Σελίδες

Translate

Τρίτη 6 Απριλίου 2021

Η Καταστροφή του Μεσολογγίου μέσα από την αφήγηση ενός αυτόπτη μάρτυρα




Μετάφραση από τα Ιταλικά, οδοιπορικού Ιταλού ιατρού Αλφόνσο Νούτσο Μάουρο, στην υπηρεσία του Ιμπραήμ

Πρόλογος Μεταφραστή

Στα χρόνια της Εθνικής μας Παλιγγενεσίας, κατά την τελευταία πολιορκία του Μεσολογγίου (15 Απριλίου 1825-10 Απριλίου 1826) και τη δεύτερη περίοδο των επιχειρήσεων (12 Δεκεμβρίου 1825-10 Απριλίου 1826), συνέπραξαν με τις ορδές του Τούρκου σερασκέρη Ρεσίτ πασά (Κιουταχή) και τα στρατεύματα του Αιγυπτίου Ιμπραήμ πασά. Σε αυτά, συμμετείχε μικρό υγειονομικό σώμα, επανδρωμένο κυρίως από μισθοφόρους νεαρούς Ιταλούς γιατρούς, μεταξύ των οποίων συγκαταλεγόταν και ο Αλφόνσο Νούτσο Μάουρο. Ο Μάουρο παρακολούθησε από κοντά την εξέλιξη της δεύτερης περιόδου (12 Δεκεμβρίου 1825-10 Απριλίου 1826) της πολιορκίας και ιδίως την τελευταία φάση, την Έξοδο των πολιορκημένων, τα διατρέξαντα μέσα στην πόλη, καθώς και το σκλαβοπάζαρο και κατέγραψε με αρκετές λεπτομέρειες τα κυριότερα από τα συγκλονιστικά συμβάντα, που υπέπεσαν στην αντίληψη του, όπως και αυτά που πληροφορήθηκε από αφηγήσεις αιχμαλώτων. Κατόπιν, όταν επέστρεψε στην Ιταλία, εξέδωσε στη Νάπολι το 1830 συνοπτικό χρονικό ανωνύμως "ως αυτόπτης μάρτυρας" (testimonio oculare) στην ιταλική γλώσσα, που περιλαμβάνει δύο μέρη: την καταστροφή του Μεσολογγίου και τη σκλάβα του παζαριού. Αργότερα κυκλοφόρησε επωνύμως στο Παρίσι, στη γαλλική γλώσσα, το χρονικό αυτό πιο διευρυμένο (La Ruine de Missolonghi, Temoin oculaire, Paris, 1836. Alfonso Nuzzo Mauro), του οποίου κατ’ επιλογήν αποσπάσματα χρησιμοποίησαν ο Φάνης Μιχαλόπουλος ("Οι τελευταίες στιγμές του Μεσολογγίου", Αθήναι, 1957) και ο Κυριάκος Σιμόπουλος ("Πώς είδαν οι Ξένοι την Ελλάδα του 21", τ. 5ος, Αθήνα, 1984). Πρόκειται, γενικά, για ένα συγκινητικό και ευαίσθητο κείμενο, αλλά και ιστορικό ντοκουμέντο, που δημιουργεί την εντύπωση ότι ο Ιταλός γιατρός, αισθανόμενος προφανώς τύψεις για τη συμμετοχή του ως μισθοφόρος σε αυτήν την ανίερη εκστρατεία στο πλευρό των αλλοθρήσκων Οθωμανών και προσπαθώντας κατά κάποιον τρόπο να εξιλεωθεί, εξιστορεί με πόνο ψυχής τα τρομερά γεγονότα, των οποίων υπήρξε ακούσιος συνεργός και αυτόπτης μάρτυρας. Η ιταλική έκδοση του 1830, κατά το μέρος που αφορά την "Καταστροφή του Μεσολογγίου", παρουσιάζεται για πρώτη φορά μεταφρασμένη αυτοτελώς και χωρίς περικοπές, με τις απαραίτητες διευκρινιστικές σημειώσεις. Αυθεντικό αντίγραφο της παραπάνω σπάνιας έκδοσης αποκτήθηκε πρόσφατα και


«Η Έξοδος του Μεσολογγίου». Αντίγραφο του ομώνυμου πίνακα του Θ.Π. Βρυζάκη, φιλοτεχνημένο από τον Άγγελο Κασόλα (Πινακοθήκη Δήμου Ι.Π. Μεσολογγίου).

φυλάσσεται στην "Πινακοθήκη Σύγχρονης Τέχνης Αιτωλοακαρνανίας" Χρήστου και Σοφίας Μοσχανδρέου στην Ιερή Πόλη του Μεσολογγίου: Ακολουθεί η μετάφραση του κειμένου.

Εισαγωγή Συγγραφέα

Ενώ οι πολεμοχαρείς Άραβες ήταν συγκεντρωμένοι γύρω από τις φωτιές που είχαν ετοιμάσει για να ψήσουν την πίττα τους και να μαγειρέψουν τη μανέστρα τους με τα χόρτα 1 και ενώ οι μπέηδες και οι αγάδες και οι άλλοι αξιωματούχοι 2 κάθονταν στο λιτό τους τραπέζι, ο αρχηγός τους Ιμπραήμ πασάς, ξαπλωμένος στο μαλακό του ντιβάνι, αποζητούσε την ανάπαυση μετά τις ταλαιπωρίες της ημέρας.

Διακατεχόταν από έντονο εκνευρισμό και στριφογύριζαν στο μυαλό του τα σχέδια για τις μελλοντικές πολεμικές επιχειρήσεις, ενώ κουνώντας απειλητικά το δάκτυλο του ήταν σαν να διέγραφε από το βιβλίο των ζωντανών τον πληθυσμό του Μεσολογγίου και φοβέριζε με εξόντωση μια ατρόμητη και γενναία φρουρά, η οποία, έχοντας μέχρι τώρα ματαιώσει τα απάνθρωπα σχέδιά του καταστροφής και εκδίκησης, ανυπόμονη προετοιμαζόταν για να επιχειρήσει την ύστατη προσπάθεια προς τη σωτηρία. Ο θάνατος απλωνόταν στον αέρα πάνω από την καταδικασμένη πόλη και μετρούσε χαιρέκακα με τα σκελετωμένα δάκτυλά του τα πολυάριθμα θύματά του.

Μόλις τα πέπλα της νύκτας την δεύτερη ημέρα 3 είχαν σκεπάσει την όψη της γης και ο αποσπερίτης έριχνε το φως του προς το Μεσολόγγι, ξαφνικά ένας ανεμοστρόβιλος κάλυψε τον ορίζοντα με μαύρα σύννεφα, που σχιζόταν από αδιάκοπες αστραπές, χύνοντας καταρρακτώδεις βρόχινες ριπές.

Και ήλθε η μοιραία ώρα να συνεδριάσει το τραγικό συμβούλιο. Το Βασιλάδι 4 είχε ήδη πέσει στα χέρια του εχθρού. Η στενή πολιορκία είχε επιβάλλει από μήνες μια άγρια πείνα και ο απλός λαός διατρεφόταν με φύκια, τα οποία η θάλασσα ξέβραζε στις ακτές του Μεσολογγίου 5 .

Ο οθωμανικός στόλος είχε κλείσει τις διόδους από τις οποίες περνούσαν εφόδια οι τολμηροί ναυτικοί από τα Ιόνια νησιά. Ωστόσο, η φρουρά δεν έκανε καμιά σκέψη για μια συνθηκολόγηση 6 , η οποία θα την ατίμαζε στα μάτια της Ευρώπης και ήταν πανέτοιμη για την ύστατη αναμέτρηση. Οι γενναίοι Σουλιώτες ήταν έτοιμοι από τα χαράματα, αναμένοντας την κατάλληλη στιγμή για την ένδοξη και μοιραία Έξοδο. Οι ατρόμητοι Mεσολογγίτες, με το ένα χέρι κρατούσαν το τουφέκι και με το άλλο ήταν έτοιμοι να ανάψουν τον δαυλό, που θα έβαζε φωτιά στο σπίτι τους, ενώ ταυτόχρονα έδιναν κουράγιο στην οικογένειά τους, που ήταν συγκεντρωμένη τριγύρω τους, προσμένοντας ψύχραιμα το σύνθημα για την εξόρμηση.

Αραιές σκοπιές είχαν τοποθετηθεί αυτήν την ημέρα στις βορεινές τάπιες. Όλα ήταν σιωπηλά. Η αναταραχή, οι διάτορες κραυγές, οι υβριστικές προκλήσεις 7 είχαν σταματήσει, όπως και οι εκτυφλωτικές λάμψεις των εκρήξεων και ο εκκωφαντικός κρότος των κανονιών. Η

Η μανέστρα με χόρτα είναι συνηθισμένο φαγητό του Άραβα στρατιώτη. Οι Μεσολογγίτες θα έκαναν την Έξοδο περίπου μια ώρα αφού νύχτωνε, ενώ οι Άραβες θα δειπνούσαν. Γενικώς οι μουσουλμάνοι έτρωγαν το βραδινό τους αμέσως μετά τη δύση του ήλιου. (ΣΣ). Οι στρατηγοί, οι συνταγματάρχες, οι διοικητές ταγμάτων και οι λοχαγοί. (ΣΣ). Στο στρατόπεδο των Αράβων είχε γίνει γνωστό ότι οι Μεσολογγίτες, έχοντες περιέλθει στην έσχατη στέρηση, είχαν αποφασίσει μέσα σε τρεις ημέρες να πραγματοποιήσουν έξοδο με τα όπλα στα χέρια. (ΣΣ). Το Βασιλάδι είναι μια μικρή οχυρωμένη θέση επάνω σε ένα νησάκι στη μέση της λιμνοθάλασσας, τρία τέταρτα του μιλίου δυτικά από το Μεσολόγγι. Σε αυτό το σημείο ξεφορτώνονταν τα λιγοστά τρόφιμα κατά τη διάρκεια της νύκτας, που κατόρθωναν να περάσουν από τον ναυτικό αποκλεισμό και (το ίδιο) χρησίμευε σαν αποθήκη εφοδίων της πόλης. Το νησάκι αυτό είχαν καταλάβει οι Άραβες 45ημέρες πριν από την έξοδο του Μεσολογγίου. (ΣΣ). Ομολογίες διαφόρων αιχμαλώτων, που συνελήφθησαν μετά την καταστροφή της πόλης τους, προς τον συντάκτη του παρόντος, αυτόπτη μάρτυρα των γεγονότων. (ΣΣ). Επί αρκετούς μήνες η πόλη, μη μπορώντας να βοηθηθεί από την ελληνική διοίκηση, υποστηριζόταν με λιγοστά εφόδια από τους κατοίκους της Λευκάδας, της Κεφαλονιάς και της Ζακύνθου, που τα έστελναν νύκτα με πλεούμενα, ναυπηγημένα γι' αυτόν το σκοπό, από κανάλια (αυλαίμονες) της λιμνοθάλασσας στο φρούριο του Βασιλαδιού και από εκεί προωθούνταν στην πόλη. Οι κυριότεροι πόροι αυτών των καναλιών προσχώθηκαν με άμμο από ένα τμήμα τολμηρών σκαπανέων, κάτω από τα πυρά των κανονιών της πόλης. (ΣΣ). Οι Μεσολογγίτες, που επί πέντε χρόνια είχαν αντισταθεί στις επιθέσεις διαφόρων Τούρκων πασάδων, προκαλούσαν συνεχώς τους Άραβες, αποκαλώντας τους δειλούς. Τα παιδιά στη σιγαλιά της νύκτας, με οξεία φωνή και στριγγλίζοντας, κραύγαζαν ψηλά από τα τείχη: «Κιαρατά Ιμπραήμ πασά, Κιαρατά Ιμπραήμ πασά». Ο πασάς, οργισμένος "απαντούσε", στέλνοντας είκοσι με τριάντα μπάλες με τα κανόνια της «Φατουμάς» και του «Χατζή Μπεκήρ». (ΣΣ).

Η ηρωική αντίσταση του Μεσολογγίου συγκίνησε την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη. Ποιητές, γλύπτες και ζωγράφοι έσπευσαν να αποθανατίσουν με τα έργα τους τη δόξα της «Ιερής Πόλης». Στον συγκεκριμένο πίνακα του Ντελακρουά απεικονίζεται η Ελευθερία (κατ’ άλλους, η Ελλάδα) στα ερείπια του Μεσολογγίου (Παρίσι, Εθνική Βιβλιοθήκη).

πόλη απ' έξω έμοιαζε με έναν τεράστιο σωρό ερειπίων, χωρίς ίχνος ζωντανής ψυχής.

Η θάλασσα, που την όριζε κατά τα δύο τρίτα, δεν παρουσίαζε πλέον κατά τη νύκτα τις φωσφορίζουσες ανταύγειές της, παρά μόνο ένα αδιαπέραστο και σκούρο δάσος από εχθρικά πλεούμενα. Σαν από σιωπηρή συναίνεση, οι αγέρωχοι πολιορκητές είχαν σταματήσει να εκτοξεύουν τα φονικά πυρά των κανονιών τους. Η τρομερή «Φατουμά» και ο θορυβώδης «Χατζή Μπεκήρ» 8 έμεναν αδρανείς, καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της ημέρας. Ο δαίμονας του πολέμου με το αιμόχαρο χαμόγελό του, καραδοκούσε ηδονικά την άφθονη λεία, που θα 'πέφτε στα χέρια του με τη δύση του ήλιου.

Άτυχο και ένδοξο Μεσολόγγι! Εσύ, που για πέντε ολόκληρα χρόνια κουρέλιασες το γόητρο του αλαζόνα Μουσουλμάνου! Εσύ, που προτιμάς τον θάνατο από την ατίμωση, εσύ, τώρα δεν βλέπεις την επικείμενη σφαγή ενός μέρους των δικών σου ανδρείων τέκνων και τη σκληρή δουλεία που περιμένει τα υπόλοιπα;

Η Έξοδος της Φρουράς

Οι άγρυπνοι Άραβες σκοποί αφουγκράζονται τώρα τα βήματα των πρώτων γενναίων παλικαριών. Μόλις που πρόφθασαν να αδειάσουν τα όπλα τους και να δώσουν το σύνθημα συναγερμού στις κοντινές κανονιοστοιχίες, βρέθηκαν κάτω από τα γιαταγάνια των Ελλήνων, που δεν χρησιμοποιούν πια τουφέκια, αλλά σφάζουν όποιον απαντήσουν στον δρόμο τους. Σαν τίγρεις τινάζονται και ρίχνονται μ' ένα πνιχτό μουγκρητό πάνω στους εχθρούς που κατέφθαναν μιλιούνια.

Τα τύμπανα καλούν τους στρατιώτες στα όπλα.

8

Όνομα δύο τεράστιων τουρκικών Ολμοβόλων. Με ένα από αυτά, ο Γιουσούφ πασάς των φρουρίων του Μόριά (Ρίου και Αντιρρίου) εκτόξευσε στον αέρα έναν άτυχο Έλληνα γιατρό, ύποπτο για κατασκοπεία. (ΣΣ).

Δραματική σκηνή από την Έξοδο. Έχοντας σκοτώσει τον εχθρό που αποπειράθηκε να τη βιάσει και έχοντας φονεύσει το παιδί της, η Μεσολογγίτισσα αυτοκτονεί για να μη πέσει στα χέρια των Τούρκων (Πίνακας του E. De Lansac, Πινακοθήκη Δήμου Ι. Π. Μεσολογγίου).

Τα τμήματα κινούνται. Οι μουσουλμάνοι Αλβανοί στο στρατόπεδο του Κιουταχή 9 , που πρόσφατα είχαν αποστατήσει από τη χριστιανική θρησκεία, τρέχουν γρήγορα να ενταχθούν στις γραμμές τους, παρακινούμενοι τόσο από την ιδέα της λείας, όσο και από το μίσος της θρησκείας. Σαν άγρια θηρία, δεν ζούσαν παρά μόνο με τη σκέψη της λαφυραγώγησης και το πάθος της εξόντωσης των παλαιών ομοθρήσκων τους. Στο μεταξύ, τα αραβικά τάγματα προχωρούν με σχηματισμούς εφόδου. Τα πρόσωπα των ανδρών λάμπουν από μια άγρια χαρά, που πλησιάζουν στη στιγμή, την οποία τόσο καιρό πρόσμεναν, για να εκδικηθούν για τις συνεχείς προσβολές, για τις συχνές οχλήσεις από αυτούς, οι οποίοι, μολονότι πέθαιναν στα χαντάκια της πόλης, με τις πράξεις τους εξόργιζαν τον Ιμπραήμ, τον αδιαφιλονίκητο κυρίαρχο της ερήμου.

Η φωνή των επικεφαλής, των τουρκο-αιγυπτιακών τμημάτων, ανακόπτει την προχώρησή τους. Οι στοίχοι τους ανοίγουν σκόπιμα, για να αφήσουν ελεύθερη δίοδο στους τολμηρούς εξερχόμενους. Επιδέξιοι ελιγμοί επιβάλλουν στους στρατιώτες να σταθούν μακριά, από τα ορύγματα που ήταν απέναντι από τα σημεία της Εξόδου. Ταυτόχρονα, εφεδρικά τάγματα σκαρφαλώνουν στα αφύλαχτα πλέον τείχη στη δυτική πλευρά.

Οι Μεσολογγίτες, αφού υπονόμευσαν 10 τα κατάλληλα σπίτια, εξέρχονταν μαζικά, γέροντες, νέοι, παιδιά, γυναίκες ξοπίσω απ' τους άνδρες τους, αρραβωνιαστικιές πιασμένες χέρι-χέρι με τους μέλλοντες συζύγους τους, μητέρες που μετέφεραν λίγα χρειώδη.

Όλοι προσπαθούσαν ασθμαίνοντας, να ακολουθήσουν τους πυκνούς σχηματισμούς των παλικαριών και των Σουλιωτών.

Άτυχοι σταματήστε! Ο εχθρός επίτηδες άνοιξε τις γραμμές του, για να σας οδηγήσει πιο εύκολα στον θάνατο! Την ίδια στιγμή ο αδιάκοπος κρότος των τουφεκιών, προαναγγέλλει την εξόντωση των εξοδιτών. Όλα τα πυροβόλα σκορπούν αδιάκριτα τον θάνατο. Σαν το δρεπάνι του επιδέξιου θεριστή, που θερίζει τα στάχια του σταριού, έτσι και τα φονικά βόλια κόβουν το νήμα της ζωής εκατοντάδων ηρώων και αμέτρητων άοπλων θυμάτων.

Οι πεισματάρηδες Σουλιώτες πολεμιστές κάνουν μάταιες προσπάθειες. Με την αριθμητική τους δύναμη οι γενναίοι αυτοί άνδρες έγιναν για λίγο ασπίδα, πριν πέσουν πρώτοι αυτοί νεκροί, κάτω από τα κοντινά καταιγιστικά πυρά του εχθρού. Οι κολώνες των εξοδιτών σταματούν και υποχρεώνονται να αλλάξουν πορεία και να στραφούν προς τον ενδιάμεσο χώρο μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης σειράς των

9 Εκτός από τη στρατιά του Ιμπραήμ πασά, που αριθμούσε περίπου 18.000 άνδρες, στη δυτική πλευρά της πόλης βρισκόταν το τουρκικό στρατόπεδο του σερασκέρη ρούμελη βαλεσί (Ρεσίτ πασά) με 20.000 περίπου άνδρες, των οποίων το μεγαλύτερο μέρος αποτελούσαν Αλβανοί μισθοφόροι. (ΣΣ).

Για τη στρατιά του Ιμπραήμ που έλαβε μέρος στην πολιορκία της πόλης, έγκυρες πληροφορίες αναφέρουν 15.250 άνδρες. (ΣΜ). 10 Οι Μεσολογγίτες είχαν υπονομεύσει διάφορα από το πιο ισχυρά κτίρια. Η είδηση αυτή είχε επιβραδύνει τη γενική έφοδο από την πλευρά των Αράβων. Όμως, οι υπονομεύσεις είχε υπολογισθεί να πυροδοτηθούν μετά από ορισμένο χρόνο γύρω στα ξημερώματα, όταν ο εχθρός θα είχε μπει μέσα στην πόλη (ΣΜ). χαρακωμάτων. Εκεί η σφαγή είναι τρομερή. Ο αφανισμός, των αποδιοργανωμένων Μεσολογγιτών, είναι πλήρης. Κάθε τουφεκιά κι ένα θύμα. Σε λιγότερο από μια ώρα τα χαντάκια γεμίζουν πτώματα από τους πιο θαρραλέους, που τόλμησαν να ορμήσουν για να σκαρφαλώσουν στην αντίθετη όχθη, αψηφώντας τα εμπόδια, που είχαν τοποθετηθεί από τις πυκνές τάξεις του εχθρού.

Το υπόλοιπο πλήθος, βαδίζοντας αναστατωμένο, φθάνει στον δρόμο της ανατολικής πύλης, που περικλειόταν δεξιά από τη λιμνοθάλασσα και αριστερά από τα έλη. Εκεί γίνεται το τελευταίο μακελειό. Οι γυναίκες και τα παιδιά γυρίζουν πίσω προς τη θάλασσα. Άλλοι, οι πιο τολμηροί, ρίχνονται προς την ελώδη περιοχή, περνώντας κάτω από τις μπούκες των κανονιών, σύρριζα από τα παραπέτα τους.

Αλίμονο! Από δεκατέσσερις χιλιάδες κατοίκους, που βγήκαν πριν από μια ώρα από τα τείχη, οι μισοί δεν μπόρεσαν να συνεχίσουν τον δρόμο τους 11 . Όλες σχεδόν οι γυναίκες, που γλίτωσαν τον θάνατο, παραμέρισαν, για να δώσουν την ευχέρεια στους άνδρες τους να μάχονται απερίσπαστοι, για να μπορέσουν να σωθούν 12 . Αυτές με μια ενστικτώδη κίνηση κατευθύνονται προς το βαλτωμένο ακρογιάλι και τα ξημερώματα πέφτουν λεία στα χέρια του άπληστου νικητή.

Οι Μεσολογγίτες και οι Σουλιώτες, τώρα, πετούν τα ντουφέκια, άχρηστα πλέον 13 , πίσω τους, βγάζουν τα γιαταγάνια και με φωνή που την πολλαπλασίαζε η απόγνωση κραυγάζουν «έμπροσθεν, έμπροσθεν» (Emprosten, emprosten). Στην απροσδόκητη και τρομερή ορμητικότητά τους οι Άραβες, που πυροβολούσαν απέναντι τους, κλονίζονται. Πάνω από τριακόσιοι Άραβες ξαπλώθηκαν νεκροί στην πρώτη επίθεση, ενώ οι άλλοι υποχώρησαν, χωρίς, ωστόσο, να διασπασθεί η παράταξή τους. Στο μεταξύ, οι Μεσολογγίτες κερδίζουν τόσο χώρο, που τους επιτρέπει να διασχίσουν μια διαγώνιο σχεδόν δύο μίλια μέχρι τον Εύηνο.

Ο Αιγύπτιος αρχηγός, με χίλιους διαλεγμένους ιππείς, περίμενε το υπόλοιπο των άτυχων εξοδιτών και τους κατεδίωξε κατά την επίπονη πορεία τους μέχρι τις όχθες του ποταμού. Στο σημείο αυτό έγινε τρομερή σφαγή και η κοίτη του γέμισε από θύματα.

Πολλοί, ελπίζοντας να βρουν ένα εύκολο πέρασμα στον ποταμό, βρήκαν τον θάνατο και άλλοι έπεσαν κάτω από τα τουρκικά γιαταγάνια.

Μερικές εκατοντάδες άνδρες και ανάμεσα τους αρκετές θαρραλέες γυναίκες, άνοιξαν τελικά δρόμο και κατόρθωσαν να σκαρφαλώσουν στο βουνό και να σωθούν. Εκείνη τη στιγμή η καταιγίδα κόπασε, τα σύννεφα απομακρύνθηκαν και ολόκληρο το φεγγάρι με τον δίσκο του έριχνε τον απαίσιο φωτισμό του, πάνω στην εκτεταμένη πεδιάδα του Μεσολογγίου, την ποτισμένη με αίμα και διάσπαρτη από πτώματα 14 .

Η Σφαγή στον Κάμπο

Τί είναι αυτές οι μάζες της φωτιάς, που ορμάνε και στριγγλίζουν και οι οποίες υψώνονται από διάφορα σημεία μέχρι τ' αστέρια, προσπαθώντας να αναταχθούν στο φως του ήλιου, που ανατέλλει στον ορίζοντα για να διαλύσει τα σκοτάδια; Τι είναι αυτός ο μαύρος καπνός, που εξακοντίζεται στα ύψη; Τι είναι αυτές οι συχνές εκτυφλωτικές αστραπές, που συνοδεύονται από τρομερές εκρήξεις, οι οποίες συγκλονίζουν το έδαφος; Τι είναι αυτός ο συνεχής πάταγος των δοκαριών που θρυμματίζονται και ξαναφουντώνουν κατά διαστήματα τη φωτιά; Τι είναι, τέλος πάντων, αυτή η θάλασσα της φωτιάς, που καταυγάζει αυτό το αποτρόπαιο θέαμα; Αλίμονο!

Αυτό είναι μια ολάκερη πόλη, παρανάλωμα της φωτιάς. Αυτό είναι το Μεσολόγγι!

11 Οι Οθωμανοί είχαν ως έθιμο να κόβουν τα κεφάλια των επιφανών επαναστατών και τα αυτιά των αντιπάλων, που σκοτώνονταν με τα όπλα στα χέρια τους. Για κάθε ζευγάρι αυτιών ο Ιμπραήμ πασάς έδινε ως δώρο 50 τουρκικά πιάστρα (περίπου 7δουκάτα). Αυτά τα αυτιά, αλατισμένα και τοποθετημένα σε βαρέλια, στέλνονταν στην Κωνσταντινούπολη ως λάφυρα του θριάμβου. Την επόμενη ημέρα της Εξόδου 7.000 ζευγάρια αυτιών στάλθηκαν κλεισμένα ερμητικά, σε δέκα βαρέλια. (ΣΣ). Το ακριβές ήταν 3500 ζευγάρια αυτιών (ΣΜ). 12 Οι αριθμοί που αναφέρει ο συγγραφέας κρίνονται ως υπερβολικοί. Σύμφωνα με έγκυρες πηγές, μέσα στην πόλη οι πολιορκημένοι δεν υπερέβαιναν τους 10.500, ενώ στην Κωνσταντινούπολη στάλθηκαν 3.500 ζευγάρια αυτιών. (ΣΜ). 13 Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη, ότι οι Έλληνες δεν είχαν ξιφολόγχες στα τουφέκια τους, γι' αυτό κατά τις αναμετρήσεις τους σε ανοικτό πεδίο με τους Άραβες σώμα με σώμα, οι τελευταίοι κατά κανόνα υπερείχαν. (ΣΣ). 14 Παρατηρήθηκε ότι η βροχή, οι αστραπές και οι βροντές, που μεγέθυναν αυτή την τρομερή σκηνή, διήρκεσαν περίπου τέσσερις ώρες, δηλαδή από την έναρξη της

Εξόδου, που πραγματοποιήθηκε μια ώρα μετά την επέλευση του σκότους, μέχρι πέντε ώρες που κράτησαν οι συγκρούσεις. Τότε σταμάτησαν οι μάχες των αντιπάλων. Αμέσως ο ουρανός έγινε καθαρός και το φεγγάρι ξαναφάνηκε ακτινοβόλο και λαμπερό. Κατά τη διάρκεια αυτής της θύελλας ναυάγησαν μια κορβέτα κι ένα βρίκι του τουρκικού στόλου που ήταν αραγμένα μπροστά από το Μεσολόγγι.

Ο Ιμπραήμ πασάς διάλεξε τρία σπαθιά από τα λάφυρα και σκότωσε με τα δικά του χέρια δύο Τούρκους λιποτάκτες. (ΣΣ).

1

2

3

4

1. Ο επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ υπήρξε εθνομάρτυρας εφάμιλλος του Καψάλη. Στον συγκεκριμένο πίνακα ετοιμάζεται να ανατινάξει τον Ανεμόμυλο, όπου έχουν συγκεντρωθεί γυναικόπαιδα, ασθενείς και τραυματίες (Πινακοθήκη Δήμου Ι.Π. Μεσολογγίου). 2. Η ανατίναξη της πυριτιδαποθήκης κατά την άλωση του Μεσολογγίου από τον Χρήστο Καψάλη. Λάδι. Θεόδωρος Βρυζάκη (Πινακοθήκη Δήμου Ι.Π. Μεσολογγίου). 3. Ο Ιμπραήμ και οι άνδρες του συγκλονίζονται από την ανατίναξη της πυριτιδαποθήκης του Μεσολογγίου από τον Καψάλη (Πινακοθήκη Δήμου Ι.Π. Μεσολογγίου). 4. Ο Λόρδος Βύρων.

Τι θλιβερή εικόνα, μεγαλόπρεπη, επιβλητική και ταυτόχρονα φοβερή, που παρουσιάζει μια πόλη παραδομένη στις φλόγες! Πλησιάζουμε, διατρέχοντας την αριστερή πλευρά του αραβικού στρατοπέδου 15 . Αλίμονο! Το άλογο σταματάει χρεμετίζει και ξεφυσάει! Ακόμη και τα ζώα νιώθουν φρίκη μπροστά στο θέαμα της καταστροφής και της θανάτωσης τόσων ανθρώπων, Χλιμιντρίζει από πόνο!

Ω! Τι μεγάλη έκταση γης είναι σκεπασμένη από ακρωτηριασμένα άψυχα κορμιά κάθε ηλικίας! Εδώ, ένας άντρας πεσμένος στη γη, βουτηγμένος στο αίμα με τα δασιά μαλλιά του ανάκατα, με τα γκρίζα μουστάκια του παγωμένα, με ένα νέο παιδί στο πλευρό του, που μόλις διακρίνεται το πρώτο χνούδι στο σαγόνι του! Είναι ένας πατέρας, θύμα της πατρικής αγάπης και του πατριωτισμού του.

Εκεί, μια ομάδα ανδρών, γυναικών, παιδιών. Είναι μια ολόκληρη

15 Αρκετοί Ευρωπαίοι αξιωματικοί στην υπηρεσία του πασά της Αιγύπτου παραβρέθηκαν στην πολιορκία του Μεσολογγίου και το επόμενο πρωί μετά την Έξοδο, δηλαδή στις 22 (10) Απριλίου, διέτρεξαν έφιπποι τη διαγώνιο που οδηγεί από τον ποταμό Εύηνο στην πόλη, που θα μπορούσε να αποκληθεί ο ματωμένος δρόμος του μεσολογγίτικου κάμπου, τον οποίο διέσχισε ο άτυχος πληθυσμός.

Ένας από αυτούς λίγο έλειψε να πληρώσει ακριβά την περιέργειά του, έναν μήνα αργότερα στη Μεθώνη. Ο Ιμπραήμ ήθελε να του κόψει τα αυτιά, εξοργισμένος επειδή έγραψε στο ημερολόγιό του ότι τα 3.500 ζεύγη αυτιών που έστειλαν στην Κωνσταντινούπολη δεν ήταν όλα Ελλήνων. Ένα σημαντικό ποσοστό ήταν

Αράβων. Κάποιος, από αντιζηλία, τον μαρτύρησε στον Ιμπραήμ και εκείνος από πληγωμένο εγωισμό αγρίεψε τόσο, που λίγο έλειψε να θανατώσει τον Ευρωπαίο. Τελικά, τον απέλυσε από την υπηρεσία. Πάντως, η αλήθεια είναι πως αυτός δεν είχε ολότελα άδικο. Πολλά από τα πτώματα των Αράβων στρατιωτών, που είδα, ήταν χωρίς αυτιά, απόδειξη ότι σωστά έγραψε, πως πολλοί Αιγύπτιοι στρατιώτες, παρακινούμενοι από απληστία, είχαν προβεί στην ενέργεια αυτή για να εισπράξουν τα 50 τουρκικά πιάστρα ανά ζευγάρι αυτιών. Και τα αυτιά δεν είχαν γλώσσα να αποκαλύψουν την απάτη. (ΣΣ). οικογένεια που θερίστηκε από τα πυρά μιας ομοβροντίας! Την ίδια στιγμή διάβηκαν στο βασίλειο του θανάτου και σου προξενούν το βαθύ αίσθημα της συμπόνιας!

Ω! Ένας Αιγύπτιος γρεναδιέρος νεκρός, πλάι σ' ένα νεαρό ζευγάρι. Ένα παλικάρι που κρατά σφιχτά από το χέρι μια κοπέλα, ντυμένη με μεταξωτή πουκαμίσα 16 . Έπεσε υπερασπίζοντάς την από τον επίδοξο Άραβα απαγωγέα της. Προτίμησε να πεθάνει παρά να υποκύψει. Βλέποντάς τον, με το υπερήφανο μάτι του προσηλωμένο σε αυτήν, έρχεται στο μυαλό σου η ιστορία του Βιρτζίνιους Γκρέσος 17 ή σου επιβάλλει ακόμα να σεβαστείς την πράξη του. Η νέα γυναίκα έχει μια εκτεταμένη πληγή στο μισόγυμνο στήθος της. Αυτή πέθανε πρώτη και είχε την ικανοποίηση να δείξει στον σύντροφο της, μέσα από το τραύμα της, μια καρδιά αμόλυντη, η οποία φλεγόταν από την πιο αγνή αγάπη γι' αυτόν.

Το αυτί αφουγκράζεται τώρα ένα κλαψούρισμα και το μάτι αποκαλύπτει μια μητέρα νεκρή, με την όψη της στραμμένη στον ουρανό, σαν να τον ικετεύει την ύστατη στιγμή. Ακόμα κρατά σφιχτά στα ξυλιασμένα της χέρια ένα μωρό με σγουρά ξανθά μαλλιά, που ωστόσο είναι ζωντανό 18 και προσπαθεί να βυζάξει το αλαβάστρινο στήθος της. Ο θάνατος σεβάστηκε την αθωότητα! Θέαμα αποτρόπαιο, αλλά συνάμα και τρυφερό.

16 Οι ευκατάστατες Ελληνίδες και Τουρκάλες συνήθιζαν να φορούν, σε κοινωνικές εκδηλώσεις, μεταξωτές πουκαμίσες. (ΣΣ). 17 Ο Βιρτζίνιους Γκρέσος (Virginius Gressos), πληβείος, έσφαξε, σύμφωνα με τον μύθο, την κόρη του, για να προστατεύσει την αγνότητά της από τον τύραννο

Άππιο Κλαύδιο. (ΣΣ). 18 Χάρη στην ιστορική αλήθεια είμαι υποχρεωμένος να ομολογήσω, ότι οι Άραβες έδιναν ιδιαίτερη προσοχή στην περίθαλψη των νηπίων. Πολλοί προσλάμβαναν παραμάνες (τροφούς), για να τα αναθρέψουν. (ΣΣ).

Αριστερά: Το μνημείο Ηρώων της πρώτης και της τελευταίας πολιορκίας του Μεσολογγίου (Κήπος Ηρώων Μεσολογγίου). άνθρωπος είναι πολίτης του Μεσολογγίου», αναγράφεται στη στήλη που ορθώνεται στην είσοδο της πόλης. Δεξιά: «Κάθε ελεύθερος

Ιδού και το σημείο που έγινε η τρομερή έφοδος. Φαίνεται από τον μεγάλο αριθμό των σκοτωμένων Αράβων, που φορούσαν κόκκινα ταρπούσια 19 και έπεσαν νεκροί 20 , κάτω από τα απεγνωσμένα πλήγματα των εξοδιτών. Βλέποντας κανείς την περιοχή αυτήν από κάποια απόσταση, νομίζει ότι αντικρίζει ένα λιβάδι σπαρμένο με παπαρούνες.

Ω! Πώς όλοι τους κοιμούνται τώρα τον αιώνιο ύπνο σαν φίλοι, οι μεν δίπλα στους δε, οι οπαδοί του Ισλαμισμού, πλάι σ' αυτούς του Χριστιανισμού!

Ας στρέψουμε, όμως, τώρα την προσοχή μας στα χαρακώματα. Τα θύματα είναι αναρίθμητα, στοιβαγμένα σε σωρούς και η λάσπη έχει καλύψει τα χαρακτηριστικά τους, σε βαθμό που είναι δύσκολο να διακρίνεις το πρόσωπο, το φύλο και την κοινωνική τους θέση. Ωστόσο, από τα λευκά σεβάσμια γένια του, αναγνωρίζεις τον αρχιερέα 21 της άτυχης πόλης. Αυτός παρέδωσε το πνεύμα, ενώ έδινε κουράγιο στους αγαπημένους του πιστούς.

Η Ερειπωμένη Πόλη

Το μεσημέρι μπαίνουμε μέσα στην πόλη. Αψηφούμε την αποπνικτική ζέστη και ανεβαίνουμε στα τείχη. Τι αδύνατες οχυρώσεις! Τι απαρχαιωμένο πυροβολικό! Τι ασήμαντη θέση! Και όμως στάθηκε απόρθητη. Μια διπλή σειρά από σπαρτιατικά 22 στήθη υποκαθιστούσαν τις ασθενείς αμυντικές οργανώσεις.

Τι καταθλιπτική μοναξιά, όπου δεν ακούγεται παρά μόνο το κροτάλισμα από τις φλόγες, καθώς και ο αντίλαλος στα τείχη από την κατάρρευση των σπιτιών! Κάθε τόσο διασταυρώνονταν στους δρόμους περιπολίες Αράβων λαφυραγωγών. Φορώντας στα πόδια τα μαρκούμπ 23 , έμοιαζαν με ληστές της νύκτας και δεν τάραζαν καθόλου τη σιωπή. Τα σπίτια συνέχιζαν να καίγονται αλλά οι φλόγες τους ξεθώριαζαν κάτω από το φως του ήλιου. Ωστόσο ήταν δύσκολο να διακρίνεις στα σπίτια, που καταβρόχθιζε η φωτιά, τα καταστροφικά ίχνη του πυροβολικού. Εδώ κι εκεί είχαν δημιουργηθεί βαθιοί κρατήρες από τις μπάλες των κανονιών, σαν να είχαν ξεριζωθεί πελώρια δένδρα.

Είχαν πλημμυρίσει από τη νυκτερινή νεροποντή και από τα στεκούμενα νερά αναδυόταν ένας αχνός σαν καταχνιά. Φριχτές αναθυμιάσεις διαχέονταν στην ατμόσφαιρα από τα πτώματα, που έμεναν άταφα κατά τις τελευταίες μέρες της πολιορκίας 24 .

Ο αριθμός των λάκκων που διακρινόταν στη γυμνή έκταση, ανάμε

19 (Ταρπούσι: είδος κόκκινου φεσιού, που φορούσαν οι Αιγύπτιοι στρατιώτες. (ΣΣ). 20 Κατά την Έξοδο, όπου χάθηκαν περίπου 7.000 Έλληνες (ΣΜ: είναι υπερβολικός ο αριθμός. Έπεσαν περίπου 1.500-1.800 από τη Φρουρά και 1.500 άμαχοι), σκοτώθηκαν περίπου 600 Μουσουλμάνοι. (ΣΣ). 21 Προφανώς δεν πρόκειται για τον Επίσκοπο Ιωσήφ των Ρωγών, αλλά μάλλον για τον βοηθό Επισκόπου Παντολέοντα Βάλβη. Ο θρυλικός Επίσκοπος βρήκε μαρτυρικό θάνατο στις 12 Απριλίου 1826, μετά την ανατίναξη του Ανεμόμυλου, στο ομώνυμο νησάκι, όπου είχε κλειστεί με πλήθος αμάχων, (ΣΜ). 22 Η Σπάρτη ποτέ δεν έκτισε τείχη και δεν κατασκεύασε οχυρώσεις. Στήριζε την άμυνα της πόλης στα στήθη των κατοίκων της. (ΣΣ) 23 Μαρκούμπ είναι τα υποδήματα του Αιγυπτίου στρατιώτη. Παντόφλες, πολύ ελαφρές, από κόκκινο ή κίτρινο δέρμα. (ΣΣ). 24 Η βροχή της νύκτας είχε γεμίσει τους κρατήρες των οβίδων, από τους οποίους ανέβαινε ένας αχνός με έντονη δυσοσμία. Σε αυτό, χωρίς αμφιβολία, είχε συντελέσει και ο μεγάλος αριθμός των άταφων πτωμάτων κατά τις τελευταίες δεκαπέντε μέρες της πολιορκίας, οπότε τα πυρά πυροβολικού των πολιορκητών είχαν γίνει πιο πυκνά και έπεφταν ακατάπαυστα (ΣΣ). σα στους καταυλισμούς των αγωνιστών δίπλα στα τείχη και στα πρώτα σπίτια της πόλης, μαρτυρούσε τον τεράστιο αριθμό των βλημάτων που είχε πέσει στο Μεσολόγγι και ο οποίος σε υποχρέωνε σε κάθε βήμα να παραμερίζεις. Σε αυτόν ακριβώς τον χώρο, οι αμυνόμενοι αποφάσισαν να πεθάνουν, αντί να παραδώσουν την πόλη και να καταθέσουν τα όπλα 25 . Σε φιλώ ω γη, ποτισμένη με αίμα από αυτούς που μαρτύρησαν για τη θρησκεία και την αγάπη για την πατρίδα!

Σε λιγότερο από μια ώρα περιδιάβασα την πόλη, τουλάχιστον τους κύριους και πιο φαρδείς δρόμους. Πόσα σπίτια ερειπωμένα, στέγες γκρεμισμένες, τοίχοι διάτρητοι από βλήματα! Τα πάντα σκέπαζε η μελαγχολία και η δυστυχία. Οι δρόμοι κακά χαραγμένοι, οι κατοικίες ακανόνιστα χτισμένες και ανομοιόμορφα οικοδομημένες, καμιά συμμετρία δεν υπήρχε που να ευχαριστεί τη θέα, καμιά στοά κάτω από τα σπίτια, κανένα δημόσιο μνημείο, καμιά έστω και στοιχειώδης αρχιτεκτονική γραμμή. Τίποτα που να μαρτυράει έναν λαό που αγαπάει τις καλές τέχνες!

Και όμως, γνωρίζοντας τα απαράμιλλα μνημεία των ένδοξων προγόνων τους, δεν δυσκολεύεσαι να αντιληφθείς, ότι η ζοφερή αυτή εικόνα είναι απόρροια των θηριωδιών που διέπραξαν σε βάρος τους για αιώνες οι Οσμανλήδες.

Ας σταθούμε τώρα για λίγο σε αυτόν το δρόμο. Εδώ, η ατμόσφαιρα είναι λιγότερο αποπνικτική. Η αύρα από τη γειτονική θάλασσα ανανεώνει την ατμόσφαιρα. Και να ένα σπίτι απομονωμένο, που γλίτωσε από τη φωτιά και τις βόμβες!

Ένας μαντρότοιχος περιβάλλει την αυλή και τον κήπο. Είναι γοτθικής αρχιτεκτονικής αλλά χονδροειδούς κατασκευής. Ένα μέτριο σπίτι σε κάποιο χωριό του πολιτισμένου κόσμου, συγκρινόμενο θα ήταν καλύτερο. Αλλά είναι κατασκευή σε μια πόλη, που βρισκόταν κάτω από τον τουρκικό ζυγό. Ανήκε προφανώς σε κάποιον εύπορο κάτοικο. Μπαίνουμε για να δούμε το μοναδικό διαμέρισμα. Η θλίψη και ο ζόφος μας καθηλώνουν. Στους τοίχους ήταν κάποτε ζωγραφισμένα διάφορα θέματα, χωρίς ιδιαίτερη σημασία, αλλά τώρα είναι

25 Για την ακρίβεια, τρεις φορές ο Ιμπραήμ πασάς προσέφερε μια έντιμη παράδοση στους Μεσολογγίτες, υποσχόμενος να τους μεταφέρει στην Άρτα, στο Ανατολικό (Αιτωλικό) ή σε άλλη πόλη της αρεσκείας τους, αλλά έθετε ως πρώτο όρο, ότι η φρουρά έπρεπε να καταθέσει τα όπλα. Οι Σουλιώτες τρέφουν τέτοια αγάπη για τα όπλα τους, ώστε προτιμούσαν να χάσουν τη ζωή τους. Αυτοί θεωρούν, ως μεγάλη ντροπή να παραδώσουν τα όπλα τους. Η συνθηκολόγηση απορρίφθηκε γι' αυτούς τους λόγους. Πολλοί, ωστόσο, κάτοικοι είχαν θελήσει να υποταγούν στους όρους που υπαγόρευσε ο Ιμπραήμ και φαίνεται ότι οι συζητήσεις που έγιναν με τον Άγγλο κυβερνήτη των Ιονίων Νήσων, λόρδο Άνταμς, λίγες ημέρες πριν, είχαν ως αντικείμενο να επιτραπεί η έξοδος σε μια κατηγορία κατοίκων, που ήταν υποταγμένοι στη δεσποτική θέληση των άγριων Σουλιωτών και οι οποίοι απειλούσαν με θάνατο οποιονδήποτε εκδήλωνε την επιθυμία να παραδοθεί.

Το πρωί της 22ας (10ης) Απριλίου αποβιβάστηκαν δύο Άγγλοι ανώτεροι αξιωματικοί κομιστές νέων προτάσεων και ίσως θα μπορούσε να αποφευχθεί τόση αιματοχυσία. Όμως επειδή είχε προδιαγραφεί η μοίρα των αμάχων, οι αξιωματικοί αυτοί, αφού εκδήλωσαν τη μεγάλη τους θλίψη, επέστρεψαν χωρίς να παρουσιάσουν τις έγγραφες προτάσεις στον Ιμπραήμ. (ΣΣ).

Το περιστατικό αυτό δεν επιβεβαιώνεται ούτε από Έλληνες, ούτε από ξένους ιστοριογράφους. Οι Μεσολογγίτες ούτε καν είχαν σκεφτεί να παραδώσουν την πόλη.

Μάλιστα για να αποτρέψουν την ενέργεια αυτή, όταν κάποιοι επιφανείς, μη Μεσολογγίτες, οπλαρχηγοί έκαναν τέτοιες σκέψεις το θέρος του 1825, ο αρχηγός των Μεσολογγιτών, Αθ. Ραζηκότσικας, έσπευσε να προσεταιριστεί, ακόμη και δωροδοκώντας, μικρότερους οπλαρχηγούς κι έτσι αποφεύχθηκε η ανίερη αυτή πράξη. (ΣΜ).

1

1. Σημερινό τείχος και τάπιες. 2. Μνημείο και ερείπια στο σημερινό Βασιλάδι. 3. Είσοδος Μεσολογγίου.

2

ξεθωριασμένα από την κάπνα και τον χρόνο. Διακρίνονται, ωστόσο, από αυτά μια ψαρόβαρκα, μια βόμβα τη στιγμή της έκρηξης (μακάβρια έμπνευση), ένα παλικάρι στη σκοπιά... Μήπως ήταν ένας μικρός στρατώνας; Όμως, μια επιγραφή που δεν ήταν στα ελληνικά, τραβάει την προσοχή μας! Διαβάζουμε... Ω! Τι σημαίνουν αυτά τα γράμματα... Εδώ ήταν η τελευταία διαμονή του φιλέλληνα βάρδου της Αλβιόνας 26 .

Η ώρα προχωρούσε, η περιέργεια είχε ικανοποιηθεί. Αποχωρούμε από έναν τόπο, που ανέδιδε το πνεύμα της απογοήτευσης και του τρόμου.

Το Σκλαβοπάζαρο

Με τη νυχτερινή έξοδο, τη σφαγή στον κάμπο και τη μέχρι αυτοθυσίας αντίσταση μέσα στο Μεσολόγγι, τελείωσε η πρώτη φάση του ολέθρου και άρχισε η σκοτεινή τραγωδία των γυναικόπαιδων. Την άλλη κιόλας μέρα στήθηκε σκλαβοπάζαρο. Θα το επισκεφθεί ο γνωστός μας πλέον Ιταλός γιατρός Nuzzo Mauro. Η αγοραπωλησία γινόταν στο στρατόπεδο του Κιουταχή, σε απόσταση ενός μιλίου από τους καταυλισμούς των Αράβων. Είδε μια ατέλειωτη φάλαγγα από γυναίκες και παιδιά να οδηγούνται στη δουλαγορά και διηγείται:

Ήταν τόπος πόνου και απελπισίας. Εκεί εξεταζόταν το ανθρώπινο εμπόρευμα σε όλα τα σημεία του σώματος, ακόμα και στα απόκρυφα, πριν καθοριστεί η τιμή. Ο αγοραστής πασπάτευε το εμπόρευμα για να βεβαιωθεί για την ποιότητα της σάρκας. Αν του άρεσε το εμπόρευμα, πλήρωνε και το έπαιρνε. Έτσι η αδελφή χωριζόταν από τον αδερφό και το παιδί από τη μητέρα. Τα παιδιά αρπάζονταν δυνατά από τα φορέματά τους. Ο αγοραστής έπαιρνε βίαια τη μάνα και ένας άλλος το παιδί. Με τα μάτια στεγνά πια από τα δάκρυα η μητέρα, αγκομαχώντας από την εξάντληση, το φόβο και την κακομεταχείριση, έβλεπε με ένα πνιχτό λυγμό το παιδί της, που έκλαιγε απελπισμένα. Μια όμορφη

3

Μεσολογγίτισσα αγοράσθηκε ακριβά για να ξαναπουληθεί σε κάποιο μπέη. Δεν ήταν σπάνιο να πουληθεί μια αιχμάλωτη τέσσερις και πέντε φορές την ίδια μέρα σε τέσσερες ή πέντε αγοραστές, που αφού ικανοποιούσαν τις ιδιοτροπίες τους, την ξαναπουλούσαν με κέρδος.

Όσο για τις τιμές, μια γυναίκα αγοραζόταν όσο ένα άλογο, ένα όμορφο αγόρι σε διπλή ή τριπλή τιμή. Τις γριές και τις άσχημες, τις πουλούσαν σε ευτελείς τιμές. Και όταν οι βάρβαροι στρατιώτες δεν έβρισκαν αγοραστή, τις σκότωναν μερικές φορές, για διασκέδαση και για να δείξουν την δεξιοτεχνία τους στον αποκεφαλισμό με ένα μόνο χτύπημα του σπαθιού.

Επίλογος

Φεύγοντας ο νεαρός γιατρός από την κατεστραμμένη πόλη και κλείνοντας το οδοιπορικό του, θα αναφωνήσει συντετριμμένος: Addio, addio per sempre citta infelice, culla di Eroi, ma abisso d’ infortunio, e di desolazione. (Αντίο, αντίο για πάντα άτυχη πόλη, λίκνον ηρώων, αλλά άβυσσος δυστυχίας και ερήμωσης).

 

Παρασκευή 19 Μαρτίου 2021

Tο Βασιλάδι, η μάχη του Ντολμά και η τουρκική εισβολή στο Αιτωλικό

 

Οι θρυλικές μάχες στη λιμνοθάλασσα, η αυτοθυσία των αγωνιστών και η εισβολή των Τούρκων στο Αιτωλικό που αποτέλεσε μεγάλο πλήγμα για το πολιορκημένο Μεσολόγγι…

Όσο κράταγε η πολιορκία του Μεσολογγίου και του Αιτωλικού, οι αμυνόμενοι Έλληνες είχαν οχυρώσει όλα τα νησιά της λιμνοθάλασσας ώστε να εξασφαλίσουν με καλύτερο τρόπο την αντίσταση στις τούρκικες επιθέσεις.

Ωστόσο, την 1η Μαρτίου του 1826 οι ορδές των Τούρκων, αφού επικράτησαν τελικά στις μικρές ηρωικές νησίδες της λιμνοθάλασσας, εισέβαλαν στο Αιτωλικό το οποίο τους παραδόθηκε από τον Γαλάνη Μαγαπάνο και τον Τάτση Μαγγίνα. 

Ας δούμε όμως το χρονικό της εισβολής στο Αιτωλικό και τις θρυλικές μάχες που προηγήθηκαν στο Βασιλάδι και τον Ντολμά…

Η άλωση στο Βασιλάδι

Αρχικά, η κατεύθυνση των Τούρκων προς το Αιτωλικό άρχισε το πρωί της 25ης Φεβρουαρίου όταν σαράντα εχθρικά πλοιάρια, με 30 στρατιώτες το καθένα, ξεκίνησαν από τις Αλυκές, ταυτόχρονα με 20 λέμβους που είχαν κατεβάσει οι φρεγάτες του μουσουλμανικού στόλου.

Έτσι, όλα μαζί κινήθηκαν πρός το Βασιλάδι, σημαντικό προπύργιο για την άμυνα του Μεσολογγίου, όπου επιχείρησαν διαδοχικές επιθέσεις, αλλά αποκρούστηκαν από τα 14 κανόνια και τους 80 στρατιώτες του Σπύρου Πεταλούδη, υπευθύνου για την άμυνα της βραχονησίδας.

Δυστυχώς, κατά την αντίσταση στο Βασιλάδι, η απροσεξία του δεκάχρονου γιου του Παπαλουκά, που βρισκόταν στην πυριτιδαποθήκη του οχυρού και μοίραζε φυσέκια στους αγωνιστές, προκάλεσε μια έκρηξη, η οποία σκότωσε ακαριαία εννέα αμυνόμενους και κατέστρεψε όλα τα πυρομαχικά. Μετά από αυτό το γεγονός, η εξέλιξη της μάχης ήταν προδιαγεγραμμένη…

“Τότε, αφού κοντεύανε να σωθούν και τα φυσέκια που κάθε παλικάρι είχε απάνου του, άφησαν το νησάκι και περάσανε φανερά, ενώ τ’ αράπικα κανόνια και ντουφέκια δουλεύανε με λύσσα γύρω τους, και βγήκανε στό νησί τής Τουρλίδας, κι από κει περπατώντας μέσα στο νερό κι’ ακολουθώντας ένα μονοπάτι κρυφό, τα Κάκαρα, γλυτώσανε στο Μεσολόγγι, τριάντα όλοι τους. Μα το έρημο Βασιλάδι χάθηκε, κι’ αυτό ήταν χαμός όχι μικρός για τη Μεγάλη Φρουρά.” (Νικόλαος Δημητρίου Μακρή, Ιστορία του Μεσολογγίου).

Μεταξύ των νεκρών υπερασπιστών του Βασιλαδίου ήταν ο Σπύρος Πεταλούδης, ο Αναστάσης Παπαλουκάς, ο Σπύρος Ραζής, ο Ασημάκης Ζορμπάς και ο Ιταλός φιλέλληνας Γιακουμότσι.

Η Μάχη του Ντολμά

Ήταν 28 Φεβρουαρίου του 1826 όταν οι Τούρκοι μετά την άλωση του Βασιλαδίου περικυκλώνουν το μικρό νησάκι Ντολμάς της λιμνοθάλασσας, λίγο νοτιότερα από το Ανατολικό (Αιτωλικό).

Εκεί, ο Γρηγόριος Λιακατάς με 200 παλληκάρια από το Αιτωλικό και όλη την ευρύτερη περιοχή του Ασπροποτάμου είχε αναλάβει την υπεράσπιση του Ντολμά, όπου αποτελούσε το τελευταίο οχυρό του Αιτωλικού. Μάλιστα, πριν την σύγκρουση τους μάζεψε και τους είπε: “Εμείς οι λίγοι όπου βρεθήκαμε εδώ θα βαστάξουμε ετούτη την ντάπια και αν ο Θεός βοηθήσει και νικήσουμε το νάμι (τιμή) είναι δικό μας. Μιντάτι (βοήθεια), δεν καρτεράμε από πουθενά”.

Από το Μεσολόγγι βλέποντας τον Ντολμά να κινδυνεύει, έκαναν μια ακόμη παράτολμη έξοδο επιτιθέμενοι στο στρατόπεδο των Τούρκων, ελπίζοντας με αυτό τον αντιπερισπασμό να τους αναγκάσουν να φύγουν άπρακτοι από τον Ντολμά.

Παρόλο που ο αντιπερισπασμός των Ελλήνων στο Μεσολόγγι ήταν απόλυτα επιτυχής καθώς σκότωσαν πάνω από 500 εχθρούς και γύρισαν πίσω με πολλά λάφυρα, ο Ντολμάς δεν μπόρεσε να αντέξει. Ο αρχηγός του Στρατηγός Γρηγόρης Λιακατάς και πολλά από τα παλληκάρια του πέφτουν νεκροί.

Τρεις αγωνιστές παλεύοντας σαν λιοντάρια κατάφεραν να γλυτώσουν και, βαριά πληγωμένοι, να καταφύγουν στο Αιτωλικό και να ειδοποιήσουν τους κατοίκους να το εγκαταλείψουν αμέσως.

Έτσι, πολλοί Αιτωλικιώτες διασκορπίστηκαν στη γύρω περιοχή για να γλυτώσουν. Αρκετοί κατευθύνθηκαν προς τη τοποθεσία Ψηλή Παναγιά, εκεί όπου τα κλάματα των μικρών παιδιών, πρόδωσαν το κρησφύγετό τους και οι Τούρκοι τους σκότωσαν. Αυτός είναι και ο λόγος που γιορτάζουμε την Αγια Αγάθη και έχει καθιερωθεί το ομώνυμο πανηγύρι.

Η παράδοση του Αιτωλικού

Αφού έπεσαν το Βασιλάδι και ο Ντολμάς, οι μουσουλμάνοι επικέντρωσαν όλες τους τις προσπάθειες για την εισβολή στο Αιτωλικό. Έτσι, την 1η Μαρτίου του 1826 οι Αιτωλικιώτες έστειλαν αντιπροσωπεία με λευκή σημαία στον Ιμπραήμ που δέχθηκε την παράδοση της πόλης. Ο Κιουταχής επικύρωσε την παράδοση με έναν όρο: Να μεταφέρει ασφαλείς όλους τους Αιτωλικιώτες στην Άρτα και να τους σιτίσει για ένα μήνα.

Οι πρόκριτοι Τάτσης Μαγγίνας και Γαλάνης Μεγαπάνος κρατήθηκαν αιχμάλωτοι από τον Κιουταχή και σύμφωνα με τους ιστορικούς συνεργάστηκαν στην προσπάθεια να πείσουν τους ομογενείς τους να προσκυνήσουν τον σερασκέρη της Ρούμελης.

Τέλος, από τη μια η απώλεια του Αιτωλικού αποτέλεσα ένα βαρύ πλήγμα για το πολιορκημένο Μεσολόγγι, αλλά από την άλλη όταν οι Μεσολογγίτες έμαθαν ότι Τούρκοι ξεχώρισαν τα παιδιά και τις νεαρότερες γυναίκες για τα χαρέμια των πασάδων, αυτό δυνάμωσε τη θέληση τους για αντίσταση και προκειμένου να παραδοθούν οδηγήθηκαν στην ηρωική και τραγική έξοδο του Απρίλη του 1826.

Από το βιβλίο «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως» του Σπυρίδωνος Τρικούπη

Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2021

Η Γυναίκα της Ζάκυθος

 

Η Γυναίκα της Ζάκυνθος
Πεζό



Κεφάλαιο 1

Ο Ιερομόναχος πικραίνεται


1. Εγώ Διονύσιος Ιερομόναχος, εγκάτοικος στο ξωκλήσι του Αγίου Λύπιου, για να περιγράψω ό,τι στοχάζουμαι λέγω:

2. Ό,τι εγύριζα από το μοναστήρι του Άγιου Διονυσίου, οπού είχα πάει για να μιλήσω με έναν καλόγερο, για κάτι υπόθεσες ψυχικές.

3. Και ήτανε καλοκαίρι, και ήταν ή ώρα οπού θολώνουνε τα νερά, και είχα φθάσει στα Τρία Πηγάδια, και ήταν εκεί τριγύρου ή γη όλο νερά, γιατί πάνε οι γυναίκες και συχνοβγάνουνε.

4. Εσταμάτησα σε ένα από τα Τρία Πηγάδια, και απιθώνοντας τα χέρια μου στο φιλιατρό του πηγαδιού έσκυψα να ιδώ αν ήτουν πολύ νερό.

5. Και το είδα ως τη μέση γιομάτο και είπα: Δόξα σοι ο Θεός.

6. Γλυκιά η δροσιά που στέρνει για τα σπλάχνα του ανθρώπου το καλοκαίρι, μεγάλα τα έργα του και μεγάλη ή αφχαριστία του άνθρώπου.

7. Και οι δίκαιοι κατά τη θεία Γραφή πόσοι είναι; Και συλλογίζοντας αυτό επαίξανε τα μάτια μου στα χέρια μου οπού ήτανε απιθωμένα στο φιλιατρό.

8. Και θέλοντας να μετρήσω με τα δάχτυλα τους δίκαιους, ασήκωσα από το φιλιατρό το χέρι μου το ζερβί, και κοιτώντας τα δάχτυλα του δεξιού είπα: Τάχα να είναι πολλά;

9. Και αρχίνησα και εσύγκρενα τον αριθμό των δικαίων οπού εγνώριζα με αυτά τα πέντε δάχτυλα, και βρίσκοντας πως ετούτα επερισσεύανε ελιγόστεψα το δάχτυλο το λιανό, κρύβοντας το ανάμεσα στο φιλιατρό και στην απαλάμη μου.

10. Και έστεκα και εθεωρούσα τα τέσσερα δάχτυλα για πολληώρα, και αιστάνθηκα μεγάλη λαχτάρα, γιατί είδα πως ήμουνα στενεμένος να λιγοστέψω, και κοντά στο λιανό μου δάχτυλο, έβαλα το σιμοτινό του στην ίδια θέση.

11. Εμνέσκανε το λοιπόν από κάτου από τα μάτια μου τα τρία δάχτυλα μοναχά, και τα εχτυπούσα ανήσυχα απάνου στο φιλιατρό για να βοηθήσω, το νου μου να εύρει κάνε τρεις δίκαιους.

12. Αλλά επειδή αρχινήσανε τα σωθικά μου να τρέμουνε σαν τη θάλασσα που δεν ησυχάζει ποτέ,

13. ασήκωσα τα τρία μου έρμα δάχτυλα και έκαμα το σταυρό μου.

14. Έπειτα θέλοντας να αριθμήσω τους αδίκους, έχωσα το ένα χέρι μες στην τσέπη του ράσου μου και το άλλο ανάμεσα στο ζωνάρι μου, γιατί εκατάλαβα, αλίμονον! πως τα δάχτυλα δεν εχρειαζόντανε ολότελα.

15. Και ο νους μου εζαλίστηκε από το μεγάλον αριθμό· όμως με παρηγορούσε το να βλέπω πως καθένας κάτι καλό είχε απάνου του. Και άκουσα ένα. γέλιο φοβερό μες στο πηγάδι και είδα προβαλμένα δυο κέρατα.

16. Και μου ήρθε στο νου μου, περσότερο από όλους αυτούς, ή γυναίκα της Ζάκυνθος, ή οποία πολεμάει να βλάφτει τους άλλους με τη γλώσσα και με τα έργατα, και ήταν έχθρισσα θανάσιμη του έθνους.

17. Και γυρεύοντας να ιδώ εάν μέσα σε αυτήν την ψυχή, εις την οποίαν αναβράζει η κακία του Σατανά, αν έπεσε ποτέ η απεθυμιά του παραμικρού καλού,

18. έπειτα που εστάθηκα να συλλογιστώ καλά, ύψωσα το κεφάλι μου και τα χέρια μου στον ουρανό και εφώναξα: Θέ μου, καταλαβαίνω πως γυρεύω ένα κλωνί αλάτι μες στο θερμό.

19. Και είδα πως ελάμπανε από πάνου μου όλα τ' άστρα, και εξάνοιξα την Αλετροπόδα, όπου με ευφραίνει πολύ.

20. Και εβιάσθηκα να κινήσω για το ξωκλήσι του Αγίου Λύπιου, γιατί είδα πως εχασομέρησα, και ήθελα να φθάσω για να περιγράψω τη γυναίκα της Ζάκυνθος.

21. Και ιδού καμία δωδεκαριά ψωρόσκυλα που ηθέλανε να μου εμποδίσουν το δρόμο,

22. και μη θέλοντας εγώ να τα κλοτσοβολήσω για να μην εγγίξω την ψώρα και τα αίματα πούχανε, εστοχασθήκανε πως τα σκιάζουμαι,

23. και ήρθανε βαβίζοντας σιμότερά μου· όμως εγώ εκαμώθηκα πως σκύφτω να πάρω πέτρα,

24. και έφυγαν όλα και εξεθύμαιναν τα κακορίζικα ψωριασμένα τη λύσσα τους, το ένα δαγκώνοντας το άλλο.

25. Αλλά ένας όπου εδιαφέντευε κάποια από τα ψωρόσκυλα επήρε κι αυτός μιά πέτρα,

26. και βάνοντας ο άθεος για σημάδι το κεφάλι εμέ του Διονυσίου του Ιερομόναχου δεν το πίτυχε. Γιατί από τη βία τη μεγάλη, με την οποίαν ετίναξε την πέτρα, εστραβοπάτησε και έπεσε.

27. Έτσι εγώ έφτασα στο κελί του Αγίου Λύπιου παρηγορημένος από τές μυρωδίες του κάμπου, από τα γλυκότρεχα νερά και από τον αστρόβολον ούρανό, ο όποιος εφαινότουνα από πάνου από το κεφάλι μου μία Ανάσταση.

Κεφάλαιο 2

Ο Ιερομόναχος πολεμάει να παρηγορηθεί


1. Το λοιπόν το κορμί της γυναικός ήτανε μικρό και παρμένο,

2. και το στήθος σχεδόν πάντα σημαδεμένο από τές αβδέλλες που έβανε για να ρουφήξουν το τηχτικό, και από κάτου εκρεμόντανε δύο βυζιά ωσάν καπνοσακούλες.

3. Και αυτό το μικρό κορμί επερπατούσε γοργότατα, και οι αρμοί της εφαινόντανε ξεκλείδωτοι.

4. Είχε το μούτρο της τη μορφή του καλαποδιού, και έβλεπες ένα μεγάλο μάκρο αν εκύτταζες από την άκρη του πηγουνιού ως την άκρη του κεφαλιού,

5. εις την οποία ήτανε μιά πλεξίδα στρογγυλοδεμένη και από πάνου ένα χτένι θεόρατο.

6. Και όποιος ήθελε σιμώσει την πιθαμή για να μετρήσει τη γυναίκα, ήθελ' εύρει το τέταρτο του κορμιού στο κεφάλι.

7. Και το μάγουλό της εξερνούσε σάγριο, το όποιο ήταν πότε ζωντανό και πότε πονιδιασμένο και μαραμένο.

8. Και άνοιγε κάθε λίγο ένα μεγάλο στόμα για ν' αναγελάσει τους άλλους, και έδειχνε τα κάτου δόντια τα μπροστινά μικρά και σάπια, που εσμίγανε με τα απάνου πούτανε λευκότατα και μακρία.

9. Και μόλον πόυτανε νιά, οι μηλίγγοι και το μέτωπο και τα φρύδια και η κατεβασιά της μύτης γεροντίστικα.

10. Πάντα γεροντίστικα, όμως ξεχωριστά όταν ακουμπούσε το κεφάλι της εις το γρόθο το δεξή μελετώντας την πονηριά.

11. Και αυτή η θωριά η γεροντίστικη Εισάγετε εδώ το μη μορφοποιημένο κείμενο.ήτανε ζωντανεμένη από δύο μάτια λαμπρά και ολόμαυρα, και το ένα ήτανε ολίγο αλληθώρικο,

12. και εστριφογυρίζανε εδώ και εκεί γυρεύοντας το κακό, και το βρίσκανε και όπου δεν ήτουν.

13. Και μες στα μάτια της άστραφτε ένα κάποιον τι που σ' έκανε να στοχασθείς ότι, η τρελάδα ή είναι λίγο που την άφησε ή κοντεύει να την κυτριμίσει.

14. Και τούτη ήταν η κατοικία της ψυχής της της πονηρής και της αμαρτωλής.

15. Και εφανέρωνε την πονηρία και μιλώντας και σιωπώντας.

16. Και όταν εμιλούσε κρυφά για να βλάψει τη φήμη του ανθρώπου, έμοιαζε η φωνή της με το ψιθύρισμα του ψαθιού πατημένου από το πόδι του κλέφτη.

18. Και όταν εμίλειε δυνατά, εφαινότουνα η φωνή της εκείνη όπου κάνουν οι άνθρωποι για να αναγελάσουν τους άλλους.

19. Και μολοντούτο, όταν ήτουν μοναχή, επήγαινε στον καθρέφτη, και κοιτώντας εγέλουνε κ' έκλαιε,

20. και εθάρρειε πως είναι η ωραιότερη απ' όσες είναι στα Εφτάνησα.

21. Και ήταν για να χωρίζει ανδρόγυνα και αδέλφια επιδέξια σαν το Χάρο.

22. Και όταν έβλεπε στον ύπνο της το ωραίο κορμί της αδελφής της εξύπναε τρομασμένη.

23. Ο φθόνος, το μίσος, η υποψία, η ψευτιά τής ετραβούσανε πάντα τα σωθικά,

24. Σαν τα βρωμόπαιδα της γειτονιάς τα βλέπεις ξετερολοϊσμένα και λερωμένα να σημαίνουν τα σήμαντρα του πανηγυριού και βουρλίζουν τον κόσμο.

25. Αλλά μιλώντας πάντα για τα κακά των άλλων γυναικών έσωσε ο νους της και επυρώθηκε,

26. και αισθανότουνα μία κάποια γλυκάδα εις το να τα ξαναμελετάει μονάχη της.

27. Μολοντούτο εβαστιότουνα από τα κακά έργατα.

28. Αλλά επειδή αγρίκουνε που τήν έλεγαν άσχημη, εβλάφθηκε η φιλαυτία της και εκριμάτισε και στο τέλος δεν είχε κράτο κτλ.

Κεφάλαιο 3

Οι Μισολογγίτισσες


1. Και εσυνέβηκε αυτές τες ημέρες οπού οι Τούρκοι επολιορκούσαν το Μισολόγγι και συχνά ολημερνίς και καπότε οληνυχτίς έτρεμε η Ζάκυνθο από το κανόνισμα το πολύ.

2. Και κάποιες γυναίκες Μισολογγίτισσες επερπατούσαν τριγύρω γυρεύοντας για τους άνδρες τους, για τα παιδιά τους, για τ' αδέλφια τους που επολεμούσανε.

3. Στην αρχή εντρεπόντανε νάβγουνε και επροσμένανε το σκοτάδι για ν' απλώσουν το χέρι, επειδή δεν ήτανε μαθημένες.

4. Και είχανε δούλους και είχανε σε πολλές πεδιάδες και γίδια και πρόβατα και βόϊδα πολλά.

5. Και ακολούθως εβιαζόντανε και εσυχνοτηράζανε από το παρεθύρι τον ήλιο πότε να βασιλέψη για νάβγουνε.

6. Αλλά όταν επερισσέψανε οι χρείες εχάσανε την ντροπή, ετρέχανε ολημερνίς.

7. Και όταν εκουραζόντανε εκαθόντανε στ' ακρογιάλι κι ακούανε, γιατί εφοβόντανε μην πέσει το Μισολόγγι.

8. Και τες έβλεπε ο κόσμος να τρέχουνε τα τρίστρατα, τα σταυροδρόμια, τα σπίτια, τα ανώγια και τα χαμώγια, τες εκκλησίες, τα ξωκλήσια γυρεύοντας.

9. Και ελαβαίνανε χρήματα, πανιά για τους λαβωμένους.

10. Και δεν τους έλεγε κανένας το όχι, γιατί οι ρώτησες των γυναικών ήτανε τες περσότερες φορές συντροφευμένες από τες κανονιές του Μισολογγιού και η γή έτρεμε από κάτου από τα πόδια μας.

11. Και οι πλέον πάμπτωχοι εβγάνανε το οβολάκι τους και το δίνανε και εκάνανε το σταυρό τους κοιτάζοντας κατά το Μισολόγγι και κλαίοντας.


Κεφάλαιο 4

Οι Γυναίκες του Μισολογγίου διακονεύουνε και η γυναίκα της Ζάκυνθος έχει δουλειά


1. Ωστόσο η γυναίκα της Ζάκυνθος είχε στα γόνατα τη θυγατέρα της και επολέμαε να την καλοπιάσει.

2. Έβαλε λοιπόν το ζουρλάδι τα μαλλιά της από πίσω από τ' αυτιά, γιατί η ανησυχία τής τάχε πετάξει, και έλεγε φιλώντας τα μάτια της θυγατρός της:

3. “Μάτια μου, ψυχή μου, να γένεις καλή, να πανδρευθείς, και να βγαίνουμε και να μπαίνουμε, και να βλέπουμε τον κόσμο, και να καθόμαστε μαζί στο παρεθύρι να διαβάζουμε τη θεία Γραφή και τη Χαλιμά”.

4. Και αφού την εχάϊδεψε και της φίλησε τα μάτια και τα χείλια, την άφησε απάνου στην καθίκλα λέοντας της: Να και ένα καθρεφτάκι και κοιτάξου που είσ' όμορφη και μου μοιάζεις.

5. Και η κόρη που δεν ήτανε μαθημένη με τα καλά ησύχασε, και από τη χαρά της εδάκρυσε.

6. Και ιδού μεγάλη ταραχή ποδιών, οπού πάντοτες αύξαινε.

7. Και εσταμάτησε κοιτάζοντας κατά τη θύρα και φουσκώνοντας τα ρουθούνια της.

8. Και ιδού παρεσιάζουνται ομπρός της οι γυναίκες του Μισολογγιού. Εβάλανε το δεξί τους στα στήθια και επροσκυνήσανε· και εμείνανε σιωπηλές και ακίνητες.

9. “Και έτσι δα, πώς; Τι κάνουμε; θα παίξουμε; Τι ορίζετε, κυράδες; Εκάμετε αναβαίνοντας τόση ταραχή με τα συρτοπάπουτσα, που λογιάζω πως ήρθετε να μου δώσετε προσταγές”.

10. Και όλες εμείνανε σιωπηλές και ακίνητες· αλλά μία είπε: “Άμ' έχεις δίκαιο. Είσαι στην πατρίδα σου και στο σπίτι σου, και μείς είμαστε ξένες και όλο σπρώξιμο θέλουμε”.

11. Και ετότες η γυναίκα της Ζάκυνθος την αντίσκοψε και αποκρίθηκε: “Κυρά δασκάλα, όλα τα χάσετε, αλλά από εκείνο που ακούω η γλώσσα σας έμεινε.

12. ”Είμαι στην πατρίδα μου και στο σπίτι μου; Και η αφεντιά σου δεν ήσουνα στην πατρίδα σου και στο σπίτι σου;

13. ”Και τί σας έλειπε, και τίι κακό είδετε από τον Τούρκο; Δε σας άφηνε φαητά, δούλους, περιβόλια, πλούτια; Και δόξα σοι ο θεός είχετε περσότερα από εκείνα που έχω εγώ.

14. ”Σας είπα εγώ ίσως να χτυπήσετε τον Τούρκο, που ερχόστενε τώρα σε με να μου γυρέψετε και να με βρίσετε;

15. ”Ναίσκε! Εβγήκετε όξω να κάμετε παλληκαριές. Οι γυναίκες επολεμούσετε (όμορφο πράμα που ήθελ' ήσθενε με τουφέκι και με βελέσι· ή εβάνετε και βρακί;). Και κάτι εκάμετε στην αρχή, γιατί επήρετε τα άτυχα παλληκάρια της Τουρκιάς ξάφνου.

16. ”Και πώς εμπόρειε ποτέ του να υποφτευθεί τέτοια προδοσία; Τόθελε ο Θεός; Δεν ανακατωνόστενε με δαύτον μέρα και νύχτα;

17. ”Τόσο κάνει και εγώ να μπήξω το μαχαίρι μες στο ξημέρωμα στο λαιμό του ανδρός μου (που να τόνε πάρει ο διάολος).

18. ”Και τώρα που βλέπετε πως πάνε τα πράματα σας κακά, θέλτε να πέσει το βάρος απάνου μου.

19. ”Καλή, μα την αλήθεια. Αύριο πέφτει το Μισολόγγι, βάνουνε σε τάξη την Ελλάδα τη ζουρλή οι βασιλιάδες, εις τους οποίους έχω όλες μου τες ελπίδες,

20. ”και όσοι μείνουνε από τον ξολοθρεμό έρχονται στη Ζάκυνθο να τους θρέψουμε, και με την κοιλιά γιομάτη μας βρίζουνε”.

21. Λέοντας εσιώπησε ολίγο κοιτάζοντας μες στα μάτια τες γυναίκες του Μισολογγιού.

22. “Και έτσι ξέρω και μιλώ και εγώ, ναί ή όχι; Και τώρα δα τί ακαρτερείτε; Ευρήκετε ίσως ευχαρίστηση να με ακούτε να μιλώ;

23. ”Εσείς δεν έχετε άλλη δουλειά παρά να ψωμοζητάτε. Και, να πούμε την αλήθεια, στοχάζουμαι πως θε νάναι μια θαράπαψη για όποιον δεν ντρέπεται.

24. ”Αλλά εγώ έχω δουλειά. Ακούστε; έχω δουλειά”. Και φωνάζοντας τέτοια δεν ήτανε πλέον το τριπίθαμο μπουρίκι, αλλά εφάνηκε σωστή.

25. Γιατί ασηκώθηκε με μεγάλο θυμό στην άκρη των ποδιών, και μόλις άγγισε το πάτωμα και εγκρίλωσε τα μάτια, και το άβλαφτο μάτι εφάνηκε αλληγορικό και το αλληθώρικο έσιαξε. Και εγίνηκε σαν την προσωπίδα την ύψινη οπού χύνουνε οι ζωγράφοι εις τα πρόσωπα των νεκρών για να...

26. Και όποιος την έβλεπε να ξανάρθει στην πρώτη της μορφή έλεγε: Ο διάβολος ίσως την είχε αδράξει, αλλά εμετάνιωσε και την άφησε, για το μίσος που έχει του κόσμου.

27. Και η θυγατέρα της κοιτάζοντας την εφώναξε· και οι δούλοι εξαστόχησαν την πείνα τους, και οι γυναίκες του Μισολογγιού εκατέβηκαν χωρίς να κάμουνε ταραχή.

28. Ετότες η γυναίκα της Ζάκυνθος βάνοντας την απαλάμη απάνου στην καρδιά της και αναστενάζοντας δυνατά, είπε:

29. “Πως μου χτυπάει, Θέ μου, η καρδιά, που μου έπλασες τόσο καλή!

30. ”Με συγχύσανε αυτές οι πόρνες! Όλες οι γυναίκες του κόσμου είναι πόρνες.

31. ”Αλλά εσύ, κόρη μου, δε θε νάσαι πόρνη σαν την αδελφή μου και σαν τις άλλες γυναίκες του τόπου μου!

32. ”Κάλλιο θάνατος. Και εσύ, μάτια μου, εσκιάχθηκες. Έλα, στάσου ήσυχη, γιατί αν αναδευτείς από αυτήν την καθίκλα, κράζω ευθύς οπίσω εκείνες τές στρίγλες και σε τρώνε”.

33. Και οι δούλοι είχαν πάγει στο μαγερειό χωρίς να καρτερέσουν την προσταγή της γυναικός, και εκεί άρχισαν να μιλούν για την πείνα τους.

34. Και η γυναίκα ετότες εμπήκε στο δώμα της.

35. Και σε λίγο έγινε μεγάλη σιωπή και άκουσα το κρεβάτι να τρίξει πρώτα λίγο και κατόπι πολύ. Και ανάμεσα στο τρίξιμο εβγαίνανε λαχανιάσματα και γογγυσμοί.

36. καθώς κάνουν οι βαστάζοι όταν οι κακότυχοι έχουν βάρος εις την πλάτη τους ανυπόφορτο.

37. Και έφυγα από την πέτρα του σκανδάλου εγώ Διονύσιος Ιερομόναχος. Και ό,τι έβγαινα από τη θύρα του σπιτιού απάντηξα τον άνδρα της γυναικός οπού ανέβαινε.

Κεφάλαιο 5

Προφητεία απάνου στο πέσιμο του Μισολογγίου


1. Και ακολούθησα τές γυναίκες του Μισολογγιού, οι όποιες εστρωθήκανε στ' ακρογιάλι, και εγώ ήμουνα από πίσω από μιά φράχτη και εκοίταζα.

2. Και κάθε μία έβαλε το χέρι και έβγαλε ό,τι κι αν εμάζωξε, και εκάμανε ένα σωρό.

3. Και μια απ' αυτές απλώνοντας το χέρι και ψηλαφίζοντας το γιαλό: Αδερφάδες, εφώναξε,

4. ακούτε, αν έκαμε ποτέ τέτοιο σεισμό σαν και τώρα, το Μισολόγγι ίσως νικάει, ίσως πέφτει.

5. Και εκίνησα για να φύγω και είδα από πίσω από την εκκλησία (ιδές πως τη λένε) μια γριούλα, οπού είχε στήσει ανάμεσα στα χόρτα μικρά κεράκια και έκαιε λιβάνι· και τα κεράκια στην πρασινάδα ελάμπανε και το λιβάνι ανέβαινε.

6. Και ασήκωνε τα ξερόχερα παίρνοντας από το λιβάνι και κλαίοντας, και αναδεύοντας το ξεδοντιασμένο στόμα επαρακάλειε.

7. Κ' εγώ άκουγα μέσα μου μεγάλη ταραχή και με συνεπήρε το πνεύμα στο Μισολόγγι. Και δεν έβλεπα μήτε το κάστρο, μήτε το στρατόπεδο, μήτε τη λίμνη, μήτε τη θάλασσα, μήτε τη γη που επάτουνα, μήτε τον ουρανό· πολιορκούμενους και πολιορκισμένους και όλα τα έργα τους και όλα τα πάντα τα εκατασκέπαζε μαυρίλα και πίσσα.

8. Και ύψωσα τα μάτια και τα χέρια κατά τον ουρανό για να κάμω δέηση με όλη τη θερμότητα της ψυχής, και είδα φωτισμένη από μιαν ακατάπαυστη σπιθοβολή μια γυναίκα με μια λύρα στο χέρι που εσταμάτησε ανάερα μες στην καπνούρα.

9. Και μόλις έλαβα καιρό να θαμάξω για το φόρεμα της που ήτανε μαύρο σαν του λαγού το αίμα, για τα μάτια της, κτλ., εσταμάτησε η γυναίκα μες στήν καπνούρα και εκοίταε τη μάχη, και η μύρια σπίθα οπού πετιέται ψηλά εγγίζει το φόρεμα της και σβένεται.

10. Άπλωσε τα δάχτυλα στη λύρα και την άκουσα να ψάλει τα ακόλουθα:

Το χάραμα επήρα
Του ήλιου το δρόμο
Κρεμώντας τη λύρα
Τη δίκαιη στον ωμό.
Κι απ' όπου χαράζει
Κι' ως όπου βυθά κτλ.

11. Και ό,τι είχε αποτελειωμένα τα λόγια της η Θεά, οι δικοί μας εκάνανε φοβερές φωνές για τη νίκη που εκάμανε. Και οι δικοί μας και όλα μού έγιναν άφαντα, και τα σωθικά μου πάλι φοβερά εταραχθήκανε και μου φάνηκε πως εκουφάθηκα και εστραβώθηκα.

12. Και σε λίγο είδα ομπρός μου τη γριούλα οπού έλεγε: Δόξα σοι ο Θεός, Ιερομόναχε, έλεα πως κάτι σούρθε. Σ' έκραξα, σ' εκούνησα, και δεν άκουγες τίποτες, και τα μάτια σου εσταμάτιζαν στον αέρα, ενώ τώρα στα στερνά η γης εσκιρτούσε σαν το χόχλο στο νερό που αναβράζει. Τώρα ό,τι έπαψε που ετελειώσανε τα κεράκια και το λιβάνι. Λες οι δικοί μας να εκερδέσανε;

13. Και εκίνησα με το Χάρο μες στην καρδιά μου να φύγω. Και η γριούλα έπειτα που φίλησε το χέρι κάνοντας μια μετάνοια είπε: Και τι παγωμένο πούναι το χέρι σου.


Κεφάλαιο 6

Το μέλλοντα γενάμενο παρόν. Η κακία είναι το τέλος


1. Και εκοίταξα τριγύρου και δεν έβλεπα τίποτες και είπα:

2. Ο Κύριος δε θέλει να ιδώ άλλο. Και γυρίζοντας το πρόσωπο οπού ήταν οι πλάτες μου εκίνησα για να πάω στον Άι-Λύπιο.

3. Αλλά άκουσα να τρέμει η γης από κάτου από τα πόδια μου, και πλήθος αστραπές εγιόμοζαν τον αέρα πάντα αυξαίνοντας τη γοργότητα και τη λάμψη. Και εσκιάχθηκα, γιατί η ώρα ήτανε κοντά στ' άγρια μεσανύχτια.

4. Τόσο, που έσπρωξα ομπρός τα χέρια μου, καθώς κάνει ο ανθρωπος οπού δεν έχει το φως του.

5. Και ευρέθηκα οπίσω από έναν καθρέφτη, ανάμεσα σ' αυτόνε και στον τοίχο. Και ο καθρέφτης είχε τον ψήλο του δώματος.

6. Και μιά φωνή δυνατή και ογλήγορη μου εβάρεσε την ακουή λέγοντας:

7. Ώ Διονύσιε Ιερομόναχε, το μέλλοντα θε να γίνει τώρα για σε παρόν. Ακαρτέρει και βλέπεις εκδίκησην Θεού.

8. Και μιά άλλη φωνή μου είπε τα ίδια λόγια τραυλίζοντας.

9. Και αυτή η δεύτερη φωνή ήτανε ενού γέρου που απέθανε και είχα γνωρίσει. Και εθαύμαξα γιατί ήταν η πρώτη φορά που άκουσα την ψυχή του ανθρώπου να τραυλίζει. Και άκουσα ένα τρίτο μουρμουρητό που εφαινότουνα μία φυσηματιά μες στον καλαμιώνα, όμως δεν άκουσα λόγια.

10 Και εκοίταξα ανάερα για να ξανοίξω πούθεν εβγαίνανε αυτές οι φωνές, και δεν είδα παρά τους δύο χοντρούς και μακρίους πέρονους που εβγαίνανε από τον τοίχο, στους οποίους ακουμπούσε ο καθρέφτης δεμένος από τη μέση.

11. Και αναστενάζοντας βαθιά, καθώς κάνει ο ανθρωπος οπού βρίσκεται γερασμένος, αγρίκησα μυρωδία από λείψανο.

12. Και εβγήκα από κεί και εκοίταξα τριγύρω και είδα.

13. Είδα αντίκρυ από τον καθρέφτη στην άκρη της κάμερας ένα κρεβάτι, και κοντά στο κρεβάτι ένα φως. Και εφαινότουνα πως δεν ήτουνα μες στο κρεβάτι τίποτες, και απάνου ήτανε πολλή μύγα κουλουμωτή.

14. Και απάνου στο προσκέφαλο είδα σα μιά κεφαλή ακίνητη και και λιανή σαν εκείνες που κάνουνε στα χέρια και στα στήθια οι πελαγίσιοι με το βελόνι.

15. Και είπα μέσα μου: Ο Κύριος μου έστειλε ετούτη τη θέα για σύμβολο σκοτεινό της θέλησής του.

16 Για τούτο εγώ, παρακαλώντας θερμά τον Κύριον να καταδεχτεί να με βοηθήσει για να καταλάβω αυτό το σύμβολο, εσίμωσα το κρεβάτι.

17. Και κάτι αναδεύτηκε μες στα σεντόνια τα λερωμένα και ξεντερολοϊσμένα και αιματωμένα.

18. Και κοιτάζοντας καλύτερα στην εικόνα του προσκέφαλου εταραχθήκανε τα σωθικά μου, γιατί από ένα κίνημα που έκαμε με το στόμα εγνώρισα τη γυναίκα της Ζάκυνθος που εκοιμότουνα σκεπασμένη από το σεντόνι ως το λαιμό, όλη φθαρμένη από το τηχτικό.


Κεφάλαιο 7

Δε σου δίνω μήτε ένα ψίχαλο


1. Αλλά εκαλοκοίταξα εκείνον τον ύπνο και εκατάλαβα που ήθελε βαστάξει λίγο, για να δώσει τόπο του αλλουνού πούναι χωρίς ονείρατα.

2. Και επειδή εκεί μέσα δεν ήτανε ούτε φίλος ούτε δικός, ούτε γιατρός ούτε πνεματικός, εγώ Διονύσιος Ιερομόναχος έσκυψα και με τα καλά της έλεγα να ξαγορευθεί.

3. Και αυτή εμισάνοιξε το στόμα της και έδειξε τα δόντια της ακλουθώντας να κοιμάται.

4. Και ιδού η πρώτη φωνή η αγνώριστη που μούπε στο δεξί αυτί: Η δύστυχη θρέφει πάντα στο νου της φούρκες, φυλακές και Τούρκους που νικάνε και Γραικούς που σφάζονται.

5. Τούτη τη στιγμή βλέπει στον ύπνο της το πράγμα που πάντοτες απεθύμουνε, ήγουν την αδελφή της που διακονεύει, και για τούτο την είδες τώρα που εχαμογέλασε.

6. Και η δεύτερη φωνή που εγνώριζα εξανάειπε τα ίδια λόγια τραυλίζοντας και κάνοντας ένα σωρό όρκους καθώς από ζώντας εσυνηθούσε:

7. Αλήθεια, μα-μα-μαα-μά την Παναγιά, άκουσ' εδώ, αααλήθεια, μμμά τον Άι-Νικόλα άκουσ' εδώ, αλλλήθεια, άκουσ' εδώ, μα τον Άι-Σπυ-σπυρί-δωνα αλήθεια, μα τ' αγναχραρα-χραχρα-γράχναντα μυστήρια του Θεού. Και ιδού πάλι το μουρμουρητό που εφαινότουνα η φυσηματιά μες στον καλαμιώνα.”

8. Ξάφνου η γυναίκα έβγαλε το χέρι από το σεντόνι και εχτύπησε, και οι μύγες ασηκωθήκανε.

9. Και ανάμεσα στη βουή οπού εκάνανε άκουσα τη φωνή της γυναικός οπού εφώναξε: Όξω, πόρνη, από δώ. Δε σου δίνω μήτε ένα ψίχαλο.

10. Και ετίναξε το χέρι όξω από το κρεβάτι σα για να διώξει μακριά την αδελφή της που της φαινότουνα πως ήλθε να διακονέψει.

11. Και εξεσκεπάσθηκε σχεδόν όλη από το λερωμένο σεντόνι και εφάνηκε ένα ψοφογάτσουλο οπού ξετρουπώνει από την κροπιά ένας ανεμοστρούφουλας.

12. Αλλά εχτύπησε το χέρι της σε μια κάσα πεθαμένου, που ευρέθηκε εκεί ξάφνου, και εκόπηκε το όνειρο της αμαρτωλής.

13. Και άνοιξε τα μάτια της, και βλέποντας την κάσα ανατρίχιασε, γιατί εσκιάχθηκε μη τη βάλανε εκεί στοχάζοντάς τηνε πεθαμένη.

14. Και ετοιμαζότουνα να φωνάξει δυνατά για να δείξει πως δεν απέθανε, αλλά ιδού προβαίνει από την κάσα μια κεφαλή γυναικεία φθαρμένη και αυτή από το τηχτικό, που αγκαλά και πλέον ηλικιωμένη πολύ της έμοιαζε.

15. Πηδάει στη ζερβιά του κρεβατιού, αλλά εχτύπησε τη μούρη της σε μιάν άλλη κάσα, και όξω από αυτή ένα κεφάλι γέρου, και ήτανε ο γέρος που εγνώριζα.

16. Και το πρόσωπο του γέρου ήτανε σαν τον τζίτζικα, και της παιδούλας σαν την έκλειψη του φεγγαριού, και της γραίας σαν τ' άγρια μεσάνυχτα.

17. Και έτσι εγνώρισα ότι έμελλε της γυναικός βρεθεί πριν ξεψυχήσει ανάμεσα στον πατέρα της και στη μάνα της και στη θυγατέρα της.

18. Και έφριξα και έστριψα στην αντίκρυ μερία το πρόσωπο μου, και εξανάσανε το μάτι μου στον καθρέφτη, ο οποίος δεν έδειχνε παρά τη γυναίκα μοναχή και εμέ και το φως.

19. Γιατί τα σώματα των άλλων τριών ησυχάσανε στο μνήμα τους, από τα οποία θα πεταχθούν όταν βαρέσει η Σάλπιγγα,

20. μαζί μ' εμέ, το Διονύσιο τον Ιερομόναχο, μαζί με τη γυναίκα της Ζάκυνθος, μαζί με όλα τα τέκνα του Αδάμ στη μεγάλη κοιλάδα του Ιωσαφάθ.

21. Και άρχισα να συλλογισθώ απάνου στη δικαιοσύνη του Θεού, που θε νάναι αυτή την ημέρα φανούσιμη, και το μάτι (προσηλωμένο στον καθρέφτη) εμποδίσθηκε από το λογισμό.

22. Αλλά ακολούθως ο λογισμός εμποδίστηκε από το μάτι,

23. επειδή στριφογυρίζοντας εγώ έπειτα τα μάτια εδώ και εκεί, καθώς κάνει ο άνθρωπος που συλλογίζεται πράμα δύσκολο που πολεμάει να καταλάβει,

24. είδα από την κλειδωνότρουπα που κάτι εμπόδιζε το φως και εβάστουνε πολληώρα και έπειτα εξαναφαινότουνα.

25. Και ακουότουνα ακολούθως ένα μουρμουρητό στην άλλη κάμερα, και δεν εκαταλάβαινα τίποτες, και εξανακοίταξα στο μέρος της οπτασίας.

26. Και ήτανε μεγάλη σιωπή και δεν άκουες να βουίξει μήτε μια μύγα από τόσο πλήθος, γιατί ήτανε όλες μαζωμένες εις τον καθρέφτη,

27. Ο οποίος εις πολλά μέρη επαράσταινε το χρώμα του πέπλου, που το βάνουνε όταν λείπει για πάντα κανένας από τη φαμιλιά.


Κεφάλαιο 8

Το ζωνάρι


1. Αλλά η μάνα της χωρίς να κοιτάξει κατά τη θύρα, χωρίς να κοιτάξει τη θυγατέρα της, χωρίς να κοιτάξει κανέναν, αρχίνησε:

2. Ετούτη τη στιγμή το μάτι και το αυτί του παιδιού σου σε παραμονεύει την κλειδωνότρουπα, και σε απομακραίνει, γιατί σκιάζεται το κακό σου. Και έτσι έκαμες και εσύ μ' εμέ.

3. Για τούτο σόδωσα την κατάρα μου γονατισμένη και ξέπλεκη εις την πίκρα της ψυχής μου, όταν ασήμαιναν όλες οι εκκλησίες την ημέρα του Πάσχα.

4. Στην ξανάδωσα μίαν ώρα πριν ξεψυχήσω, και τώρα στην ξαναδίνω κακό και ανάποδο θηλυκό.

5. Και η τρίδιπλη κατάρα θέλει είναι αληθινή και ενεργητική στο κορμί σου και στην ψυχή σου, καθώς είναι αληθινά και ενεργητικά στον φαινόμενο και στον αόρατο κόσμο τα τρία προσώπατα της Αγίας Τριάδας.

6. Έτσι λέοντας έβγαλε ένα ζωνάρι που ήτανε του ανδρός της, το χουχούλισε τρείς φορές και το πέταξε μες στα μούτρα της.

7. Και ο γέρος ετραύλισε ετούτα τα ύστερα λόγια, και η παιδούλα αναδεύτηκε στο κόκκινο προσκέφαλο σαν το μισοσκοτωμένο πουλί.


Κεφάλαιο ύστερον (9)

Η γυναίκα της Ζάκυνθος λαβαίνει τη στερνή της Θαράπαψη


1. Και εχαθήκανε με τες κάσες, και η γυναίκα μοναχά ετότες άκουσε δύναμη να μπορέσει να πεταχτεί.

2. Και εχύθηκε πηδώντας ψηλά σαν τ' άστρο του καλοκαιριού που στον αέρα χύνεται δέκα οργιές άστρο.

3. Και εχτύπησε στον καθρέφτη και οι μύγες εφύγανε και εβουίζανε στο πρόσωπό της κουλουμωτές.

4. Και αυτή, λογιάζοντας πως ήταν οι γονέοι της έτρεχε εδώ και εκεί,

5. ανοιγοκλειώντας τη φούχτα κάτι νάβρει για διαφέντεψη, και ηύρηκε το ζωνάρι, και με κείνο άρχισε να χτυπάει.

6. Και όσο εχτυπούσε, τόσο οι μύγες εβουίζανε, και τόσο αυτή εκατατρόμαζε, όσο που τέλος πάντων έχασε το νου της ολότελα.

7. Γιατί τρέχοντας με το πουκάμισο, που η φιλαργυρία τόχε κάμει κοντό, έτρεξε το μάτι της στον καθρέφτη,

8. και εσταμάτηξε και δεν εγνώρισε τον εαυτό της, και άπλωσε το δάχτυλο και αναγέλασε:

9. “Ώ κορμί, ώ κορμί! Τί πουκάμισο! Έ, καταλαβαίνω εγώ. Κάν ποιος πονηρός μπορεί να μου κρύψει την πονηριά του; Εκείνο το πουκάμισο με κάνει να καταλάβω πως καμώνεται τρέλα για νάν έτοιμος να κριματίσει.

10. ”Αλλά ποιός νάναι; Μα την αλήθεια που της μοιάζει ολίγο. Άα! είσ' εσύ μπομπόκορμο, βρωμοπόρνη, μυγόχεσμα του σπιταλιού, τσίπλα της γουρούνας, σκατή, γαϊδούρα, κροπολόγα.

11. ”Νά, τέλος πάντων, ό,τι σου προφήτεψα, και οι φίλοι σου οι αγαπημένοι. Δέ σόμεινε μήτε δισκάρι να διακονεύεις με δαύτο.

12. ”Είσαι στα χέρια μου. Τί θέλεις; Να σου κάμω ψυχικό; Τώρα στο κάνω. Να ιδώ ά σου μείνει φωνή να πεις πως είμαι μουρλή”.

13. Έτσι λέοντας έκαμε ένα γύρο και εβάλθηκε με μεγάλη λύσσα να χορεύει, και το πουκάμισο το κοντό ευρισκότουνα στο πρόσωπο της. Και τα μαλλιά, μαύρα και λιγδωμένα, έλεγες πως είναι φιδόπουλα οπού γένονται ανάμεσα τους κομμάτια απάνου στον κορνιαχτό.

14. Και στη ζέστα του χορού έκανε με το ζωνάρι μία θηλιά, και ο χορός εβάσταξε όσο να κάμει τη θηλιά.

15. Και είπε: “Ακλούθα με από πίσω από τον καθρέφτη, να σου κάμω το ψυχικό, να ιδώ ά σου μείνει φωνή να πεις πως είμαι ζουρλή.

16. “Γιατί έρχεται κάπου κάπου ο γάιδαρος ο γιατρός, οπού θα σ' έχει και εκείνος, και του σκαρφίστηκε πως είμαι άρρωστη”.

17. Και επήγε οπίσω από τον καθρέφτη, και την άκουα να κάνει μεγάλη ταραχή.

18. Και έσκασε ένα γέλιο μεγάλο που αντιβούισε η κάμερα φωνάζοντας. Νά, μάτια μου, το ψυχικό.

19. Ετότες έπεσα με τα γόνατα χάμου να κάμω δέηση για να την κάμει ο Κύριος να μην είναι έξω φρενών, για το λίγο ακόμη πόχει να ζήσει, και να της πάψει η κακία.

20. Και τελειωμένη η δέηση εκοίταξα χάμου οπίσω από τον καθρέφτη στοχάζοντάς τηνε λιγωμένη, και δεν ήτον εκεί.

21. Και αισθάνθηκα το αίμα μου να τραβηχτεί από τα μαγουλά μου.

22. Και έπεσε το κεφάλι απάνου στα στήθια μου, και είπα μέσα μου:

23. Ο θεός ξέρει που έφυγε η δύστυχη, ενώ επαρακάλεα για αυτήν με τη θέρμη της ψυχής μου.

24. Και επέρασα πέρα με το κεφάλι σκυφτό και στοχασμένο να πάω να την εύρω.

25. Και άκουσα στο μέτωπο κάποιον τί κ' έπεσα ξαφνισμένος τ' ανάσκελα.

26. Κι εσηκώθηκα και επήα οπίσω από τον καθρέφτη και είδα τη γυναίκα της Ζάκυνθος που εκρεμότουνα και εκυμάτιζε.


Κεφάλαιο ύστερον (10)

1. Και ασηκώθηκα όλος τετρομασμένος φωνάζοντας: Μνήσθητί μου, Κύριε, μνήσθητί μου, Κύριε, και άκουσα ποδοβολή ανθρώπων που ανέβαιναν τές σκάλες.

2. Και ήταν καμιά δεκαπενταριά ανθρώποι και οι περσότεροι εφορούσαν μια προσωπίδα, όξω από πέντε, οπού εγνώρισα πολλά καλά.

3. Ο ένας (ζωγράφισε τους όλους τους πέντε).

4. Και επειδή χωρίς ν' αγαπάν τη γυναίκα εσυχνάζανε σπίτι της και αρχινήσανε να σκούζουνε,

5. Και εγώ γυρίζοντας κατ' αυτούς τους είπα: Όξω από δώ, όξω από δώ! Τα κρίματά σας σας εσύρανε εδώ. Τούτος ο τόπος είναι κεραυνοκράχτης, γιατί ο θεός τον μισάει.

6. Και εφοβήθηκαν ολίγο, όμως δεν εφεύγανε.

7. Και εστάθηκα σιωπηλός για νάβρω τί να τους πω για να φύγουνε.

8. Και τους είπα: “Παιδιά, ακούστε τα λόγια του Διονυσίου του Ιερομόναχου. Εγώ για με πάω να κάμω δέηση και σας αφήνω εδώ.

9. Βάλτε το χέρι στη συνείδηση σας, εσύ Μ., εσύ Γ., εσύ Κ., εσύ Π., εσύ Τ. (γιατί σας τους άλλους δε σας γνωρίζω), και ιδέστε τι μπορεί νάβγει εάν μείνετε. Η διοίκηση σας γνωρίζει και βρίσκοντας σας εδώ θέλει πει πως την εφουρκίσετε εσείς”.

10. Ετότε τους είδα να πισωπλατίσουν όλους, σπρώχνοντας ο ένας τον άλλον ποιός να πρωτοφύγει, και εροβολούσαν τές σκάλες με μια ταραχή οπού μου φάνηκε πως οι περσότεροι εγκρεμιζόντανε.