Σελίδες

Translate

Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2019

Η Έξοδος του Μεσολογγίου – Χρονικό της Εξόδου


Το καλυβάκι άντεξε στην πρώτη πολιορκία των Τούρκων (25 Οκτ.-25 Δεκ. 1822) και δεν έπεσε. Στη δεύτερη πολιορκία (15 Απριλίου 1825-10 Απριλίου 1826), όμως, παρ’ όλο που έγιναν κάποια οχυρωματικά έργα από το μηχανικό Μιχαήλ Κόκκινη, δεν άντεξε γιατί πολιορκήθηκε από πολυπληθέστερες δυνάμεις, ο αποκλεισμός ήταν ασφυκτικός και δεν μπορούσε να του παρασχεθεί βοήθεια σε τρόφιμα και πολεμοφόδια χωρίς στρατιωτική υποστήριξη απ’ έξω. Η κυβέρνηση Γ. Κουντουριώτη και οι πολιτικοί, όμως, ασχολούμενοι με τις εκλογές για την Γ’ Εθνοσυνέλευση και τις ίντριγκες, ολιγώρησαν και δεν έστειλαν έγκαιρα βοήθεια.

Η μάχη των Χριστουγέννων κατά την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου το 1822. Έργο του Γάλλου ζωγράφου Alphonse de Neuville (1835-1885).
Η μάχη των Χριστουγέννων κατά την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου το 1822. Έργο του Γάλλου ζωγράφου Alphonse de Neuville (1835-1885).

Η πολιορκία είχε στόχο την πτώση του Μεσολογ­γίου και την υποταγή της Στερεάς, ώστε να διευκο­λυνθεί η κατάπνιξη της Επανάστασης στην Πελο­πόννησο. Στην πρώτη φάση της πολιορκίας (Απρίλιος-Νο­έμβριος 1825) οι υπό τον Κιουταχή τουρκικές δυ­νάμεις υπέστησαν μεγάλες απώλειες. Στη δεύτερη φάση (12 Δεκεμβρίου-10 Απριλίου 1826), όταν τη διεύθυνση των επιχειρήσεων ανέλαβε ο Ιμπραήμ επικεφαλής 10.000 Τουρκοαιγυπτίων, [1] οι Μεσολογγίτες μετά την εξάντληση των τροφίμων και την έλλειψη ανεφοδιασμού αποφάσισαν την ηρωική Έξοδο.
Ο Ιμπραήμ είχε καταλάβει μέχρι τα τέλη Μαρτίου όλα τα νησιά της λιμνοθάλασσας, το Βασιλάδι (25 Φεβρουαρίου), τον Ντολμά και τον Πόρο (28 Φε­βρουαρίου) και το Ανατολικό (1 Μαρτίου).
Μεχμέτ Ρεσίτ πασάς (Κιουταχής). Λιθογραφία από λεύκωμα του Giovanni Boggi. Φλωρεντία, 1825.
Μεχμέτ Ρεσίτ πασάς (Κιουταχής). Λιθογραφία από λεύκωμα του Giovanni Boggi. Φλωρεντία, 1825.
Ο Κιουταχής όμως, που επιχείρησε να καταλάβει το νησάκι Κλείσοβα (25 Μαρ­τίου), υπέστη πανωλεθρία. Αυτή η νίκη αναπτέρωσε μεν το ηθικό των πολιορκημένων, αλλά ο αποκλεισμός από τη θάλασσα στέρησε και την τελευταία ελπίδα επικοινωνίας και παροχής βοήθειας απ’ έξω.
Η  εξαμελής  Επιτροπή, που είχε σταλεί από τους πολιορκημένους στο Ναύπλιο για βοήθεια από τις 17 Ιανουαρίου, μόλις το Μάρτιο κατόρθωσε να  εξασφαλίσει 400.000 γρόσια για να κινή­σει ένα μι­κρό στόλο 25 πολεμικών και πυρπολικών. Ο στόλος με επι­κεφαλής τον Μιαούλη έφθασε τέλη Μαρτίου, αλ­λά δεν κατόρθωσε να διασπάσει τον εχθρικό κλοιό.
Οι πολιορκημένοι – που είχαν απορρίψει τις ε­χθρικές προτάσεις για παράδοση – όταν «πάσα ελπίς εισαγωγής τροφών εξέλιπε, και πάσα βρώσι­μος ύλη εξεκενώθη εντός της πόλεως», [2] αποφάσισαν να επιχειρήσουν έξοδο τη νύχτα της 10ης Απριλίου προς την 11η, Κυριακή των Βαΐων.
Κυριάκος «Κίτσος» Τζαβέλας (1800-1855), λιθογραφία, Karl Krazeisen.
Κυριάκος «Κίτσος» Τζαβέλας (1800-1855), λιθογραφία, Karl Krazeisen.
Μέσα στα Μεσολόγγι βρίσκονταν η Φρουρά από περίπου 3.500 ή 3.600 άνδρες, πολίτες περίπου 1.500 και γυναικόπαιδα περίπου 5.500, συνολικά 10.600 άτομα. [3] Επικεφαλής της Φρουράς ήταν οι οπλαρχηγοί Νότης Μπότσαρης, Κίτσος Τζαβέλας, Δημήτριος Μακρής, Γεώργιος Βαλτινός, Μήτσος Κοντογιάννης, Γεώργιος Βάγιας, Νικόλαος Στορνάρης, Γεώργιος Κίτσου, Θανάσης Ραζη-Κότσικας, Μή­τρος Δεληγεώργης, Χρίστος Φωτομάρας κ.ά. [4]
Με δύο αγγελιαφόρους ειδοποίησαν τους οπλαρ­χηγούς στο στρατόπεδο της Δερβέκιστας για την Έξοδο και ζήτησαν να γίνει ταυτόχρονα επίθεση και απ’ έξω, ώστε να διευκολυνθούν κατά τη φυγή τους. Στις επιστολές τους προς τους έξω εκφράζουν ό­χι μόνον τις αγωνίες τους, αλλά και το θυμό τους. Γράφουν: «Εάν δεν κινηθήτε να όψεσθε, να όψεσθε, να όψεσθε». [5]
Τα χαράματα της 9ης Απριλίου οπλαρχηγοί, πρόκριτοι και ο επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ συγκεντρώθηκαν στο σπίτι του Τζαβέλα και αποφάσισαν να εκτελέσουν όλους τους αιχμαλώτους – και η απόφαση αυτή εφαρ­μόστηκε -, «να σφάξει ο ένας του αλλουνού την οικογένειαν», [6] αλλά η απόφαση αυτή αποτράπηκε από τον επίσκοπο Ρωγών, και να μεταφέρουν τους τραυματισμένους αγωνιστές στα πιο οχυρωμένα σπίτια, ώστε να πέσουν μαχόμενοι και να μην παρα­δοθούν.

Η έξοδος του Μεσολογγίου. Θεόδωρος Βρυζάκης.
Η έξοδος του Μεσολογγίου. Θεόδωρος Βρυζάκης.

Όταν γνωστοποιήθηκαν οι αποφάσεις άρχισαν οι προετοιμασίες «με τόσην αταραξίαν, με τόσην ευχαρίστησιν, με τόσα γέλια, ώστε κανένας, ούτε ο έσχατος άνθρωπος δεν εσυλλογίζετο πως έμελλεν τάχα να σωθή». [7] Οι γυναίκες μάζευαν τα ελα­φρότερα αναγκαία είδη, οι άνδρες ετοίμαζαν τις ξύ­λινες φορητές γέφυρες που θα τις χρησιμοποιούσαν για να περάσουν την τάφρο που είχαν ανοίξει οι Τούρκοι γύρω από το Μεσολόγγι, μετέφεραν τους πληγωμένους, τους αρρώστους και τους γέροντες στα οχυρωμένα σπίτια, έθαψαν στη γη τα πιεστή­ρια του τυπογραφείου και διεσκόρπισαν τα τυπο­γραφικά στοιχεία για να μη δοθούν «Τα άγια τοις κυσί, και εις τους χοίρους οι μαργαρίται» [8] και έ­σπαζαν και αχρήστευαν ό,τι πολεμικό υλικό δεν μπορούσαν να μεταφέρουν.
Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Ο Μαυροκορδάτος υπερασπίζεται με επιτυχία την πόλη του Μεσολογγίου.
Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Ο Μαυροκορδάτος υπερασπίζεται με επιτυχία την πόλη του Μεσολογγίου.
To μεσημέρι της 10ης Απριλίου συγκεντρώθηκαν στον προμαχώνα του Μακρή οι οπλαρχηγοί, μαζί με τον πρόεδρο της Διευθυντικής Επιτροπής, Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλο και τον επίσκοπο Ρωγών Ιωσήφ, για να καταρτίσουν το σχέδιο της Εξόδου, το οποίο υπαγόρευσαν στον Κασομούλη, και αυτός ανέλαβε να το γνωστοποιήσει στους πο­λιορκημένους.
Στον πρόλογο του σχεδίου αναφέρεται:

«Εν ονόματι της Αγίας Τριάδος
Βλέποντες τον εαυτόν μας, το στράτευμα και τους πολίτας εν γένει μικρούς και μεγάλους παρ’ ελπίδαν υστερημένους από όλα τα καταπείγοντα αναγκαία της ζωής προ 40 ημέρας και ότι εκπληρώσαμεν τα χρέη μας ως πιστοί στρατιώται της πα­τρίδος εις την στενήν πολιορκίαν ταύτην και ότι, εάν μίαν ημέραν υπομείνωμεν περισσότερον, θέλομεν αποθάνει όρθιοι εις τους δρόμους όλοι.
Θεωρούντες εκ του άλλου ότι μας εξέλιπεν κά­θε ελπίς βοηθείας και προμηθείας, τόσον από την θάλασσαν καθώς και από την ξηράν (ώστε να δυνηθώμεν) να βαστάζωμεν, ενώ ευρισκόμεθα νικηταί του εχθρού, αποφασίσαμεν ομοφώνως: Η έξοδο μας να γίνη βράδυ εις τας δύο ώρας της νυ­κτός της 10 Απριλίου, ημέραν Σάββατον και ξημερώνοντας των Βαΐων, κατά το εξής σχέδιον, ή έλθη ή δεν έλθη βοήθεια (…)».[9]
Σύμφωνα με το σχέδιο, οι πολιορκημένοι θα περ­νούσαν από τις ξύλινες γέφυρες από το μέρος του τείχους που έβλεπε προς τη Ναύπακτο χωρισμένοι σε τρία σώματα («κολώνες»). Τα δύο πρώτα, αποτε­λούμενα από άνδρες της Φρουράς με επικεφαλής το ένα τον Δημήτριο Μακρή και το άλλο τον Νότη Μπότσαρη, θα έκαναν την Έξοδο από τις γέφυρες της «Λουνέτας» και τον «Ρήγα» και το τρίτο, απο­τελούμενο από τους Μεσολογγίτες και τα γυναικό­παιδά τους με επικεφαλής ντόπιους αρχηγούς, πι­θανόν τον Θανάση Ραζη-Κότσικα και τον Μήτρο Δεληγεώργη, που τα πλευρά του θα προστάτευε η Φρουρά της Κλείσοβας, θα έβγαινε από τις γέφυρες «Μονταλαμπέρτ» και «Στουρνάρη». [10] Σημείο συνά­ντησης είχε οριστεί η Μονή του Αγίου Συμεών.
Ο Ιμπραήμ, όμως, που γνώριζε από προδοσία ή από μαρτυρία ενός φυγάδα που αιχμαλωτίστηκε [11] την απόφαση της Εξόδου και το σημείο από όπου θα την επιχειρούσαν – αλλά όχι την ώρα και τον τρόπο -, παρέταξε τις τακτικές δυνάμεις και το πε­ζικό κοντά στο τείχος, ανέπτυξε το ιππικό στην πε­διάδα και στους πρόποδες του Ζυγού έβαλε τους Αλβανούς κρυμμένους πίσω από βράχια και από προμαχώνες και μέσα σε φαράγγια.

Σκηνή από την έξοδο του Μεσολογγίου. Χρωμολιθογραφία από το περιοδικό «Νέος Αριστοφάνης».
Σκηνή από την έξοδο του Μεσολογγίου. Χρωμολιθογραφία από το περιοδικό «Νέος Αριστοφάνης».


Η Έξοδος

Όταν όλα ήταν έτοιμα για την Έξοδο, «ο περιπαθέστερος αποχαιρετισμός από όσους μνημονεύει η ιστορία εγένετο». [12] Συνταρακτικές σκηνές περι­γράφονται. Πολλοί συγγενείς, φίλοι και κυρίως γυναίκες την τελευταία στιγμή αποφάσισαν να μείνουν και να πεθάνουν με τους δικούς τους. Ο συνήθης απο­χαιρετισμός ήταν «καλήν αντάμωσιν εις τον άλ­λον κόσμον», [13] που σήμαινε ότι όλοι ήταν αποφα­σισμένοι και κανείς δεν φοβόταν το θάνατο.
Η έξοδος του Μεσολογγίου. Πίνακας του Θεόδωρου Βρυζάκη.
Η έξοδος του Μεσολογγίου. Πίνακας του Θεόδωρου Βρυζάκη.
Το ηλιοβασίλεμα άρχισαν να συγκεντρώνο­νται στις προκαθορισμένες θέσεις. Στις 6.30 [14] ακούστηκαν πυροβολισμοί πάνω στην κορυφή του όρους Ζυγού. Ήταν το σύνθημα για την παροχή βοήθειας απ’ έ­ξω. Ο Ιμπραήμ το κατάλαβε και κινητοποίησε τις δυνάμεις του. Οι πολιορκημένοι γύρω στις 9 βγήκαν από την ανατολική πλευρά του τείχους, έστησαν τα γεφύρια τους στην πρώτη (τη νέα) τάφρο του Ιμπραήμ και καθώς περνούσαν δέχτηκαν τα πρώτα πυρά του εχθρού. Για να προφυλαχθούν έπεσαν καταγής στο πλάτωμα ανάμεσα στη νέα και την παλαιά τάφρο (που υπήρχε και στην πρώτη πολιορκία, το 1822). Εκεί περίμεναν περίπου μία ώρα να χτυπήσουν οι απ’ έξω, να απασχολήσουν τον εχθρό, για να πε­ράσουν αυτοί τη δεύτερη τάφρο. Κατά κακή τους τύ­χη έφυγαν τα σύννεφα και το φως του φεγγαριού φώτισε την περιοχή. Οι απ’ έξω δεν χτύπησαν και καθώς δεν τους κάλυπτε το σκοτάδι αποφάσισαν να κάνουν μόνοι τους έφοδο. Στην αρχή ψιθυριστά α­πό στόμα σε στόμα πέρασε η απόφαση και «τρομε­ρός αλαλαγμός ηκούσθη εν ταυτώ από το στόμα των Ελλήνων επάνω τους, εφώναξαν όλοι με μίαν φωνήν και ώρμησαν με μαχαίρας και του­φέκια εις το εχθρικόν στρατόπεδον». [15]
Οι άνδρες της Φρουράς, ενωμένοι σ’ ένα σώμα τώ­ρα, γιατί «δεν εστοχάσθησαν συμφέρον να διαιρεθώσι, καθώς ήτον το σχέδιον πρότερον», [16] διέσπασαν τις γραμμές του εχθρικού πεζικού και ά­νοιξαν δρόμο, αλλά σε λίγο βρέθηκαν αντιμέτω­ποι με το ιππικό, το οποίο, επίσης, διασκόρπισαν. Ύστερα από τετράωρη μάχη έφθασαν στους πρόπο­δες του βουνού, στον Άγιο Συμεών, πιστεύοντας ότι εκεί είναι ασφαλισμένοι, Εκεί, όμως, τους περίμε­ναν πάνω από 3.000 Αλβανοί υπό τον Μουστάμπεην Καφζέζην, [17] τους οποίους, όμως, μ’ έναν ελιγμό του Δημητρίου Μακρή – που τους χτύπησε από πί­σω- εξουδετέρωσαν. Ταυτόχρονα ήρθε και δύναμη από τους έξω με επικεφαλής τους οπλαρχηγούς Ευαγγέλη Κοντογιάννη, Γιαννούση Πανομάρα, Φαρασλή, Γ. Κόρακα, Ν. Κόπελο και άλλους, ε­πειδή ο Καραϊσκάκης ήταν άρρωστος. [18] Αφού απέ­κρουσαν τους Αλβανούς άρχισαν να ανεβαίνουν τον Ζυγό. Ύστερα από πορεία τριών ημερών έφθα­σαν στη Δερβέκιστα, χωριό του Απόκουρου, όπου ξεκουράστηκαν δύο μέρες. Από εκεί διά μέσου του Πλατάνου, χωριού των Κραβάρων, έφθασαν στα Σά­λωνα. Από εκεί στην Ντομπρένα όπου επιβιβάστη­καν σε πλοία και διαπεραιώθηκαν στην Περαχώρα και από εκεί διά του Ισθμού έφθασαν στις 16 Μαΐου στο Ναύπλιο.

Η επίθεση του Ιμπραήμ Πασά κατά του Μεσολογγίου. Ελαιογραφία του Giuseppe Pietro Mazzola (1748-1838).
Η επίθεση του Ιμπραήμ Πασά κατά του Μεσολογγίου. Ελαιογραφία του Giuseppe Pietro Mazzola (1748-1838).

Δεν είχε, όμως, την ίδια τύχη το τρίτο σώμα, που αποτελούνταν κυρίως από γυναικόπαιδα. Ενώ συνεχιζόταν με ορμή η Έξοδος, την οποία δεν μπο­ρούσαν να ανακόψουν οι εχθρικές δυνάμεις, ακού­στηκε από το σώμα αυτό μία φωνή: «οπίσω, οπίσω, εις ταις τάμπιαις». [19] Επικράτησε πανικός και σύγ­χυση και δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι και τα προπορευόμενα σώματα οπισθοχωρούσαν. Οπότε και αυτοί γύρισαν πίσω στην πόλη. Στο μεταξύ και δυνάμεις των πολιορκητών είχαν μπει στην πόλη και έτσι βρέθηκαν αντιμέτωποι και άρχισε μάχη σώμα με σώμα.

Σκηνή από τις τελευταίες στιγμές του Μεσολογγίου. Μεσολογγίτισσα έχει σκοτώσει το παιδί της, τον Τούρκο που αποπειράθηκε να τη βιάσει και ετοιμάζεται να αυτοκτονήσει. Ελαιογραφία του François-Émile de Lansac, 1827. Πινακοθήκη Δήμου Μεσολογγίου.
Σκηνή από τις τελευταίες στιγμές του Μεσολογγίου. Μεσολογγίτισσα έχει σκοτώσει το παιδί της, τον Τούρκο που αποπειράθηκε να τη βιάσει και ετοιμάζεται να αυτοκτονήσει. Ελαιογραφία του François-Émile de Lansac, 1827. Πινακοθήκη Δήμου Μεσολογγίου.

Η αντίσταση κράτησε μία έως δύο μέρες. Όταν οι Τούρκοι, που έσφαζαν γυναίκες και παιδιά, έφθα­σαν πάνω στα κανονοστάσια, ο γέροντας Σουλιώτης ιερέας Διαμαντής «παραφυλάττων την υπόνομον, όταν είδεν ικανόν αριθμόν εχθρών συσσωρευμένον επάνω εις το κανονοστάσιον, έβαλε φωτιάν, και ετίναξεν εις τον αέρα ολόκληρα τάγματα βαρβάρων, εξαγοράσας πολλά ακριβά το ολίγον γεροντικόν αίμα του». [20] Το ίδιο έγινε και στα οχυ­ρωμένα σπίτια όπου, όταν έμπαιναν μέσα οι Τούρ­κοι, οι Μεσολογγίτες «ευθύς έβανον φωτιάν εις την πυριτοθήκην, και κατεστρέφοντο μαζί και νικώντες και νικώμενοι». [21]
Η ανατίναξη από τον Χρήστο Καψάλη. Έργο του Θεόδωρου Βρυζάκη. Πινακοθήκη Δήμου Μεσολογγίου.
Η ανατίναξη από τον Χρήστο Καψάλη. Έργο του Θεόδωρου Βρυζάκη. Πινακοθήκη Δήμου Μεσολογγίου.
Στη μεγαλύτερη πυριτιδαποθήκη, όπου είχαν συγκεντρωθεί τα περισσότερα γυναικόπαιδα, την έ­κρηξη προκάλεσε ο γέροντας Χρήστος Καψάλης: «και έξαφνα ανεστράφη όλη η περιοχή και κατεδαφίσθησαν όλαι αι πλησίον οικίαι∙ ερράγη το έδαφος· άνοιξαν χάσματα φρικώδη και κατεπατήθη όλη η περιοχή εκείνη από την θάλασσαν». [22]
Στο νησάκι Ανεμόμυλος, που ήταν το τελευταίο ο­χυρό και κράτησε ως τις 12 Απριλίου, οι υπερα­σπιστές του «έβαλαν και αυτοί φωτιάν εις την πυριτοθήκην και συνετάφησαν μετά των εχθρών». [23]
Έτσι έπεσε το Μεσολόγγι ύστερα από δωδεκά­μηνη πολιορκία. Ο Ιμπραήμ μπήκε σε μια νεκρή πόλη: «…ένας σωρός ερειπίων, στάκτης, πετρών και πτωμάτων έμειναν εις την εξουσίαν του ε­χθρού». [24]
Αλλά ουσιαστικά το Μεσολόγγι δεν έπεσε, διότι, όπως έγραψε στη Διοίκηση στις 12 Απριλίου 1826 η Φρουρά από τη Δερβέκιστα: «Η πείνα, όμως, το επαράδωσεν, αλ­λά μην φοβείσθε, διότι εκείνοι όπου εβαστούσαν το Μεσολόγγιον, οι περισσότεροι εγλύτωσαν με το σπαθί». [25]
Για τις απώλειες των δύο πλευρών υπάρχουν α­ντιφατικές εκτιμήσεις μεταξύ των Ελλήνων και των ξένων χρονικογράφων. Κατά τους Έλληνες, α­πό τους 3.500 άνδρες της Φρουράς διασώθηκαν πε­ρίπου 2.000 – 2.500 [26] και σκοτώθηκαν ή αιχμαλωτί­στηκαν σχεδόν όλα τα γυναικόπαιδα. [27] Ενώ υπολο­γίζουν ότι από τους εχθρούς χάθηκαν οι μισοί, πε­ρίπου 5.000. [28]
Χρήστος Καψάλης. Ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.
Χρήστος Καψάλης. Ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.
Κατά τους ξένους, χάθηκαν 3.000 Έλληνες και αιχμαλωτίστηκαν 5.000 ή 6.000 γυναικόπαιδα, ενώ οι απώλειες των Τουρκοαιγυπτίων έφθασαν τους 4.000 άνδρες. [29] Ανάμεσα σ’ αυτούς που έπεσαν μαχόμενοι κατά την Έξοδο ήταν οι οπλαρχηγοί Νικολός Στορνάρης, Θανάσης Ραζη-Κότσικας, Ανδρέας Γριβογεώργης, Κώστας Σιαδήμας, Γιάννης Αγγελής και ο Ιωάν­νης Παπαδιαμαντόπουλος, πρόεδρος της Διευθυ­ντικής Επιτροπής, ο επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ, ο μηχανικός Μιχαήλ Πέτρου Κόκκινης, ο τυπογρά­φος Δ. Μεσθεναίος και γόνοι ιστορικών οικογε­νειών του Μεσολογγίου: Αναστάσιος Παλαμάς, Πέ­τρος Γουλιμής, Κωνσταντίνος Τρικούπης, Γεώρ­γιος Φαράντος και Κωνσταντίνος Καρπούνης.[30]
Στην Έξοδο, επίσης, φονεύθηκαν σχεδόν όλοι οι φιλέλληνες (περίπου 15) που βρίσκονταν στο Μεσολόγγι. Ο Ελβετός Ιωάννης – Ιάκωβος Μάγερ (Johann- Jacobi Meyer), εκδότης των «Ελληνικών Χρονικών», οι Γερμανοί Νχίτμαρ (Dittmar), Ντελάουνι (Delaunay), Στίτσελμπεργκερ (Stitjelberger), Λίμπχοβ (Lübtow), Κλέμπε (Klembe), Ρόονερ (Rosner), ο Ιταλός Τζιακομούτσι (Giacomuzzi) και οι εθελοντές Μεβιέ, Σχιεφάου, Σιπάνου, Λάτερβαχ, Ντιρσάβσκι (Diersawski), Piντεζελ (Riedesel) και Ραζιέρι. [31]
Ιμπραήμ Πασάς, Giovanni Boggi.
Ιμπραήμ Πασάς, Giovanni Boggi.
«Η θυσία του Μεσολογγίου προώθησε το ελλη­νικό ζήτημα, όσο καμιά ελληνική νίκη», γράφει ο Απ. Βακαλόπουλος. [32] Πράγματι αναζωπύρωσε σε ολόκληρη την Ευρώπη (ακόμη και στην Αυστρία) και την Αμερική το φιλελληνισμό όχι μόνον συγ­γραφέων και καλλιτεχνών, αλλά και πολιτικών κατ στρατιωτικών.
Η κοινή γνώμη εξέφρασε τη δυσφορία της για την απραξία των κυβερνήσεων και οι εφημερίδες με άρθρα τους ζητούσαν την αποφασιστική επέμ­βαση των ευρωπαϊκών δυνάμεων για να τεθεί τέρ­μα στο ελληνικό δράμα. Παντού ιδρύονται φιλελληνικές εταιρείες και διενεργούνται έρανοι, συγκεντρώνονται χρήματα και στέλνονται τρόφιμα και άλλα εφόδια στους μαχόμενους Έλληνες.
Μιχαήλ Σπυρομήλιος (1800-1880), ξυλογραφία, Ποικίλη Στοά, 1883.
Μιχαήλ Σπυρομήλιος (1800-1880), ξυλογραφία, Ποικίλη Στοά, 1883.
Ο Καποδίστριας προφήτευσε εκτιμώντας τον ξεσηκωμό και τις αντιδράσεις στην Ευρώπη, σε επιστολή του προς τον αδελ­φό του Βιάριο στις 18 Απριλίου 1826, [33] ό­τι το θλιβερό γεγονός του Μεσολογγίου δεν έπρεπε να απελπίσει τους Έλληνες, γιατί σ’ αυτό έβλεπε την αρχή της σωτηρίας τους. Δεκαοχτώ μήνες μετά, στις 8 Οκτωβρίου 1827, οι στόλοι των Μεγάλων Δυνάμεων με τη ναυμαχία στο Ναβαρίνο βοήθησαν αποφασιστικά να δικαιωθεί ο αγώνας της ελληνικής ανεξαρτησίας.
Ο μελετητής της θυσίας του Μεσολογγίου κατα­λαμβάνεται από θλίψη, όταν διαπιστώνει ότι η κα­ταστροφή της Ιερής πόλης μπορούσε να αποφευχθεί. Ο Καραϊσκάκης, που είχε περάσει στη Στερεά α­πό τον Ιούλιο του 1825, αφού πέτυχε να ανασυντά­ξει τις επαναστατικές δυνάμεις και να συσπειρώσει τους αρματολούς, ζητούσε επίμονα τρόφιμα και πο­λεμοφόδια από την Κεντρική Διοίκηση. Αυτή, ό­μως, αδιαφόρησε για τους πολιορκημένους, οι Μεσολογγίτες δεν ήταν μέσα στο πολιτικό παι­χνίδι που παιζόταν για τις εκλογές της Εθνοσυνέ­λευσης. Ο Σπυρομήλιος, μέλος της Επιτροπής που πήγε στο Ναύπλιο, γράφει: «Αφ’ ου επληροφορήθησαν τω όντι ότι δεν εμελετούσαμεν να ενισχύσωμεν κανέν κόμμα, αδιαφόρησαν όλα τα κόμματα από ημάς, και ενώ τους ωμιλούσαμεν διά το Μεσολόγγιον όλοι έλεγαν το «ναι, έχετε δίκαιον», αλλά δεν εσύμπραττον υπέρ αυτού με ζήλον». [34]

Αικατερίνη Φλεριανού
Ιστορικός  
Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Η έξοδος του Μεσολογγίου», τεύχος 180, 10 Απριλίου 2003.

Υποσημειώσεις


[1] Σπυρομήλιος, Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου, 1825-1826, Εκδίδονται υπό Ιω. Βλαχογιάννη, Αθήναι χ.ε., 1926, ο. 144.
[2] Γεώργιος Αινιάν (άτιλο), Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, αρ. 83 (14 Αυγ. 1826), σ. 332.
[3] Νικόλαος Κασομούλης, Ενθυμήματα στρατιωτικά της επαναστάσεως των Ελλήνων, 1821-1833, Εισαγωγή και σημειώσεις Γ. Βλαχογιάννη, τ. Β’, Αθήναι, 1941, χ.ε., 1941, σ. 251- κατά τον Σπυρομήλιο, ό.π., ο. 142, 3.500 στρατιώτες και 9.000 γυναικόπαιδα.
[4] Αρτέμιος Μίχος, Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου (1825-1826), Εκδίδονται υπό Σ.Π. Αραβαντινού, εν Αθήναις, εκ του Τυπογραφείου της Ενώσεως, 1883, σ. 93-94. Βλ. και Κασομούλης, ό.π., ο. 257.
[5] Κασομούλης, ό.π, σ. 249.
[6] Κασομούλης, ό.π., σ. 253.
[7] Κασομούλης, ό.π., σ. 254.
[8] Αινιάν, ό.π.
[9] Κασομούλης, ό.π., σ. 259.
[10] Ο Κασομούλης (ό.π., σ. 259-260) αναφέρει αρχηγό του πρώτου σώματος τον Δ. Μακρή, του δεύτερου τον Μπότσαρη και του τρίτου δεν έχει όνομα, ο Μίχος (ό.π., 76) του πρώτου τον Κ. Τζαβέλα, του δεύτερου τον Ν. Μπότσαρη και του τρίτου δεν έχει όνομα, και ο Σπυρομήλιος (ό.π., 139) του πρώτου τον Κ. Τζαβέλα, του δεύτερου τον Δ. Μακρή και του τρίτου τον Ν. Μπότσαρη.
[11] Για το θέμα της προδοσίας υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στις ελληνικές και ξένες πηγές. Ο Κασομούλης (ό.π., σ. 170) και ο Αινιάν (ό.π.) την αποδίδουν σε Βούλγαρο λιποτάκτη, ο Σπυρομήλιος (ό.π., ο. 140) σε Τούρκο, ο Μίχος (ό.π., σ. 73) σε Βούλγαρο και βαπτισμένο Τουρκόπουλο. Αντιθέτως ο Vincenzo Miratelli, Αυστριακός πρόξενος στην Πάτρα, την αποδίδει σ’ Έλληνα φυγάδα και ο Ιταλός αξιωματικός του Ιμπραήμ, Giuseppe Romei, σ’ Έλληνα ιερέα που αιχμαλωτίστηκε (Απ. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, ι. 71, Θεσσαλονίκη, χ.ε., 1986, σ. 461- 462).
[12] Αινιάν, ΓΕΕ, αρ. 84 (18 Αυγ. 1826), σ. 334.
[13] Κασομούλης, ό.π. σ. 263.
[14] Ως προς το χρονικό προσδιορισμό της Εξόδου οι πληροφορίες είναι αντιφατικές. Μια λύση αποδεκτή έδωσε ο Διονύσης Μπάκης, Πότε έγινε η Έξοδος του Μεσολογγίου, Πάτρα, χ.ε., 1976.
[15] Αινιάν, ό.π., σ. 335.
[16] (Ανωνύμου), «Περί των τελευταίων στιγμών του Μεσολογγίου, και της ηρωικής αναχωρήσεως της φρουράς», Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, αρ. 62 (2 Ιουν. 1826), σ. 246.
[17] Μίχος, ό.π., 85, Σπυρομήλιος, ό.π., σ. 14.
[18] Αινιάν, ό.π.
[19] Αινιάν, ό.π.
[20] Αινιάν, ό.π.
[21] Αινιάν, ό.π.
[22] Αινιάν, ό.π., σ. 336.
[23] Αινιάν, ό.π.
[24] (Ανωνύμου), ό.π., σ. 247.
[25] Εμμ. Πρωτοψάλτης, Αλληλογραφία Φρουράς Μεσολογγίου, 1825-1826, εν Αθήναις, εκ του     Εθνικού Τυπογραφείου, 1963, σ. 353.
[26]  Ο Κασομούλης (ό.π., σ. 284) αναφέρει ότι διασώθηκαν 2.555, ο Μίχος (ό.π., σ. 88) 1.800, ο Σπυρομήλιος (ό.π., σ. 142) 840, ο Αινιάν (ό.π., σ. 336) και η ΓΕΕ (ό.π., σ. 247) 2.200.
[27] Ο Αινιάν (ό.π.) αναφέρει ότι διασώθηκαν 200 γυναικόπαιδα και 500 αιχμαλωτίστηκαν, η ΓΕΕ (o.π.) ότι αιχμαλωτίστηκαν 1.200, ο Κασομούλης (ό.π., α. 283) ότι διασώθηκαν 13 και ο Σπυρομήλιος (ό.π., σ. 144) ότι χάθηκαν σχεδόν και τα 9.000.
[28] Κατά τον Σπυρομήλιο (ό.π., σ. 143) και τον Αινιάν (ό.π.).
[29] Όλες τις ξένες πηγές αναφέρει ο Κυρ. Σιμόπουλος, Πώς είδαν ο ξένοι την Ελλάδα του ’21, τ. Ε’ (1826-1829), 2η έκδ., Αθήνα, Στάχυ, 1999, σ. 25-35.
[30] Όλα τα ονόματα των Ελλήνων που έπεσαν κατά τη Έξοδο αναφέρει ο Χρήστος Ευαγγελάτος, Ιστορία του Μεσολογγίου, Αθήναι, Ρουμελιώτικες Εκδόσεις, 1959, ο. 383-386.
[31] Σιμόπουλος, ό.π., σ. 16-18.
[32] Βακαλόπουλος, ό.π., σ. 488.
[33] Βακαλόπουλος ό.π.
[34] Σπυρομήλιος, ό.π., σ. 112.
Η ζωή στο πολιορκημένο Μεσολόγγι


Παρά τις αλλεπάλληλες καταστροφές του, το Μεσο­λόγγι, στην αρχή της Επανάστασης αλλά και κατά τη διάρκεια των πολιορκιών του, είχε μια κοινωνία – και μια ζωή – αρκετά οργανωμένη (με τα μέτρα βέ­βαια της κατάστασης και της εποχής). Μέσα στα χαμηλά πρόχειρα τείχη, που έγιναν βιαστικά πριν από την πρώτη πολιορκία και ενισχύθηκαν αργό­τερα πριν από τη δεύτερη, ζούσαν οι ντόπιοι κάτοι­κοι της πόλης (προύχοντες, μικροκτηματίες, έμπο­ροι, καραβοκύρηδες και ψαράδες), αλλά και «πρόσφυγες» από τις γύρω περιοχές, καθώς και Σουλιώτες πολεμιστές, που είχαν έρθει να προσφέ­ρουν τις – έμμισθες – υπηρεσίες τους.
Χρησιμοποίησα σχηματικά τη λέξη «προύχο­ντες» – που παραπέμπει σε έχοντες περιουσία και μόνο – γιατί δεν έχω άλλη. Οι προύχοντες όμως του Μεσολογγίου (Παλαμάδες, Τρικούπηδες, Ραζη-Κότσικες, Καψάληδες, Βάλβηδες) δεν καλύπτονται εντελώς από τη λέξη αυτή, γιατί ήταν κυρίως άνθρωποι υψηλής μόρφωσης, σπουδασμένοι στην Ευρώπη. Γιατί το Μεσολόγγι, πρώτο ιστορικό λιμάνι της Ελλάδας, με ναυπηγεία και μεγάλο εμπορικό στό­λο το 18ο αιώνα, είχε μεγάλες εμπορικές σχέσεις με τις χώρες της Δύσης και οι εύπορες οικογένειες έστελναν εκεί για σπουδές τα παιδιά τους.
Η πόλη ήταν χτισμένη πάνω σε τρεις μικρές χα­μηλές νησίδες μέσα στη λιμνοθάλασσα, έτσι που οι δρόμοι της ήταν συχνά πνιγμένοι στο νερό. Τα σπίτια των πλούσιων οικογενειών, πολλά απ’ τα οποία σώζονται ως σήμερα, είχαν δύο ή τρεις ο­ρόφους (θεωρώντας για πρώτο το χαμηλό – όχι ό­μως υπόγειο – «κατώι»), χοντρούς τοίχους και μπαλκόνια ή τοξωτές «γαλαρίες», δηλαδή δωμά­τια κλεισμένα με τζάμια. Τα λιγότερο αρχοντικά σπίτια – σ’ αυτά ίσως πρέπει να εντάξουμε και το πανδοχείο της πόλης («Λοκάντα», όπως το έλεγαν, μια και το μεσολογγίτικο ιδίωμα είναι γεμάτο λέ­ξεις ιταλικές) – ήταν κι αυτά πέτρινα, ασοβάτιστα, και τα πιο φτωχικά με αρμούς από λάσπη. Αυτό ε­ξηγεί και την ευκολία με την οποία, όταν τα πράγ­ματα δυσκόλεψαν, οι Μεσολογγίτες γκρέμιζαν ολόκληρα δωμάτια απ’ τα σπίτια τους και πήγαιναν τις πέτρες στα τείχη, να κλείσουν τις ρωγμές που ά­νοιγαν εκεί τα εχθρικά κανόνια. Οι πιο πολλοί ψα­ράδες, τέλος, έμεναν στις χαρακτηριστικές λιμναί­ες κατοικίες (πελάδες), δηλαδή σπιτάκια ξύλινα με στέγες από ψαθί και καλάμι, στηριγμένες πάνω σε πασσάλους, στην άκρη – ή και στη μέση – της θά­λασσας.
Η μάχη των Χριστουγέννων κατά την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου το 1822. Έργο του Γάλλου ζωγράφου Alphonse de Neuville (1835-1885).
Καίτοι ο πόλεμος – ή η αναταραχή της προετοι­μασίας του – κράτησε τέσσερα χρόνια, η πόλη δεν αποδιοργανώθηκε. Η Διοικούσα Επιτροπή φρόντιζε γι’ αυτό όσο μπορούσε, αλλά και ο πληθυσμός κρατούσε όσο ή­ταν δυνατόν το ρυθμό της ζωής του. Η περίφημη Παλαμαία Ακαδημία, που είχε ιδρύσει το 1760 ο Παναγιώτης Παλαμάς και που είχε μορφώσει πλήθος επιφανών Ελλήνων, ανέστειλε βέβαια τη λειτουργία της το 1821, υπήρχαν όμως στην πόλη ακόμη δύο Σχολές: μια Σχολή Αλληλοδιδασκαλίας (μέθοδος που ήταν της μόδας τότε στην Ευρώ­πη και ιδιαίτερα στη Γαλλία, όπου την είχαν σπου­δάσει Μεσολογγίτες δάσκαλοι) και μια «Γραμματι­κή» Σχολή, όπου διδάσκονταν τα αρχαία ελληνικά και τα ιταλικά. Στα σχολεία αυτά φοιτούσαν όχι μό­νο τα παιδιά και οι νέοι του Μεσολογγίου, αλλά δί­νονταν ξεχωριστά μαθήματα και στα παιδιά των προσφύγων, που δεν ήταν στο ίδιο επίπεδο γνώσε­ων με τους μαθητές της πόλης γιατί δεν υπήρχαν σχολεία στα μέρη τους.
Απόδειξη του μορφωτικού επιπέδου του Μεσο­λογγίου είναι και το γεγονός πως στις 10 Αυγούστου του 1821 (2 μήνες δηλαδή από τότε που κηρύ­χτηκε στο Μεσολόγγι η Επανάσταση) κυκλοφόρη­σε εκεί – χειρόγραφη – εφημερίδα (με τον τίτλο «Αιτωλική») και στα 1823-24, με τυπογραφικά μηχανή­ματα που ήρθαν από τη Γαλλία και την Αγγλία, η τρίγλωσση εφημερίδα «Telegrapho Greco» και τα «Ελληνικά Χρονικά» του Μάγερ, που κυκλοφόρη­σαν μέχρι λίγο πριν από το θάνατό του κατά την Έξοδο και με τα οποία συνεργαζόταν και μια γυναίκα, η ποιήτρια Αγγελική Πάλλη.
Άλλη λεπτομέρεια που δείχνει την ευνομία και την τάξη που επικρατούσαν στην πόλη – μέσα σε τόσο ταραγμένες μέρες – είναι και η λειτουργία σ’ αυτή δύο δικαστηρίων: του πρώτου Δικαστηρίου Αιτωλίας – με Μεσολογγίτες «κριτές» (δικαστές) – που ιδρύθηκε το 1823 και του Δικαστηρίου των Εκκλήτων (Εφετείο), που ιδρύθηκε τον Ιανουάριο του 1824. Παράλληλα, ένας μεγάλος αριθμός ντό­πιων αγωνιστών και πολιτών ίδρυσαν την Αδελ­φότητα των Φιλοδικαίων για να μεριμνά για τη δί­καιη διαχείριση των τροφίμων και των χρημάτων που στέλνονταν – τον πρώτο καιρό – ως βοήθεια.
Η καθημερινή ζωή και ο πόλεμος ήταν σφιχτά κι αξεδιάλυτα πλεγμένα μεταξύ τους. Και πώς μπορούσε να γί­νει διαφορετικά, αφού οι οικογενειάρχες που πολεμούσαν στα τείχη έπρεπε να τρέχουν, μόλις έβρισκαν μια α­νάπαυλα, μια ευκαιρία, να φροντίζουν για τα σπί­τια τους – ή και να κοιμηθούν στα κλεφτά -, οι γυ­ναίκες που μαγείρευαν – το λίγο στην αρχή και υ­ποτυπώδες στο τέλος – φαγητό τους να πηγαίνουν στα τείχη φυσέκια, που οι ίδιες τύλιγαν, επιδέ­σμους για τους τραυματίες, απ’ τα σεντόνια τους που έσκιζαν, πέτρες απ’ τα σπίτια τους που οι ίδιες γκρέμιζαν, για να επιδιορθωθούν τα τείχη, ξύλα για ν’ ανάβουν φωτιές να ζεσταίνονται οι πολεμι­στές, ή και να αλλάξουν καμιά φορά για λίγο βάρ­διες μ’ αυτούς. Οι πολίτες ήταν πολεμιστές και οι πολεμιστές πολίτες.
Κυριάκος «Κίτσος» Τζαβέλας (1800-1855), λιθογραφία, Karl Krazeisen.
Όλοι κοιμούνταν στα σπίτια τους, δεν υπήρχαν στρατώνες και οι στρατηγοί είχαν διαλέξει για ντά­πια τους αυτή που ήταν πιο κοντά στα σπίτια τους. Και οι μη ντόπιοι πολεμιστές (όπως π.χ. οι Σου­λιώτες) στρατωνίζονταν κι αυτοί στα σπίτια της πό­λης. (Και είναι μια εξαίσια λεπτομέρεια από την περίφημη μάχη της Κλείσοβας, του θαλάσσιου ο­χυρού του Μεσολογγίου, πως ο νικητής Κίτσος Τζαβέλας, αφού κράτησε ώρες τους Τούρκους μα­κριά κι έβαψε γύρω κατακόκκινα τα νερά απ’ το αίμα τους, γύρισε μετά μες στην πόλη και κοιμήθηκε στην αγκαλιά της αγαπημένης του).
Ο στίχος του Σολωμού «δεν τους βαραίνει ο πόλεμος αλλ’ έγινε πνοή τους» φαίνεται να συνοψίζει – με μοναδικό, βέβαια, ποιητικό τρόπο – την τό­τε πραγματικότητα. Γιατί ο πόλεμος κράτησε – με διακοπές – σχεδόν τέσσερα χρόνια, κι όλοι μες στην πόλη είχαν συνηθίσει πια την αντάρα του.
Γεννιούνταν, αγαπιούνταν ή πέθαιναν μέσα σ’ αυτή. Τόσο πολύ την είχαν συνηθίσει που, όπως α­ναφέρει ο Κασομούλης, όταν καμιά φορά, με την πολλή ζέστη τα μεσημέρια, σταματούσε για λίγο το «κανόνισμα», έπιανε τον κόσμο μια αθυμία, σαν κάτι να τους έλειπε.
Ο πόλεμος δεν τους ήταν «εμπόδισμα» σχε­δόν σε τίποτε. Πήγαιναν στις εκκλησίες, έκαναν τις γιορτές τους, έβαζαν οι κοπέ­λες το καλό τους φόρεμα, «τον σέρσηγκα», τις Κυριακές, οι νέοι παντρεύονταν. Στο γάμο του στρατηγού Δημητρίου Μακρή με την Ευπραξία Ραζη – Κότσικα, που έγινε στις 7 Ιανουα­ρίου, δηλαδή τρεις μήνες πριν από την Έξοδο, γλένταγαν ως το πρωί κι έριχναν μπαταρίες, τόσο, που οι Τούρκοι έξω απ’ τα τείχη ρώτησαν τι συμβαίνει. Κι όταν οι φρουροί απ’ τις ντάπιες τούς είπαν τι συ­νέβαινε, ευχήθηκαν κι εκείνοι: «Αντε, ωρέ, να ζήσουνε και καλή προκοπή», τους είπανε. Ανάμεσα στα παράξενα – και τα μαγικά – που συνέβαιναν μέσα στην πολιορκημένη πόλη, θα ‘πρεπε να σταθούμε ιδιαίτερα σε μερικά.
Το πρώτο ήταν ο ρόλος που κλήθηκαν – ή ανα­γκάστηκαν, ή θέλησαν – να παίξουν οι γυναίκες. Ρόλος πρωταγωνιστικός και που δεν τον έπαιξαν μόνο γυναίκες μεμονωμένες ή ξεχωριστές -όπως αλλού ας πούμε η Μαντώ Μαυρογένους ή η Μπουμπουλίνα – αλλά όλες, ανεξαρτήτως κοινω­νικής, οικονομικής τάξης ή μόρφωσης.
Πρώτα πρώτα, πριν ακόμη κλείσει ο κλοιός από τη θάλασσα, πήγαν πολλές μαζί σαν «πρεσβευτές» της πόλης στα Επτάνησα να ζητήσουν απ’ τον κό­σμο εκεί «χρήματα, πανιά για τους λαβωμένους», όπως λέει και η πολύτιμη μαρτυρία του Σολωμού – πρωτοβουλία παράτολμη, αν σκεφτεί κανείς τα τό­τε ήθη και τη θέση της γυναίκας.
Άλλος ρόλος – πρωτότυπος – που ανέλαβαν οι γυ­ναίκες ήταν να σχηματίζουν μια ζωντανή αλυσίδα από την πόλη ως τα τείχη της, όχι μόνο για να με­ταφέρουν εκεί από φαγητά μέχρι πέτρες, αλλά και για να παίρνουν από κει χώμα. Όταν δηλαδή οι πο­λιορκητές ύψωναν έξω απ’ τα τείχη μεγάλα προ­χώματα για να μπορούν να χτυπάνε μέσα στην πό­λη, αυτές όλη τη νύχτα, μέσα από λαγούμια που έσκαβαν, έπαιρναν και μετέφεραν, δίνοντας η μία στην άλλη, χέρι με χέρι, το χώμα μέσα, κι έτσι τα περίφημα «υψώματα» όλο και χαμήλωναν.
Κι όταν ο κλοιός έσφιξε πιο πολύ κι εξάντλησαν όλες τις αρμυρήθρες της θάλασσας, όλα τα σιχασμένα ζώα της γης για να θρέψουν τα παιδιά τους, κι αφού ακόμη κάποιες έψησαν (υπάρχουν μαρτυρίες γι’ αυτό) μέλη των νεκρών παιδιών για να θρέψουν τ’ άλλα, προχώρησαν, «σαν έτοιμες από καιρό», ως το φοβερό τέλος. Άλλες βγήκαν με τη φρουρά, ντυμένες σαν άντρες και με τα κοιμισμένα μ’ αφιόνι μωρά τους στην αγκαλιά, άλλες αυτοκτόνησαν πέφτοντας πάνω στα εχθρικά σπαθιά ή κό­βοντας με τα δόντια τη γλώσσα τους, άλλες σκότω­ναν τα παιδιά τους και μετά σκοτώνονταν κι άλλες τέλος ανατινάζονταν μαζί με τον Καψάλη ή τον ε­πίσκοπο Ιωσήφ στις πυριτιδαποθήκες. Δεκάδες ονόματα, που έμειναν όχι μόνο στα χαρ­τιά, αλλά και στη συλλογική μνήμη: Αλεφαντώ, Γυφτογιάνναινα, Πιτούλαινα, Σάνα, Διαμάνταινα, Τσιμπερλένιαινα, Αλτάνη Μάγερ, Ειρήνη Στασινόπουλου.
Οι ίδιες που λίγους μήνες πριν έκλεβαν τη νύ­χτα χώμα ή γέλαγαν με τα παθήματα των Τούρκων και των Ευρωπαίων εκπαιδευτών τους. Γιατί, ακόμη και στις δύσκολες στιγμές – κι αυτό είναι το δεύτερο περίεργο -, το χιούμορ δεν έλειψε ποτέ απ’ το Μεσολόγγι. Όταν, στις εφόδους που έκαναν έξω απ’ τα τείχη, διέλυαν το τουρκικό στρατόπεδο και κυνηγούσαν α­πό πίσω τους Τούρκους, αυτοί φώναζαν «αμάν καπιτάν», ενώ οι Γάλλοι εκπαιδευτές τους (σαν τους ήρωες του Τσάρλι Τσάπλιν που τρώνε κλοτσιά στα οπίσθια) φώναζαν «παρντόν», «παρντόν»! Οι πο­λιορκημένοι, λοιπόν, όταν έπιαναν κανέναν απ’ τους εκπαιδευτές – που εύλογα αντιπαθούσαν – τον έσερναν κάτω και του έλεγαν γελώντας: «παρντόν, παρντόν». Κι όταν τους έβλεπαν έξω απ’ τα τείχη να κάνουν ασκήσεις στους Τούρκους σε παράταξη, μπροστά – πίσω – πράγματα που οι πολιορκημένοι δεν είχαν δει ποτέ- τους φώναζαν: «Πού πάτε ωρέ προς τα κει; Από δω είναι το Μεσολόγγι».
Μεχμέτ Ρεσίτ πασάς (Κιουταχής). Λιθογραφία από λεύκωμα του Giovanni Boggi. Φλωρεντία, 1825.
Κάθε πρωί ανέβαινε στα τείχη ένας πυροβολη­τής ονόματι – ή μάλλον με το παρατσούκλι – Γουρνάρας και φώναζε: «Αλέστα! του Κιουταχή τα γέ­νια χέστα!». Αυτό σύγχυζε πολύ τον Κιουταχή. «Δεν βρίσκεται κανένας να τον κάνει να σωπάσει;» έλεγε. Ένας Μεσολογγίτης πάλι απ’ το σώμα του Μακρή έκανε μονομαχία με βρισιές μ’ έναν Τούρ­κο απέναντι, που είχε γεννηθεί στην Ελλάδα και ήξερε καλά τα ελληνικά, και τον νίκησε, γιατί βρήκε πολύ περισσότερα σημεία «να επιτεθεί» (τους βεζίρηδες, τους μπιμπασιάδες τους, τους λουλέδες τους, τις καπνοσακούλες τους).
Μια Μεσολογγίτισσα, όταν ένα εχθρικό βόλι πα­ρά λίγο να τη σκοτώσει τρυπώντας τελικά μόνο τη βαρέλα με το νερό που κουβαλούσε, γύρισε ατάρα­χη προς αυτό και είπε: «Μπα κακό χρόνο να ‘χεις κι εσύ κι αυτός που σ’ έριξε· κιο δεν έχω άλλη βαρέλα»· ενώ ένας άντρας που έσκασε μια βόμβα έξω απ’ το σπίτι του όπου έ­φτιαχνε με το γουδί «αλιάδα» (σκορδαλιά), γύρισε κι αυτός – απαθής – και την έβρισε: «Πουτάνα!», της είπε και συνέχισε να κάνει τη δουλειά του. Μια μέρα που έπεσε μια βόμβα μες στην αγορά και δεν έσκασε με την πρώτη, ένας σκύλος που ή­ταν εκεί κοντά την πήρε για παιχνίδι κι άρχισε να την κυλάει. Όσοι ήταν λοιπόν γύρω στέκονταν και γελούσαν· προπαντός τα παιδιά.
Αυτή η σκηνή συνοψίζει, θα ‘λεγε κανείς, το τρίτο «περίεργο»: τη θέση των παιδιών στο Μεσολόγγι. Τα πιο μικρά, αφού είχαν γεννηθεί μες στον πόλεμο, τον είχαν πά­ρει για μέρος της καθημερινής ζωής, και δεν καταλάβαιναν το φόβο του, ενώ τα μεγαλύτερα είχαν εξοικειωθεί μ’ αυτόν. Τα πρώτα έπαιζαν τον πόλεμο, τα δεύτερα συμμετείχαν σ’ αυτόν.
Πρώτα πρώτα συμμετείχαν στον πετροπόλεμο που έκαναν συχνά οι αγωνιστές, για ν’ απομακρύνουν τους πολιορκητές απ’ τα περιχαρακώματα, και δεύτερον έπαιρναν πολλές φορές μέρος και σε μάχες κανονικές. Άλλο έπιανε τη θέση του πατέρα του, αν αυτός πληγωνόταν, άλλο ορμούσε χωρίς να ρωτήσει κανέναν. Έχουμε πολλά ονόματα παιδιών, που σαν τον Γαβριά του Ουγκό γύριζαν απ’ τις μά­χες με λάφυρα (όπλα σκοτωμένων, ακόμη και… ά­λογα), ενώ ο δεκαεξάχρονος Νταής Βορίλας έσω­σε την Κλείσοβα, περνώντας μέσα από τον εχθρικό στόλο του Ιμπραήμ, για να ειδοποιήσει τον Κίτσο Τζαβέλα.
Όμως το «παιχνίδι» του πολέμου είχε και τη φοβερή όψη του. Ο δεκαπεντάχρονος Αντώνης Μπάκας, για παράδειγμα, ο οποίος στην πρώτη του εξόρμηση είχε φέρει πίσω τα τουφέκια δύο Χαλτούπηδων, στη δεύτερη πληγώθηκε και, λίγες μέ­ρες μετά, πέθανε. Κι αν το παιχνίδι του Αντώνη Μπάκα ήταν μοιραίο για κείνον, αυτό του μικρού Σπύρου Παπαλουκά απέβη δυστυχώς μοιραίο για το Μεσολόγγι. Στο Βασιλάδι δηλαδή, που ήταν το ισχυρότερο προπύργιο του Μεσολογγίου απ’ τη με­ριά της θάλασσας, ενώ η τελευταία μάχη έκλινε υ­πέρ των πολιορκημένων, ο δεκάχρονος γιος του στρατηγού Αναστασίου Παπαλουκά, μέσα στο ζή­λο του να βοηθήσει, έριξε κατά λάθος ένα κομμάτι αναμμένο δαδί στα βαρέλια με το μπαρούτι κι ανα­τινάχτηκε όλο το οχυρό, μαζί με τις τελευταίες ελπίδες της πόλης.
Έτσι, ακροβατώντας ανάμεσα στο παιχνίδι και στο θάνατο, έφυγαν τα παιδιά του Μεσολογγίου. Τα μεγαλύτερα. Τα πιο μικρά, αυτά δηλαδή που δεν είχαν γνω­ρίσει την ειρήνη, πρέπει να ‘φυγαν μισοδιασκεδάζοντας αλλά και μισοαπορώντας για το – ακατα­νόητο γι’ αυτά – παιχνίδι που παιζόταν γύρω τους, όπου οι μανάδες τους ξαφνικά μασκαρεύονταν με ρούχα αντρικά κι έκαιγαν τα κρεβάτια τους, όπου όλοι έσκυβαν και φιλούσαν τα κατώφλια απ’ τα σπίτια τους, όπου τους έδιναν κάτι να πιουν και ζα­λίζονταν και, «σαν σε όνειρο του ονείρου», θαμπόβλεπαν, άλλα έναν γέρο, άλλα έναν παπά να βάζει φωτιά σε κάτι βαρέλια και να τινάζονται όλοι μαζί στον αέρα.

Βιβλιογραφία

  1. Σπυρομήλιος, «Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου», εκδόσεις Τσουκαλά, Αθήνα 1957.
  2. Αύγουστος Φαμπρ, «Ιστορία της πολιορκίας του Μεσολογγίου» (μετάφραση απ’ τα γαλλικά Ακακίας Κορδόση – η πρώτη χωρίς λογοκρισία), εκδ. «Πολύπλευρο», Μεσολόγγι 1983.
  3. Νικόλαος Δ. Μακρής, «Ιστορία του Μεσολογγίου», εκδόσεις Τσουκαλά, Αθήνα 1957.
  4. Κ.Α. Στασινόπουλος, «Το Μεσολόγγι», τόμος Α, Αθήνα 1926.
  5. Στέφανος Τσίντζος, «Το Μεσολόγγι, κοιτίς της Ελευθερίας», Αθήνα 1936.
  6. Κ. Σ. Κώνστας, «Άπαντα», Α’ τόμος, Αθήνα 1991.
  7. Κωνσταντίνος Π. Πετρόπουλος: «Σκηνές Εθνικού Μεγαλείου», Αθήνα 1971.
  8. Σπύρος Κανίνιας, «Η Δικαιοσύνη στο Μεσολόγγι 1821-1826», Επετηρίδα Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Δικαίου Ακαδημίας Αθηνών, Αθήνα 1985.
  9. Εκδόσεις Εθνικής Τράπεζας, «Μεσολόγγι», Αθήνα 1976.
Ακακία Κορδόση
Συγγραφέας
Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Η έξοδος του Μεσολογγίου», τεύχος 180, 10 Απριλίου 2003.

Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2019

Αναμοχλεύοντας τον ποιητικό σκελετό ενός αναμφίβολου ποιητή και αμφιλεγόμενου φιλέλληνα

«Όταν κανείς για λευτεριά δεν μπορεί να παλέψει
στα μέρη του, τις μάχες του ας δίνει σ´ άλλη γη»
 η υπογραφή του Λόρδου Μπάυρον
.
Ο Τζορτζ Γκόρντον Νοέλ Μπάυρον, γεννήθηκε στις 22 Γενάρη του 1788 μέσα σε μία αριστοκρατική οικογένεια που έφθινε ταχέως. Λίγο μετά τη γέννα του, ο πατέρας του, πλοίαρχος του Βασιλικού Ναυτικού, «ζωηρός σπάταλος από ευγενή οικογένεια», εγκατέλειψε την οικογένεια λόγω χρεών, και η μητέρα του – η οποία ήταν απόγονος του βασιλιά της Αγγλίας Εδουάρδου του Γ’, αναγκάστηκε να πουλήσει την περιουσία τους και τον τίτλο ευγενείας για την αποπληρωμή τους.
 ..


Του Άννεσλυ λόφοι άγονοι, γυμνοί
που γύρναγα σε χρόνια παιδικά-
πώς οι πολεμόχαροι βοριάδες
σφυρίζουν στη μεγάλη σας σκιά!


Έτσι, ο μελλοντικός Λόρδος, μεγάλωσε στο Αμπερντήν της Σκωτίας σαν κάποιο φτωχό αγόρι και δεν ήταν λίγες οι φορές που τον προσβάλανε, καθώς γεννήθηκε με πρόβλημα στη δεξιά κνήμη, με αποτέλεσμα να κουτσαίνει στο ένα ποδι, –Είδα μες στα όνειρα μου/πως ώρες χαράς λίγες θα βρω/κι αυτές χτυπημένες απ´ άγριο αέρα-, γεγονός που θα τον ακολουθεί σε όλη του τη ζωή και θα σφραγίσει τόσο τον βίο όσο και το έργο του. Τα δύσκολα παιδικά χρόνια της παρακμασμένης φαμίλιας θα του αφήσουν κληρονομιά την έλλειψη πειθαρχίας και την αμετροέπεια του χαρακτήρα του.



Στο νόμο ανήλικος, στα χρόνια παιδί,

Στο νου ένας σκλάβος σε φαύλες χαρές.
Θρεμμένος σε κάθε αρετή και ντροπή.
Στην απάτη με πείρα, φοβερός στις ψευτιές ,
Στην υποκρισία ένας δαίμονας, αν κι ακόμα παιδί
[…]


Το 1798, σε ηλικία 10 ετών, ο Βύρων κληρονομώντας τον τίτλο και την περιουσία του θείου του, γίνεται ο έκτος Λόρδος Μπάυρον και η ζωή του αλλάζει δραστικά. Φοιτά σε ιδιωτικό σχολείο του Λονδίνου όπου λαμβάνει τη δέουσα μόρφωση της άρχουσας τάξης, κολυμπάει, πυγμαχεί, παίζει κρίκετ.


Κι αν τώρα ειν´ αλλιώτικη η μοίρα σου,
τώρα που κάποιος τίτλος με στολίζει
μη μου ζηλεύεις, φίλε, αυτή τη θέση μου…
αφού η αξία βγαίνει απ´ την καρδιά σου.



Το 1803, ερωτεύτηκε παράφορα τη μακρινή του ξαδέλφη Mary Chaworth, με το ανεκπλήρωτο του έρωτά του να βρίσκει δημιουργική έκφραση στα πρώτα ερωτικά ποιήματά του.
[…]
τις πνιγμένες ώρες βλέπω
και τα μέρη τα αλλοτινά!
Πάνε τώρα! Η γελαστή μου Μαίρη
τα έχει κάνει όλα μακρινά.


Ωστόσο, αν και τα πράγματα πήγαν καλά γι ´ αυτόν στο σχολείο, ο Βύρων έκανε την εμφάνισή του -με διαλείμματα φυσικά- στο Πανεπιστήμιο Trinity College του Κέιμπριτζ σαν κάποιος μάλλον ασυνήθιστος νέος, με τα σεξουαλικά σκάνδαλα και τις υπερβολές του να μένουν παροιμιώδη στο κολέγιο. Ταυτοχρόνως βέβαια όλα αυτά, του άφησαν και πολλά χρέη, με τον ίδιο να μοιράζει τον χρόνο του μεταξύ ιππασίας, πυγμαχίας και τζόγου.

 .
Μα οι αρετές της έμειναν στης μνήμης μου την άκρη
και τ´ όμορφό της πρόσωπο που τόσο μου ´χε αρέσει
ακόμα φέρνουν της θερμής στοργής μου αυτό το δάκρυ
ακόμα μέσα στην καρδιά κρατάν την ίδια θέση.


Το 1806, σε ηλικία 18 ετών, εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Κομμάτια Φυγάδες», η οποία ενόχλησε τους εκπρόσωπους της Εκκλησίας, με αποτέλεσμα ο άπειρος νεαρός λόρδος να την αποσύρει από την κυκλοφορία, για να επανέλθει ωστόσο τον επόμενο χρόνο.
Όπως κι εσείς θα ζήσει αυτός κι όπως εσείς θα σβήσει
κι άμποτε τότε η σκόνη του τη σκόνη σας να βρει.


Το 1807, στα βιβλιοπωλεία του Λονδίνου παρουσιάστηκε το βιβλίο ποιημάτων του οι «Ώρες Απραξίας», για το οποίο η σκοτσέζικη «Επιθεώρηση του Εδιμβούργου», ένα από τα πιο σημαντικά λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής εκείνης, έγραψε: «Η ποίηση αυτού του νεαρού λόρδου, ανήκει στην τάξη που δεν επιτρέπεται να ανήκει ούτε ο Θεός, ούτε ο άνθρωπος».

Να γίνω πάλι τίποτα, όπως ήμουνα
πριν έρθω στη ζωή και σ´ όσα πνίγουν.


Κοροϊδεύοντας μερικά ποιήματά του, συμβούλεψε τον νεαρό «να αφήσει την ποίηση και να στρέψει τις κλίσεις του και τις ευκαιρίες του σε κάτι πιο καλό».

[…]
Τα μάγουλά μας καίγαν μ´ αγωνία.
Τα χείλη σου με τα δικά μου σμίγαν.
Τα δάκρυα απ´ τα μάτια σου μιλούσαν
σε κείνα που απ´ τα δικά σου φύγαν
[…]


(Ερωτικό γράμμα στην Λαίδη Μέλμπουρν)

Αφού έλαβε δηκτικές κριτικές για την πρώτη του ποιητική συλλογή, δυο χρόνια αργότερα ο Βύρων ανταπάντησε με το σατιρικό ποίημα «Άγγλοι Ποιητές και Σκώτοι Επικριτές», κάνοντας μια πνευματώδη επίθεση στους κριτικούς και στην κλειστή λογοτεχνική κοινότητα της χώρας και το οποίο του εξασφάλισε την πρώτη του λογοτεχνική αναγνώριση.

Μύθος φήμης να μη στολίσει τ´ όνομά μου.
Ό,τι ζητώ κι όλο ό,τι θέλω ειν´ ένα δάκρυ.

«Είχε διαβάσει ποίηση και ιστορία και μπορούσε να συμπεριφερθεί γοητευτικά όταν το ήθελε. Από την άλλη, ήταν πολύ ευαίσθητος, μπορούσε να φτάσει στην παραφορά για τα πιο ασήμαντα πράγματα και έδειχνε να μην τον νοιάζει η γνώμη κανενός για ό,τι έκανε».

(Ερωτικό γράμμα στην Λαίδη Γουίπινγκ)

[…]
Ω! να τονίζεις πάψε πως όλοι παλεύουμε ,
απ´ τον Αδάμ ως τα τώρα, με μιαν άθλια ζωή!
Κάποιο μέρος παραδείσου ειν´ ακόμα στη γη.

Δυο μήνες μετά την δημοσίευση του σατυρικού ποιήματος, ο Μπάυρον ξεκίνησε το μακρύ του ταξίδι στη Μεσόγειο, όπου και έγραψε ένα από τα πλέον περίφημα ποιήματά του, «Το Προσκύνημα του Τσάιλντ Χάρολντ», με θέμα τις εντυπώσεις ενός νεαρού άντρα που ταξιδεύει μακριά από την πατρίδα του, σε άγνωστα εδάφη. Στο συγκεκριμένο μακροσκελές ποίημα δεν υπάρχει ιστορία, απλώς μια σειρά από περιγραφές, σκέψεις και συναισθήματα.


Μα τριγυρνώντας μακριά σε μέρη ξένα 
ν´ αντέχει έμαθε τη θλίψη τη βαριά
κι αναστενάζοντας γι ´ αλλοτινές του μέρες
σ´ άλλες εικόνες βρήκε πια παρηγοριά.


Οι αναγνώστες των ιπποτικών ρομάντζων, οι εραστές των άγριων θαλασσών, των ψηλών βουνοκορφών και των μοναχικών ερημητηρίων, όλοι αυτοί που είχαν αρχίσει να κουράζονται με τα ξερά ηρωικά δίστιχα των μέχρι τότε ποιητών, βρήκαν σ´ αυτό το ποίημα το είδος της ποίησης που θέλανε.

Ξύπνησα ένα πρωί και βρήκα τον εαυτό μου διάσημο.



Τα πιο επιτυχημένα ποιήματα του Λόρδου Βύρωνα, ήταν ρομαντικά όχι μόνο στις σκηνές που περιγράφουν ή στη γλώσσα και στις μορφές που είναι δωσμένα, αλλά και στο προσωπικό έντονο αίσθημα που έκλεισε μέσα τους ο ποιητής, γιατί σ´ αυτά που έγραφε τραγούδησε την λύπη του, αυτά που ένιωσε για τις αρχαίες πόλεις που πήγε, καθώς και το μίσος του και την αγάπη του. Με το άγγιγμα του, η ποίηση που είχε αρχίσει να γίνεται απόμακρη και σκοτεινή, ξαφνικά έγινε για τον κόσμο ζωντανή, εντυπωσιακή και σπουδαία.
Στην περιήγησή του στη Μεσόγειο το 1809, ο ποιητής δεν παρέλειψε να επισκεφθεί την Ελλάδα, την οποία ερωτεύτηκε αμέσως. Αφού συναντήθηκε με τον Αλή Πασά στο σαράι του, -τον ξάφνιασε το γεγονός ότι ενώ ο Αλή Πασάς ήταν γνωστός ως «ένας αμείλικτος τύραννος, ένοχος για τις πιο φριχτές ωμότητες», ως οικοδεσπότης φέρθηκε «πολύ ευγενικά και η εμφάνισή του έδειχνε οτιδήποτε άλλο εκτός από τον αληθινό χαρακτήρα του»-, ο ποιητής περιδιάβηκε όλη σχεδόν τη χώρα και ξεναγήθηκε στα μνημεία του ελληνικού πολιτισμού. «Η Αρκαδία δεν δείχνει παρά μέρος απ´ Όνειρα» γράφει στο ποίημα του «Της πρώτης αγάπης το φιλί». Τις εντυπώσεις του από το ταξίδι στη Ζίτσα και στο Τεπελένι ο Μπάυρον τις εκθέτει σε πολλά ποιήματα και σε επιστολή προς τη μητέρα του:

«Πρέβεζα, 12 Νοεμβρίου 1809.

Αγαπητή μου μητέρα,
Είναι ο πιο όμορφος τόπος που έχω δει…Δε θα ξεχάσω ποτέ την είσοδό μου στο Τεπελένι.
Ήταν πέντε το απόγευμα, μόλις έπεφτε ο ήλιος».




[…]
Ω Ζίτσα, από τον σύδεντρο το φουντωτό σου λόφο χαριτωμένο και ιερό προβάλλει μοναστήρι.
Εκείθε οπού και αν ρίξουμε το βλέμμα,
επάνω, κάτω, τριγύρω μας, τι χρώματα κάθε λογής, τι τόποι με θέλγητρα μαγευτικά
ξανοίγονται μπροστά μας!

Δεν έχασε βέβαια ευκαιρία να ερωτευτεί και πάλι, αυτή τη φορά την κόρη του βρετανού πρόξενου Θεόδωρου Μακρή, με τις μακριές πλεξούδες του ωραίου που παίζουνε στους ανέμους του Αιγαίου, -την οποία μόλις είδε, αναφώνησε στον φίλο του Χόμπχαουζ: «Ω, μια Καρυάτιδα έχει ζωντανεύσει»-, και στην οποία αφιέρωσε το ποίημα «Κόρη των Αθηνών». 

[…]
κόρη γλυκιά των Αθηνών, τώρα π’ αποχωριζόμαστε

δωσ’ μου, ώ, δωσ’ μου πίσω την καρδιά μου
ή, αφού ούτως ή άλλως έχει βγει από τα στήθη μου
κράτα την και πάρε και όλα τα’ άλλα
άκου τον όρκο μου προτού φύγω: ζωή μου σ’ αγαπώ.

(Στις 13 Μαρτίου του 1933 το Εθνικό Θέατρο ανέβασε το έργο «ΛΟΡΔΟΣ ΜΠΑΫΡΟΝ» σε σκηνοθεσία του Φώτου Πολίτη. Στον ρόλο του Μπάυρον ήταν ο Νίκος Δενδραμής και τον ρόλο της Τερέζας Μακρή, τον υποδύθηκε με μεγάλη επιτυχία η Βάσω Μανωλίδου).

Το Σαμιώτικο χύνε στο ποτήρι ως τα χείλη! Όξω οι λύπες!
Ελάτε με την πλόσκα γεμάτη!


Ο Βύρων παρέμεινε στην Ελλάδα άλλους δέκα μήνες, μετρώντας αμέτρητες περιπέτειες, που λίγο έλειψε να του στερήσουν τη ζωή· ο ίδιος πέρασε κολυμπώντας τα Στενά του Ελλήσποντου, μιμούμενος τον άθλο του μυθικού Λέανδρου, κατόρθωμα που το είχε καμάρι σε ολόκληρο τον σύντομο βίο του.


[…]
Μέθα λοιπόν όσο μπορείς -και ίσως κάποιοι άλλοι
όταν εσύ, όπως κι εγώ, γείρεις για να θαφτείς,
για να ´βρουνε να στιχουργούν και να ´χουνε κραιπάλη
ίσως από τ´ αγκάλιασμα σε σώσουνε της γης
[…]


Το 1811 ωστόσο, χτυπημένος βαριά από ελονοσία, αποφασίζει να επιστρέψει στη Βρετανία και τον Καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς χάνει τη μητέρα του, που παρά την δύσκολη σχέση τους, θα τον βυθίσει στη θλίψη. Η δημοσίευση ωστόσο του «Προσκυνήματος του Τσάιλντ Χάρολντ», θα τον κάνει ακόμη πιο γνωστό και θα τον βγάλει από το βαρύ του πένθος, καθώς και μια σειρά από νέα σεξουαλικά σκάνδαλα και θυελλώδη ειδύλλια, όπως ο έρωτας του με την ετεροθαλή αδελφή του Αυγούστα. Το πάθος, οι ενοχές που νιώθει, αλλά και η περιρρέουσα φημολογία για τον αιμομικτικό δεσμό, θα απαθανατιστούν σε μια σειρά από λαμπρά σκοτεινά ποιήματα, όπως «Ο Γκιαούρ», «Η Νύφη της Αβύδου», «Ο Κουρσάρος» και «Η Πολιορκία της Κορίνθου».


«Είχε ένα καλοσχηματισμένο κεφάλι με πυρόξανθα σγουρά μαλλιά, με μιαν έξοχη αισθησιακή μύτη, στόμα και πηγούνι, και μάτια που ο Κόλεριτζ τα είχε πει ανοιχτές πόρτες του ήλιου».


Παρά την αρρώστια του, συνέχισε να γράφει, ασκώντας παράλληλα και πολιτική δράση με τους Φιλελεύθερους. Υπήρξε υπερασπιστής της ανεξιθρησκίας, ενθάρυνε τους «Λουδδίτες», -τους εργάτες που έσπαζαν τις βιομηχανικές μηχανές-, και εναντιώθηκε στην αντιμετώπισή τους με θανατική ποινή· – μάλιστα έγραψε γι ´ αυτούς το ποίημα «Άσμα για τους Λουδδίτες».
 
Οι συλλογές του γίνονται ανάρπαστες, φέρνοντάς του ακόμα περισσότερα λεφτά, τα οποία ξοδεύει αφειδώς, με τα χρέη να συσσωρεύονται για ακόμα μια φορά. Ψάχνοντας τρόπο να ξεφύγει από την έκλυτη ζωή και τις εφήμερες σχέσεις, παντρεύεται το 1815 την Αναμπέλα Ισαβέλα Μίλμπανκ, μια γυναίκα ιδιαίτερα καλλιεργημένη, και τον Δεκέμβρη της ίδιας χρονιάς αποκτούν την κόρη τους, Αυγούστα Άδα.

Στην πέτρα σκαλιστό μη βρει κανένα παίνεμά μου!
Μονάχα για επιτάφιο να έχω τ´ όνομά μου.
Και αν στη σκόνη μου τιμή αυτό μόνο δεν δίνει,
τότε δεν πρέπει οι πράξεις μου να έχουν άλλη φήμη
[…]

Ο γάμος δεν έμελλε ωστόσο να κρατήσει πολύ, καθώς η διαφορετικότητα των χαρακτήρων παραήταν έκδηλη, και τον Ιανουάριο της επόμενης χρονιάς η ένωση πήρε τέλος, -ενώ εκείνος ετοίμαζε την έκδοση των ποιημάτων του «Η πολιορκία της Κορίνθου» και «Παριζίνα»-, με την Αναμπέλα να εγκαταλείπει τον Βύρωνα βουτηγμένο στο ποτό, στα χρέη και στις φήμες που έδιναν και έπαιρναν για τον αιμομικτικό του δεσμό αλλά και τις ομοφυλοφιλικές του περιπέτειες. –Μάταια αυτή τη θλίψη μας με χάδια ηρεμούμε, μάταια ορκιζόμαστε αιώνια στη χαρά της/. Ο ίδιος δεν θα ξαναέβλεπε την γυναίκα και την κόρη του ποτέ.


[…]
Κι εγώ έχω λατρέψει
κάπου είκοσι έξι.
Τις αγάπησα όλες με πάθος.
Αν και ζουν στην καρδιά μου,
είναι όλες μακριά μου
[…]

Ο Λόρδος Βύρωνας έγραψε αρκετά αγανακτισμένα ποιήματα για τον χωρισμό, -τα οποία δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες-, χάνοντας έτσι την δημοτικότητά του. Τον Απρίλιο του 1816, μέσα σε αυτό το ιδιαίτερα αφιλόξενο για τον ιδιο κλίμα, που τον ανάγκαζει να αποφεύγει τις δημόσιες εμφανίσεις, ο ποιητής εγκατέλειψε την Αγγλία.

Πετάει η νιότη, πάει η ζωή, η ελπίδα σκοτεινιάζει
και δεν αρκεί μια πρωτινή προσήλωση αγάπης.
Γι ´ αλλού τα νέα του φτερά με ξέσπασμα τινάζει!


Τα επόμενα χρόνια, ο Μπάυρον μαζί με το φίλο του John Cam Βαρώνο του Hobhouse ταξίδευσε σε χώρες όπου είχαν ξεσπάσει κοινωνικές επαναστάσεις και πήγε στο πεδίο μάχης του Βατερλώ όπου εμπνεύστηκε το ποίημα «Η παραμονή του Βατερλό», που είναι μια γλαφυρή περιγραφή της γαλλικής άρχουσας τάξης (κατ´ επέκταση και της Αγγλικής), στους κόλπους των οποίων διαμορφώθηκε ο ρομαντισμός. Μέσα στους στίχους του ποιήματος αυτού, οι ευγενείς ζούν «στον κόσμο τους» ενώ ακριβώς δίπλα τους πρόκειται να ξεσπάσει μια μάχη που θα κρίνει το ίδιο τους το μέλλον.




Αργότερα ταξίδεψε στη Γενεύη, όπου έγινε φίλος με τον λογοτέχνη Πέρσι Σέλεϊ, -(οι δυο τους παρέμειναν φίλοι μέχρι και το 1822 που ο Σέλεϊ πνίγηκε)-και την επίσης συγγραφέα γυναίκα του Μαίρη Σέλεϊ. Μία κρουαζιέρα της παρέας στις Λίμνες της Γενεύης και η διαμονή τους στη βίλλα Diodati, έδωσε στον Μπάυρον την έμπνευση να γράψει την τρίτη ωδή του «Τσάιλντ Χάρολντ», -αυτή τη φορά μεταφέροντας τις εντυπώσεις του από τα ταξίδια του στο Βέλγιο και την περιπλάνησή του κατά μήκος του ποταμού Ρήνου-.

Την ίδια εποχή έγραψε το ποιητικό δράμα «Μάνφρεντ» καθώς και τον «Φυλακισμένο του Σιγιόν».
 .
Η Ευρώπη είναι μια απλωμένη φυλακή.

Ο καιρός που δρούσε ο Λόρδος, ήταν ο καιρός της Γαλλικής επανάστασης, καιρός των πολέμων, οπότε χρόνος κατάλληλος για όποιον του άρεσε να είναι ελεύθερος και να γράφει για την ελευθερία. Στα δυο τελευταία κάντος του «Τσάιλντ Χάρολντ», γράφει για την δίψα για δύναμη, για το πώς οι άνθρωποι σκλαβώνουν τους εαυτούς τους και για το γεγονός πως εξαπατούν και αδικούν τους άλλους και στον «φυλακισμένο του Σιγιόν», -τον οποίο τον εμπνεύστηκε από επίσκεψη του με τον Σέλεϊ στον πύργο-φυλακή, χάραξε μάλιστα και τ´ όνομά του σε μια κολώνα-, περιγράφει την ιστορία ενός Ελβετού ηγούμενου που βρίσκεται σιδεροδέσμιος λόγω θρησκευτικών πεποιθήσεων. («Ποτέ δεν είδαμε, έγραψε ο Σέλεϊ για εκείνη την εκδρομή τους, τρομερότερο μνημείο της ψυχρής και της απάνθρωπης αυτής τυραννίας, που ο άνθρωπος βρίσκει την ευχαρίστηση ν´ ασκεί πάνω σ´ άνθρωπο»). Κι ενώ ο φίλος του εκφράστηκε με φανερή φρίκη γνωρίζοντας για την πραγματική ιστορία του φυλακισμένου μοναχού, ο Λόρδος έπλασε μια ιστορία καθαρά δική του, και από τον θρύλο έγραψε το ποίημα και το σονέτο του για τον «Μποννιβάρ», χύνοντας μέσα τους όλη του την αγάπη για την ελευθερία και το μίσος του για την καταπίεση.
…….
.
Αιώνιο πνεύμα του νου που κανείς δεν τον ζώνει!

Στις φυλακές φωτεινότατη ζεις, Λευτεριά!
γιατί εκεί κατοικία σου είναι πάντα η καρδιά-
η καρδιά, που η αγάπη σου μονάχα τη σκλαβώνει.

Ο ποιητής στα γραπτά αυτά, λησμόνησε τα σκοτεινά και τρικυμισμένα πάθη του και έδειξε πως αυτός, -που έως τότε είχε ενδιαφερθεί μόνο για τις αγωνίες, την απελπισία, την τρέλα και τις τύψεις-, είχε καρδιά που μπορούσε να τραφεί με αγνότερες συμπάθειες της ανθρώπινης φύσης και να αφοσιωθεί στις λύπες και στην μελαγχολία των πιο ταπεινών ψυχών.
 .
 
Γράφει ο Σέλεϊ: «Την ίδια νύχτα, καθηλωμένοι από μια καταιγίδα, μείναμε στο Οτέλ ντε Λ´Άνκρ, ένα πανδοχείο που κοιτούσε στη λίμνη της Γενεύης και στο μικρό λιμάνι του Ουσύ. Ο Λόρδος Βύρων πέρασε την περισσότερη ώρα του στο δωμάτιό του, -αριθ. 18- πάνω στον δεύτερο όροφο, κοιτάζοντας από ψηλά τα νερά και γράφοντας μέχρι τις πρωινές ώρες».

Κολώνες γοτθικού ρυθμού υπάρχουν εφτά
στου Σιγιόν τα μπουντρούμια τα βαθιά και παλιά…
και ανάμεσα έχουν μια αχτίνα όλο τρόμο.




Το ποίημα αποτελείται από 392 στίχους ενωμένους σε δεκατέσσερις στροφές και αγοράστηκε από τον εκδότη του ποιητή για πεντακόσιες λίρες. Πολλοί ζωγράφοι και καλλιτέχνες εμπνεύστηκαν με την σειρά τους από το συγκεκριμένο ποίημα, και χιλιαδες επισκέπτονται τον πύργο, ανάμεσά τους ο Ουγκώ και ο Φλωμπέρ, ο οποίος σημειώνει αργότερα: «…το όνομα του Μπάυρον είναι χαραγμένο λοξά και έχει μαυρίσει πια, ωστόσο λάμπει πάνω στη γκρίζα κολώνα, μόλις θα πρωτομπείς. Πιο κάτω από τ´ όνομά του, η πέτρα είναι κάπως φθαρμένη, λες και την έφθειρε το βαρύ χέρι π´ ακούμπησε εκεί».
Δεν υπάρχει καμιά πολεμική και ο φυλακισμένος είναι ο πιο κοντινός απ´ όλα τα ποιήματα του Λόρδου Βύρωνα.

Δεν είχα σκέψη, ουτ´ αίσθηση -το τίποτα μέτρα-
ανάμεσα στις πέτρες στεκόμουν μια πέτρα
κι ήμουν…
σα γυμνός βράχος μέσα σ´ ομίχλη βαθιά
[…]
  
Το καλοκαίρι του 1816 οι Σέλεϊ μετακόμισαν πίσω στην Αγγλία, με την αδερφή της Μαίρη, Κλερ, να γεννά την κόρη του Βύρωνα, Αλέγκρα. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, ο Βύρων μετακινήθηκε στην Ιταλία, -(στη Βενετία όπου διέμεινε στο αρμενικό μοναστήρι του Σαν Λάζαρο χρηματοδότησε την έκδοση βιβλίου γραμματικής και τη μετάφραση επιστολών του Αποστόλου Παύλου).
Συνέχισε όμως την «έκλυτη» ζωή που θα απαθανατιστεί σε μια σειρά θεατρικών δραματικών έργων, στο «Μαρίνο Φολιέρο», στον «Σαρδανάπαλο», και στο κορυφαίο του ίσως ερωτικό έργο, -που ξεκίνησε να το γράφει στο γραφικό χωριό La Mira στον ποταμό Brentat-, τον  «Δον Ζουάν», έργο το οποίο αφηγείται την ιστορία ενός νεαρού Ισπανού ευγενή και τις περιπέτειες του σε πολλές χώρες. Εκεί ουσιαστικά, περιγράφονται οι τύψεις της συνειδήσεως και οι απογοητεύσεις του ποιητή. «Ο άνθρωπος αποτελείται κατά το ήμισυ από χώμα και κατά το άλλο ήμισυ από θεότητα. Είναι ικανός να βυθιστεί αλλά και να πετάξει ψηλά», γράφει. Πουθενά στο έπος αυτό δεν φαίνεται μια χαραμάδα ελπίδας, τα αδιέξοδα του Ρομαντισμού ίσως θα κυνηγούν τον ποιητή μέχρι το θάνατό του.


[…]
Στης ζωής αυτή τη λίγη ζήση
οι κεφαλές αφού γεννούν τόσα πολλά δεινά,
παρμένες έτσι τελικά πέρα από τα σκουλήκια,
είναι ευκαιρία να φανούν πού χρησιμεύουν πια.


Στο ποίημα αυτό, η δράση του Δον Ζουάν τοποθετείται στην Ελλάδα και όχι στη γενέτειρά του Ισπανία, έτσι ώστε το έπος αυτό να συνδέεται με την περιοχή όπου διαδραματίζεται η Οδύσσεια του Ομήρου. Οι περίφημοι δεκάξι στίχοι που αρχίζουν με τη φράση «Ω νησιά της Ελλάδας…», γίνονται πλέον το σημαντικότερο σημείο αναφοράς για τους ενθουσιώδεις και εμπνευσμένους Ευρωπαίους που σπεύδουν να ενωθούν. Ο ίδιος θα προλάβει να γράψει 16 ωδές μέχρι τον θάνατό του, αφήνοντας το εκτενές αυτό ποίημα, ανολοκλήρωτο.



[…]
Γιατί το ξίφος φθείρει το θηκάρι
Και η ψυχή το στήθος το κουράζει
Έτσι ανάσα η καρδιά πρέπει να πάρει
Η αγάπη να σταθεί να ξαποστάσει
Αν και γι’ αγάπη ήταν πλασμένη η νυχτιά
Αν και η μέρα πάντα έρχεται στη θέση του βραδιού
Εμείς δεν θα γυρίσουμε άλλο πια
Κάτω απ’το φως του φεγγαριού
(Από ένα γράμμα που έστειλε από τη Βενετία ο Μπάυρον
στον Τόμας Μουρ τον Φεβρουάριο του 1817,
μτφρ.
 Λητώ Σεϊζάνη)


Όντας στην Ιταλία, υποστήριξε ενεργά το φιλελεύθερο κίνημα που ξέσπασε στη χώρα, όμως και σ´ αυτόν του τον σταθμό, προσωπική ζωή και πολιτικές ενασχολήσεις εμπλέκονται αξεδιάλυτα, αφού συνδέθηκε με την κοντέσα Γκουιτσιόλι. Η ισχυρή προσωπικότητά του θα μαγέψει και τον πατέρα της αριστοκράτισσας, ο οποίος μύησε τον ποιητή στη μυστική εταιρία Carbonari, -που είχε σκοπό να απελευθερώσει την Ιταλία από τον αυστριακό ζυγό-, ανέλαβε τα ηνία της εφημερίδας της εταιρίας και έμπλεξε ενεργά στο αυτονομιστικό κίνημα.

[…]
κι εγώ ξεχνιόμουν να κρατώ
μακριά σου μύγες που πετούσαν,
μα ζήλευα, φιλί κλεφτό
στα βλέφαρά σου που τολμούσαν
[…]

«Αλλά ούτε κι εκεί έμεινε ικανοποιημένος, ήθελε να κάνει κάτι διαφορετικό, κάτι πιο σπουδαίο.Ήταν συνέχεια ανήσυχος, συχνά δυστυχισμένος. Ποτέ δεν ξεχνούσε ότι ήταν Λόρδος και αποζητούσε να κάνει κάτι πέρα από το να γράφει ποιήματα, να διακριθεί στην πολιτική ή σ´ άλλα πρακτικά θέματα, να γίνει η κεφαλή μιας μεγάλης οικογένειας».
Έγραφε στον φίλο του Thomas Moor, Ιρλανδό ποιητή: «Η ποίηση είναι η έκφραση ενθουσιώδους πάθους. Και δεν υπάρχει άλλο πιο ενθουσιώδες παρά η ζωή που συγκλονίζεται από πάθη, εντονότερα από σεισμό ή από πυρετό».
.
, 
«Ο λόρδος Τζορτζ Γκόρντον Μπάιρον είχε ύψος 1,74 εκ.,
χωλό δεξί πόδι, καστανά μαλλιά, μόνιμη χλωμάδα,
γκρίζα μάτια στεφανωμένα με σκούρες βλεφαρίδες
και μια γοητεία στην οποία δεν μπορούσε κανείς να αντισταθεί,
ούτε άντρας ούτε γυναίκα»
(η βιογράφος του Edna O’Brien)
 .
.
Ο τραγικός και πρόωρος θάνατος του Σέλλεϋ στην Ιταλία τον Ιούλιο του 1822 από πνιγμό έξω από τα παράλια του Λιβόρνο, τον στερεί από ένα ελεύθερο, παθιασμένο και εμπνευσμένο πνεύμα. Αργότερα ο Μπάυρον, με τον επίσης ποιητή Χαντ (Leigh Hunt), εξέδωσαν το βραχύβιο -λόγω του πνιγμού του Σέλλεϋ-περιοδικό «Ο Φιλελεύθερος» , στο πρώτο φύλλο του οποίου δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το ποίημά του «Το όραμα της δικαιοσύνης». 

Το 1823, ο αεικίνητος Λόρδος αναλαμβάνει την πρόσκληση να υποστηρίξει ενεργά τον ελληνικό αγώνα για ανεξαρτησία από τον οθωμανικό ζυγό. Στο έπος «Ο Κουρσάρος», και στον «Γκιαούρ», εισάγεται ένας χαρακτήρας που αυτοθυσιάζεται και που υπηρετεί υψηλές ιδέες, γνωστός ως «Byronic Hero« (ήρωας του Μπάυρον), μια μορφή του ρομαντικού αμφισβητία και μοναχικού εξεγερμένου στα πρότυπα του Έλληνα Κλέφτη. Ο ηρωισμός για τον Μπάυρον είναι έκφραση πάθους, και ένας ποιητής που εξυμνεί τον ενθουσιασμό και το έντονο πάθος, δεν διαφέρει σε τίποτα από έναν ήρωα· κι αυτόν τον ήρωα-ποιητή ο Μπάυρον θέλησε να μιμηθεί.


Οι λίγοι δεν θα ´χουν ποτέ ξεχαστεί
θα σπάνε αυτά που τους δένουν στο μνήμα.



Ο ίδιος δαπάνησε ένα τεράστιο ποσό της προσωπικής του περιουσίας για την επισκευή του ελληνικού στόλου και συγκρότησε δικό του στρατιωτικό απόσπασμα, αποτελούμενο από σουλιώτες μαχητές. Έγραφε σχετικά στο «Ημερολόγιο της Κεφαλλονιάς» τον Ιούνιο του 1823: «Οι σκλάβοι ξεσηκώθηκαν / κι εγώ θα κάνω πίσω; / Το στάχυ ξαναωρίμασε / κι εγώ δεν θα θερίσω;».

Θέλω να πολεμήσω, τουλάχιστον με λόγια και αν ευτυχήσω και με έργα, όλους όσους καταπολεμούν τη σκέψη. Θα ξεσηκώσω, αν μπορέσω, και τις πέτρες ακόμα ενάντια στους τυράννους της γης.
Παράλληλα με το μέλημά του για τη στρατιωτική πορεία της Επανάστασης, αναλαμβάνει τον ρόλο να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ των οπλαρχηγών. Παρατηρεί σε επιστολή του: «Καθώς ήρθα εδώ για να υποστηρίξω όχι μια φατρία, αλλά ένα έθνος και για να συνεργαστώ με τίμιους ανθρώπους και όχι με κερδοσκόπους ή καταχραστές, θα χρειαστεί πολλή περίσκεψη για να αποφύγω τη μομφή ότι μεροληπτώ και αντιλαμβάνομαι ότι αυτό θα είναι πολύ δύσκολο, γιατί έχω ήδη λάβει προσκλήσεις από περισσότερα του ενός από τα αλληλοσπαρασσόμενα κόμματα, πάντα με τη δικαιολογία ότι αυτοί είναι οι γνήσιοι εκπρόσωποι του έθνους». Και σε επιστολή που εμπιστεύεται σε φίλο του, διαμαρτύρεται: «Οι Έλληνες φαίνεται να κινδυνεύουν περισσότερο από τη διχόνοιά τους, παρά από τις επιθέσεις του εχθρού».
Έγραφε στη μητέρα του: «Ποτέ δε συνάντησα στρατιώτες τόσο συμπαθητικούς, αν και έχω ζήσει με Ισπανούς, Γάλλους, Σικελούς και Βρετανούς στρατιώτες. Δεν έχουν κλέψει τίποτα και πάντα μου προσέφεραν φαγητό και γάλα, απ’ τις δικές τους προμήθειες.» 
(Ο Μπάυρον στο Μεσολόγγι με αρναούτικη στολή, Thomas Phillips,1835)

Βόλια και λάβαρα!
Αχός, Ελλάδα φως μου, πώς με καλείς.
Πολεμιστές και πάλι στης ασπίδας
την απλάδα πεθαίνουν νικητές.

Προσπαθώντας να ισορροπήσει ανάμεσα στις έριδες των ηγετών της επανάστασης, ο Βύρων προσβάλλεται και πάλι από ασθένεια τον Φεβρουάριο του 1824. Επιδεινώνεται η κατάστασή του, λέει τα τελευταία του λόγια «θέλω να κοιμηθώ», και πέφτει σε λήθαργο. Ο μεγάλος φιλέλληνας πέθανε στις 19 Απριλίου 1824 στο Μεσολόγγι, σε ηλικία 36 ετών. Ο θρήνος για τον χαμό του απλώθηκε όχι μόνο στην επαναστατημένη Ελλάδα -η οποία τον έκλαψε ως ήρωα-, αλλά και την Αγγλία, που πένθησε τον θάνατο του ρομαντικού ποιητή.

[…]
Κι όταν ο τάφος το νεκρό θα κλείνει γύρω
κι αέρας θα ´χει γίνει ο στεναγμός μου
στ´ αγαπημένο στήθος σου θα γείρω-
χωρίς εσένα, που ´ναι ο ουρανός μου;

Ο Διονύσιος Σολωμός συνθέτει μακρά ωδή στη μνήμη του, ενώ στην τελευταία του κατοικία τον συνοδεύει το λιτό επίγραμμα του εθνικού μας ποιητή, με τη μαχόμενη Ελλάδα να μένει παγωμένη και να βυθίζεται σε βαθιά περισυλλογή: Λευτεριά για λίγο πάψε / να χτυπάς με το σπαθί / κι έλα σίμωσε και κλάψε / εις του Μπάιρον το κορμί».
Μετά από περιπέτειες, το σώμα του επέστρεψε στην Αγγλία και θάφτηκε τον Ιούνιο του ίδιου έτους, στο κοιμητήριο της εκκλησίας της «Αγίας Μαρίας Μαγδαληνής», στο Χάκνωλ του Νόττινχαμ.



Αδιάφορη τούτη η καρδιά θα μένει

γιατί καρδιά καμμιά δεν συγκινεί:
κι’ όμως απαρνημένη και θλιμμένη ματώνει
στη στιγμή.
Οι μέρες μου χλωμά κίτρινα φύλλα
τ’ άνθη και της αγάπης οι καρποί είναι σκουλήκια
βούρκος και σαπίλα
και κούφιοι οι παλμοί.
Οι σπίθες που μου φεύγουν απ’ τα σπλάχνα
καθώς ηφαίστεια νησιού νεκρά
φλόγες δεν βγάνουνε παρά μιαν άχνα
σα νεκρικά πυρά.
[…]
.
(Το ποιήμα «Σήμερα συμπληρώνω τα τριάντα-έξη μου χρόνια» δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό «Δελφικά Τετράδια» και λιγα χρονια αργοτερα συμπεριλήφθηκε κάπως διαφοροποιημένο στο βιβλίο του Νίκου Σπάνια «Μεταφράσεις 1941-1971).
 .
 .
Αλήθεια, η μοίρα η κοινή πολλών, είναι πάντα στης Λήθης το κύμα.

Ο φίλος και συμπολεμιστής του Γκάμπα, έφυγε συγκλονισμένος για το Λονδίνο, όπου συνέταξε μία λεπτομερέστατη έκθεση των γεγονότων του ερχομού και της παραμονής του Μπάυρον στην Ελλάδα, και η οποία αποτελεί σήμερα την πολυτιμότερη πηγή πληροφοριών γι’ αυτόν.


[…]
Θα γείρουνε όλοι σε ύπνους σκληρούς
δοσμένοι στον τάφο εκεί τον βουβό τους
και γέροι και νέοι, με φίλους κι εχθρούς,
το ίδιο να λιώνουν στ´ ωχρό σάβανό τους.

«Ο Λόρδος Βύρων», γράφει ο Νίκολσον, «δεν έκανε τίποτε άλλο στο Μεσολόγγι, παρά αυτοκτόνησε. Αν ο Λόρδος παρατούσε την ελληνική υπόθεση, είμαι βέβαιος πως δεν θα υπήρχε Ναυαρίνο και θα είχε διαφορετική εξέλιξη όλη η ιστορία της νοτιοανατολικής Ευρώπης».
 
.
Τα χειρόγραφά του, στα οποία συμπεριλαμβάνονταν οι «Αναμνήσεις» του που είχε προγραμματίσει να εκδώσει, κάηκαν από τους στενούς του φίλους, -προφανώς δεν ήθελαν να γίνουν γνωστές κάποιες λεπτομέρειες του βίου του που ίσως αφορούσαν και αυτούς τους ίδιους-. 
.

Είναι η τρέλα ο καλύτερος προδότης.
 .
 .
Ο Ισπανός συγγραφέας Luis Racionero στο βιβλίο του «Filosofías del underground» το 1977, (το οποίο κυκλοφόρησε στην Ελλάδα το 1980 και το 1983 ως «Οι Φιλοσοφίες του Underground» από τις εκδόσεις Οδυσσέας), γράφει ανάμεσα σε άλλα: «…το γεγονός πως ο Μπάυρον άφησε εθελοντικά τις ηδονές του ταξιδιού του στην Ιταλία για να ριχτεί στην ελληνική του περιπέτεια, είναι ακόμα ένα δείγμα της πολυπλοκότητας και της ανωτερότητας του χαρακτήρα του. Ο λόγος είναι απλούστατος όπως κι η εξήγηση που δίνουν και τώρα οι ψαράδες του Μεσολογγιού όταν τους ρωτάς για τον Μπάυρον: «Ήταν ένας τολμηρός άντρας που ήρθε να πεθάνει για την Ελλάδα, επειδή αγαπούσε την ελευθερία”. Εντάσσοντας τον Λόρδο Βύρωνα σε μία ευρύτερη ομάδα δημιουργών που έδρασαν τον 19ον αιώνα, και που ευλόγησαν, κατά μίαν έννοια, το αποκλεισμένο, ο Racionero αντιμετωπίζει τον άγγλο ποιητή κάπως σαν πρόδρομο του χιπισμού, ως βασικό φορέα, δηλαδή, μιας άλλης κοινωνικής πρακτικής που συνδέεται περισσότερο με το συναίσθημα και λιγότερο με τη λογική.
Προφανως επειδή υπάρχει μια διακριτή ευθεία επικοινωνίας της ποίησής του με την πολυκύμαντη ζωή του, υπερκεράζοντας, ως ποιητική προσωπικότητα ο ίδιος, άλλους δημιουργούς της εποχής του. 

., .
 .
[…]
Ω! είναι από πέτρα όποιος για
σε δε νιώθει, ωραία Ελλάδα.
Η ηγετική φιγούρα του βρετανικού Ρομαντισμού των αρχών του 19ου αιώνα έζησε μια ζωή γεμάτη από κάθε άποψη. Νέος, ωραίος και αριστοκρατικής καταγωγής, απόλαυσε τη ζωή ως το μεδούλι: την υπερβολή του πλούτου, τα αναρίθμητα ερωτικά ειδύλλια, τους σκανδαλώδεις δεσμούς. Είναι χαρακτηριστικό ότι εκατόν σαράντα πέντε χρόνια μετά, μόλις το 1969, μπήκε στην «γωνιά των ποιητών» στο Γουεστμίνιστερ, μια πλάκα για τον Λόρδο Βύρωνα. Από την άλλη, η Ελλάδα κράτησε μιαν αλλη μνήμη για τον ποιητή. Ο κομψός ευγενής ήταν πολλά περισσότερα από αυτό: » Ο έξοχος λυρικός και δραματικός ποιητής», ο «μέγιστος και ευγενέστατος των φιλελλήνων», «αυτός ως ο Αγιος Δημήτριος και ο Αγιος Σεβαστιανός», αυτός που εξισώθηκε με «άγγελον της Προνοίας, πιστοποιούντα την ύπαρξίν της, ένα βραδύναντα Γαβριήλ, ευαγγελιζόμενον εις την Ελλάδα την απολύτρωσιν, την τάξιν, την ελευθερίαν» και αποθεώθηκε από τον ποιητή Κωστή Παλαμά: «…κι αν έζησες Διόνυσος, ξεψύχησες Μεσσίας». 
Αυτοθυσία, λύτρωση, υπεράνθρωπη διάσταση είναι το λεξιλόγιο του απολογισμού στις περισσότερες βιογραφίες του. «Ο πόλεμος του Μπάιρον», (Ρόντρικ Μπίτον/εκδ. Πατάκη), μπορεί να διαβαστεί ως το πορτρέτο ενός βαθιά ευαισθητοποιημένου εκσυγχρονιστή-οραματιστή. Και αντίθετα με πολλές βιογραφίες που περιγράφουν τον Μπάυρον ως θύμα των αντίξοων περιστάσεων, η εκδοχή του Σκωτσέζου καθηγητή Ρόντρικ Μπήτον, καταγράφει την μορφοποίηση της πολιτικής του συνείδησης και εντοπίζει την κλιμάκωση μιας εσωτερικής, ψυχολογικής διεργασίας που οδήγησε τον Μπάυρον να μεταμορφωθεί από εξεγερμένο ποιητή του ρομαντικού, λογοτεχνικού ρεύματος του 19ου αιώνα, σε Φιλέλληνα διπλωμάτη με πολιτική δράση και καίριο ρόλο και λόγο στη Ελληνική Επανάσταση.


«Η επαναστατική φλόγα του Μπάυρον», τονίζει, «βρίσκεται στη φαντασία. Στην πραγματικότητα ο ποιητής παραμένει ένας διστακτικός ριζοσπάστης, ακόμα και όταν συναντά τους επαναστάτες Καρμπονάρους της Ιταλίας. Ο Μπάυρον δεν συμφωνεί με τις ριζοσπαστικές κοινωνικές μεταρρυθμίσεις που απαιτούν οι Καρμπονάροι ζητώντας απελευθέρωση από τα δεσποτικά καθεστώτα της χώρας τους, γιατί αν πολεμούσε μαζί τους, θα ερχόταν σε ρήξη με την αριστοκρατία, την τάξη στην οποία ανήκει.  

Ολοι μάλλον μεγάλωσαν με τον μύθο της βυρωνικής εκστρατείας που τελειώνει με την ηρωική αυτοθυσία του ποιητή προς χάριν των αγαπημένων του Ελλήνων στο Μεσολόγγι τον Απρίλη του 1824″, γράφει ο Μπίτον στο βιβλίο του. «Πρόκειται για μύθο, που αρχίζει να παίρνει διαστάσεις, ήδη με τον επικήδειο λόγο του Σπυρίδωνα Τρικούπη στη μητρόπολη του Μεσολογγίου λίγες μόλις ημέρες μετά. Και ο μύθος, ως μύθος, πιθανόν να έπαιξε ρόλο στην τελική έκβαση της Επανάστασης – αν δεν υπήρχε το όνομα του πιο διάσημου Άγγλου της γενιάς του στον κατάλογο των ξένων πεσόντων, μπορεί οι Μεγάλες Δυνάμεις και η κοινή γνώμη στο εξωτερικό να μην ευνοούσουν όσο ευνόησαν τελικά τη δημιουργία του «πρότυπου βασιλείου» στην Ανατολή. Όχι άδικα, οι Έλληνες ευγνωμονούν τον Μπάυρον. Αλλά ο μύθος δεν είναι Ιστορία. Η ιστορική και βιογραφική αλήθεια είναι πολύ πιο περίπλοκη και το τέλος μη προβλέψιμο μέχρι που να γίνει πραγματικότητα».
 .
[…]
Στου Μωριά τα κορφοβούνια, πορφυρά ντυμένος κάλλη
Αργοκατεβαίνει ο ήλιος μες της Δύσης την αγκάλη…
Αποχαιρετά την Ύδρα και το βράχο της Αιγίνης
Με στερνό χαμόγελο ο Θεός της 
Ρωμιοσύνης.
Πάντοτε ποθεί να βλέπει την αγαπητή του χώρα,
Αν κι αυτή λαμπρές θυσίες δεν του κάνει πλέον τώρα.
(Γράμμα του Λόρδου Βύρωνα στον John Hobhouse τον Απρίλη του 1821)
 .

«Αυτός ο larger than life χαρακτήρας διαμορφώνει μια παράδοξη σχέση με την Ελλάδα, αποσπασματική και ρέουσα», συνεχίζει ο Μπίτον. «Ναι, η αρχαία Ελλάδα είναι μεγάλη, πεπτωκυΐα, αθάνατη, ένας ιδανικός κόσμος», αμφιβάλλει όμως για την ηθική ποιότητα των αρχαίων. «Δεν ήταν καλύτεροι από τους σύγχρονους Ελληνες». Όσο για τους τελευταίους, μιλούσε ήρεμα για την αναξιότητά τους. «Ο χαρακτήρας τους είναι συζητήσιμος και υποφέρουν από όλες τις ηθικές και σωματικές ασθένειες που μπορούν να προσβάλουν την ανθρωπότητα. ‘Οταν επομένως ο λόρδος προσεγγίζεται το 1823 από τη φιλελληνική «Ελληνική Επιτροπή του Λονδίνου» και νιώθει την παρόρμηση να βρεθεί στην Ελλάδα, το κάλεσμα που είχε ακούσει ο Μπάυρον ήταν της φαντασίας του», γράφει. «Κι αυτό γιατί σπεύδει στην επαναστατημένη χώρα υπό το κράτος κυρίαρχων ρομαντικών ιδεών, όντας όμως ένας ιδιότυπος φιλέλληνας. Είναι ζήτημα αν ο Μπάυρον υπήρξε καν φιλέλληνας. Ακόμη και όταν παίρνει ενεργό μέρος στον Αγώνα, το 1823-24, σχολιάζει με απαίσιο τρόπο τους ίδιους τους Έλληνες τους οποίους ήρθε να βοηθήσει. Στα γράμματα του ίδιου και τις αναμνήσεις των φίλων του από το Μεσολόγγι αποτυπώνονται απανωτές μεταβολές διάθεσης, φαρμακερές κρίσεις για πρόσωπα και πράγματα, προβολές της φαντασίας στην πραγματικότητα. Δημόσια και ιδιωτικά αποκαλεί τους Έλληνες διαολεμένα ψεύτες και βαρβάρους. Προσωπικές ή ερωτικές σχέσεις του με Έλληνες ή Ελληνίδες είναι ελάχιστες, αν δεν λείπουν εντελώς, με μοναδική εξαίρεση την έστω και τυπική συνεργασία με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο που τον ανάγει σε «ένα είδος Γουώσινγκτον ή Κοσιούσκο» – αλλά η εξίσωση με τον πρωτεργάτη της Αμερικανικής Επανάστασης και τον πολωνό εθνικό ήρωα δεν θα επιβιώσει έως το τέλος της γνωριμίας τους. Όσο αναμένονται από το Λονδίνο τα χρήματα του δανείου που συνομολογείται και με τη δική του επιρροή επιχειρεί να συμβάλει στην αποφυγή της εμφύλιας σύγκρουσης: «Πρέπει να καταπλεύσουμε στον Μοριά με τους δυτικούς Έλληνες… και να δοκιμάσουμε την επίδραση κάποιας σωματικής συμβουλής – αν επιμείνουν να απορρίπτουν την ηθική πειθώ«. Άλλοτε φαντάζεται τον εαυτό του δυνητικό στρατηλάτη, λέει για τον Μπάυρον ο Μπίτον»: «Αν η πώληση του Ρότσντεϊλ ολοκληρωθεί, μπορώ να συντηρήσω έναν στρατό εδώ, και μάλιστα ενδεχομένως να τον διοικήσω… Γιατί, άνθρωπε, αν είχαμε μόλις 100.000 στερλίνες στο χέρι, θα βρισκόμασταν τώρα στα μισά του δρόμου για την πόλη του Κωνσταντίνου». «Εδώ ταιριάζει», συνεχίζει ο Μπίτον, «και το οπερετικό επεισόδιο με τον Μπάυρον παραλίγο αρχιστράτηγο σε μια ματαιωμένη εκστρατεία κατά της Ναυπάκτου όπου τα όπλα θα είχαν ρόλο μόνο φαινομενικά, μια και παζαρευόταν η συμβολική αντίσταση της αλβανικής φρουράς με τίμημα πεντακόσια πουγκιά. Εκ των υστέρων οι απόπειρες να εξηγήσει ακόμη και ο ίδιος την αποδημία από την τότε κατοικία του στη Γένοβα για το Μεσολόγγι «μοιάζουν σαν να προσπαθούσε να εξηγήσει ο ίδιος τον εαυτό του στον εαυτό του», υπογραμμίζει ο Μπίτον. «Στις πιο γενικές γραμμές, η ιστορία είναι πασίγνωστη: ξέρουμε τι είπε στους φίλους του, τι έγραφε, πού πήγε και πότε. Αλλά το σκεπτικό του παραμένει σκοτεινό. Αν τον κατευθύνει κάτι τελικά, αυτό είναι η άρνηση της ποιητικής του σταδιοδρομίας, αλλά και η συνέχιση της ποίησης με άλλα μέσα – η μετουσίωση της ποίησης της πολιτικής, σε πράξη. Πιστεύω ότι η απόφαση της Ελλάδας αποτελεί την ακραία και παραδειγματική πραγματοποίηση της Ρομαντικής ποιητικής – γιατί ο Ρομαντισμός αποτελεί και αυτός επανάσταση στην ευρωπαϊκή συνείδηση της εποχής, η οποία πραγματοποιείται στην Ελλάδα του 1821.Κι εδώ φαίνεται να αιτιολογείται, κατά μία έννοια, το συμπέρασμα του Σέλλεϋ ότι «οι ποιητές είναι οι μη αναγνωρισμένοι νομοθέτες του κόσμου».
. 
 (Ο θάνατος του Βύρωνα, Joseph Denis Odevaere, 1826)
.
,
[…]
Περνώντας κάθε δρόμο αμαρτίας
Το τέρμα του βρήκε, όταν άλλοι αρχίζουν.
Μα δονούν την ψυχή του ακόμα πάθη μανίας
Και σωρό κατακάθια ηδονής του χαρίζουν.
Φαύλος έτσι, συντρίβει τα πρωτινά τα φτερά του
Κι όλεθρος του πια είναι κείνο που ´ταν χαρά του.

.

Βοηθήματα
•Catherine Peters-Byron-εκδ. Νεφέλη,2003
•Λόρδος Μπάιρον/Οι έρωτές του-Edna O’Brien, μεταφ. Σοφία Σκουλικάρη, εκδ. Μεταίχμιο,2010
•Ο φυλακισμένος του Σιγιόν και άλλα ποιήματα-μεταφ. Θ. Γιαπιτζάκης, εκδ. Μπουκουμάνη,1998
•Λουίς Ραθιονέρο-Οι φιλοσοφίες του underground,εκδ. Οδυσσέας
•Ο πόλεμος του Μπάιρον-Roderick Beaton- μεταφ. Κατερίνα Σχινά,εκδ. Πατάκη, 
•Leslie A. Marchand-Byron: A Biography»,τόμοι 1-3, εκδόσεις «Alfred A. Knopf», New York,1957
•Περιοδικό Δελφικά Τετράδια, τεύχος 7-8,1966
•Λόρδος Μπάυρον-Τα τραγούδια του για την Ελλάδα-μεταφ. Στέφανος Μύρτας, εκδ. Τύποις Ε. & Ι. Μπλαζουδάκη,1924
• Λόρδος Μπάυρον-Η κατάρα της Αθήνας-μεταφ. Πάνος Καραγιώργος,1972
•Byron George Gordon Byron 1788-1824-Ο Γκιαούρ τεμάχιον τουρκικού διηγήματος κατά το Αγγλικόν του Βύρωνος-μετάφ. Αικατερίνης Κ. Δοσίου-εκδ. Τύποις Π. Α. Σακελλαρίου,1857
 Φωτογραφίες-Αρχείο
•Πανεπιστήμιο Κρήτης
•The national gallery
•King´s College London
•National Library of Scotland 
•The British Museum