σε πιστεύω!
- Στολίσου, πάρε και τις βάγιες σου κι έλα να σου το δείξω! είπε ο Γυφτάκης και δεν έφευγε χωρίς την κυρα - Ρήνη.
Ώρες έκανε να λουστεί κι άλλες τόσες να στολιστεί η κυρα - Ρήνη. Εκεί ο Γυφτάκης! Ώσπου είδε κι απόειδε η κυρα-Ρήνη που δε γύριζε ο Ανήλιαγος και κίνησε να πάει μαζί του. Μπροστά πήγαινε ο πατέρας της, μετά οι βάγιες της κι αυτή ακολουθούσε. Ακολουθούσε κι όλο έστρεφε πίσω το κεφάλι της. Πουθενά ο Ανήλιαγ o ς! Έφτασαν στο κάστρο, πέρασαν την καστρόπορτα, μπήκανε στο παλάτι Όλα ήταν έτοιμα για το γάμο κι οι συγγενείς του Γυφτάκη καρτερούσαν.
- Αν δε μου δώσεις το κλειδί στα χέρια μου, ο γάμος δε θ' αρχίσει, είπε ξεψυχισμένη η κυρα-Ρήνη. Μα πουθενά ο Ανήλιαγ o ς!
Κι ώσπου να πάει και να 'ρθει ο Κλειδοκράτορας, η γης σείστηκε, το κάστρο έτριξε συθέμελα και με στη μέση τη μεσιά του Παλατιού άνοιξε μια τρύπα. Πετάχτηκε από μέσα ο A νήλιαγ o ς και ξοπίσω του βούιξε και αναπήδησε το νερό σα σιντριβάνι.
- Γάμος χωρίς κρασί δε γίνεται και πολιτεία χωρίς νερό δε στέκεται! τους είπε. Τον τέλειωσα τον άθλο μου και αφού ακόμα το κλειδί δε βρίσκεται στα χέρια της κυρα - Ρήνης, εγώ λογιέμαι νικητής.
Έτσι έγιναν οι γάμοι κι οι χαρές του A νήλιαγ o υ και της κυρα - Ρήνης. Κι όταν έγινε βασιλιάς ο Ανήλιαγ o ς έδωσε το όνομά της στο κάστρο, που τ' αγκωνάρια και ο Πύργος του βρίσκονται ως τις μέρες μας. Η λίμνη του Αγγελόκαστρου πότισε τον κάμπο και τα καράβια που έδεναν στα ριζά του κάστρου μόνο καλούδια και πραμάτειες ξεφόρτωναν.
Όσο για το Γυφτάκη , αυτός, λένε, σήκωσε ένα άλλο κάστρο απέναντι, το Γυφτόκαστρο, κι από κει νύχτα και μέρα τους πολεμούσε.