Σελίδες

Translate

Σάββατο 4 Απριλίου 2015

 

Οι Τούρκοι στρατοπέδευσαν έξω από το Μεσολόγγι και έσκαψαν τάφρο για την ασφάλεια του στρατοπέδου τους. Ο Κιουταχής φρόντισε να εξασφαλίσει την θέση του από πιθανή απειλή. Με το ιππικό ήλεγχε το Βραχώρι και τη γύρω περιοχή, ενώ επίσης τοποθέτησε φρουρές στα περάσματα του Μακρυνόρους. Από τις 20 Απριλίου οι Τούρκοι άρχισαν να σκάβουν τις νύχτες χαρακώματα παράλληλα προς τα οχυρώματα της πόλης πλησιάζοντας όλο και περισσότερο τις θέσεις των Μεσολογγιτών, και παράλληλα φρόντιζε με συνεχείς κανονιοβολισμούς να καταπονεί τις αμυντικές θέσεις των Ελλήνων. Αλλά και οι πολιορκημένοι φρόντιζαν να σκάβουν πίσω από το εξωτερικό περιτείχισμα εσωτερικές τάφρους και χαρακώματα, ενώ κατά διαστήματα επιχειρούσαν αιφνίδιες επιδρομές στις τουρκικές θέσεις προξενώντας στον εχθρό σύγχυση και πολλές απώλειες. Παράλληλα, ο Καραϊσκάκης και ο Κίτσος Τζαβέλας με 3.000 άνδρες στρατοπέδευσαν στην Δυτική Στερεά, κοντά στο αποκλεισμένο Μεσολόγγι. Η είδηση αυτή ενθάρρυνε τους πολιορκημένους. Η προσπάθεια του ελληνικού στόλου να σπάσει τον ναυτικό αποκλεισμό από θαλάσσης (υπήρχαν 40 τούρκικα πλοία και 36 κανονιοφόροι που έπλεαν στην λιμνοθάλασσα με σκοπό να αποκόψουν την επικοινωνία του Βασιλαδίου με το Μεσολόγγι) πέτυχε και έτσι επτά υδραίϊκα πλοία αποβίβασαν στο Μεσολόγγι τρόφιμα και πολεμοφόδια.

Το σχέδιο του Κιουταχή ήταν να γεμίσει σε τέσσερα σημεία τις τάφρους του ελληνικού περιτειχίσματος και να εξαπολύσει γενική επίθεση. Οι Έλληνες  από κάποιους Τούρκους αιχμαλώτους που είχαν συλλάβει στις συνήθεις νυχτερινές εξόδους επιδρομές που έκαναν, πληροφορήθηκαν τα σχέδια του Κιουταχή. Οι Τούρκοι μέσα στον Ιούλιο επανειλημμένως έπληξαν τους προμαχώνες του Μπότσαρη, Τερρίμπιλε, Μακρή και Νόρμαν, ισοπεδώνοντας τους και προκαλώντας σοβαρά ρήγματα στο περιτείχισμα της πόλης και μεγάλες απώλειες στους υπερασπιστές της. Ωστόσο, οι Έλληνες στις συνεχείς προτάσεις του Κιουταχή για παράδοση της πόλης με όρους απήντησαν αρνητικά λέγοντας χαρακτηριστικά ότι ''τα κλειδιά του Μεσολογγίου είναι στις μπούκες των κανονιών μας κρεμασμένα'' (σε μία σύγχρονη εκδοχή και παράφραση του ''Μολών λαβέ'' του Λεωνίδα και των αρχαίων Σπαρτιατών).
η πολιορκία του Μεσολογγίου

Το ξημέρωμα της 21ης Ιουλίου οι Τούρκοι ανατίναξαν τον προμαχώνα Τερρίμπιλε και εξαπέλυσαν γενική έφοδο με 24.000 άνδρες, ενώ ο τουρκικός στόλος βομβάρδιζε τις ελληνικές θέσεις. Οι Έλληνες που από την νύχτα παρακολουθούσαν τις τουρκικές προετοιμασίες ήσαν έτοιμοι. Στο πρώτο κύμα της τουρκικής επιθέσεως οπισθοχώρησαν στους εσωτερικούς προμαχώνες (εσωτερική αμυντική γραμμή) και οι Τούρκοι κατόρθωσαν να περάσουν την πρώτη τάφρο . Ωστόσο, το πρώτο αυτό απεκρούσθη επιτυχώς όπως και το δεύτερο κύμα επιθέσεως αφήνοντας οι Τούρκοι μετά από σκληρή μάχη δυόμισι ωρών 1.500 νεκρούς και τραυματίες στο πεδίο ενώ οι ελληνικές απώλειες ήσαν μικρές. Παράλληλα, μήνυμα του Καραΐσκάκη προς τους πολιορκημένους και η αποκατάσταση επικοινωνίας των Μεσολογγιτών με τον θρυλικό οπλαρχηγό που πλησίαζε με τον στρατό του αναπτέρωσε τις ελπίδες των πολιορκημένων.

Παρά ταύτα, οι δυσκολίες στην πόλη αυξάνονταν και τα τρόφιμα άρχισαν να λιγοστεύουν. Στις 23 Ιουλίου ο ελληνικός στόλος εισήλθε στην λιμνοθάλασσα, καταναυμάχησε τα τουρκικά πλοία και αποβίβασε τροφές και πολεμοφόδια στο Βασιλάδι. Στις 25 Ιουλίου τα ελληνικά πλοία επέστρεψαν και κατάφεραν να νικήσουν τα εχθρικά πλοιάρια που έπλεαν στην λιμνοθάλασσα αποκαθιστώντας την επικοινωνία του  Βασιλαδίου με το Μεσολόγγι. Παράλληλα, την ίδια βραδιά οι Μεσολογγίτες σε συνεννόηση με τον Καραϊσκάκη επεχείρησαν συντονισμένη έξοδο ενώ οι Καραϊσκάκης, Κ.Τζαβέλας και Χρ. Φωτομάρας απ' έξω με 400 άνδρες διέσπασαν τις τουρκικές γραμμές. Ωστόσο το σχέδιο να εκμηδενίσουν τις δυνάμεις του Κιουταχή απέτυχε εμπρός στις υπέρτερες δυνάμεις του εχθρού. Η όλη επιχείρηση απέτυχε, προξένησε όμως μεγάλες απώλειες στον εχθρό, 2.000 περίπου νεκρούς και τραυματίες. Οι συνεχείς
αποτυχίες των Τούρκων, οι μεγάλες απώλειες, οι παρενοχλήσεις από τον Καραϊσκάκη και η έλλειψη εφοδίων είχαν κάμψει το ηθικό των Τούρκων, όχι όμως και την θέληση του Κιουταχή. Ο αγώνας τώρα επικεντρωνόταν σε αψιμαχίες στα χαρακώματα και τους προμαχώνες και στο σκάψιμο υπόγειων αντιχαρακωμάτων (''λαγουμιών'') από τους Έλληνες που ανατίναζαν έτσι τα τουρκικά χαρακώματα. Την επιτυχή αυτή μέθοδο εφάρμοζαν ο μηχανικός Κοκκίνης  και οι περίφημοι ''λαγουμιτζήδες'' Παν. Σωτηρόπουλος και Κώστας Χαρμοβίτης ή ''λαγουμιτζής''.

Το ηθικό των πολιορκημένων , παρά τις δυσκολίες, ήταν υψηλό, και το πάθος τους να αγωνισθούν ακατάβλητο. Ιδού πως περιγράφει την κατάσταση ο Κασομούλης στα απομνημονεύματά του: ''η φρουρά είχε συνηθίσει να βαστά το τσαπί, το φκυάρι και το ντουφέκι εις το χέρι…να τρέχη από τον πόλεμον εις την εργασίαν, και από την εργασίαν εις τον πόλεμον…Αξιωματικοί στρατιώται αμίμητοι διά την καρτερίαν, αμίμητοι διά την αφοβίαν, διά την κακοπάθειαν και κόπους, αμίμητοι διά την ομόνοιάν των τότες…ημπορούσες να τους παρομοιάσης με τα πλέον άγρια ζώα, τα πλέον τρομερά και σκληρά την ώραν του πολέμου με τους εχθρούς, και αγγέλους αναμεταξύ των. Τον πληγωμένον τον έπαιρναν αμέσως πέντε-δέκα σύντροφοί του, τον συνόδευαν χαιρόμενοι…Πνιγμένοι αξιωματικοί και στρατιώται, εις τον καπνόν και εις τον κονιορτόν, εις τον ιδρώτα, και από την πυρίτιδα αλειμμένοι το πρόσωπον και χείρας, με βραχνιασμέναις φωναίς, μόλις εγνώριζες τον φίλον σου και τον διέκρινες εις τον πόλεμον…όλοι οι στρατιώται εφαίνοντο να γυρίζουν μέσα ατρόμητοι, ωσάν λέοντες κλεισμένοι, οι οποίοι ζητούν να ορμήσουν, να ξεσχίσουν, να απολέσουν. Όλοι ζητούσαν εξόδους, και ένας να έκαμνεν κίνημα έκτακτον, ήτον ικανός να κινήση όλους από άμιλλαν, και να γίνουν θαύματα''. Οι περισσότεροι Έλληνες έπασχαν από δυσεντερία, αλλά είχαν την προσοχή τους μόνον στην υπεράσπιση του φρουρίου αδιαφορώντας για τον εαυτό τους.

Στους επόμενους μήνες Αύγουστο και Σεπτέμβριο ο συνεχής βομβαρδισμός είχε γκρεμίσει τους περισσότερους ελληνικούς προμαχώνες αλλά η αντίσταση εξακολουθούσε. Μάλιστα, στις 7 Αυγούστου έφθασαν στο Μεσολόγγι ενισχύσεις, 1.200 άνδρες με τους Κ.Τζαβέλα, Χρ. Φωτομάρα και Γεωργάκη Βαλτινό, και μικρότερες ενισχύσεις τον μήνα Σεπτέμβριο. Αντιθέτως, στο εχθρικό στρατόπεδο η έλλειψη τροφίμων και οι συνεχείς βροχοπτώσεις είχαν πλήξει το ηθικό των Τούρκων, και ουσιαστικά τους είχαν αδρανοποιήσει. Ο πολιορκητικός κλοιός είχε χαλαρώσει και έτσι στις 26
Οκτωβρίου ο Καραϊσκάκης εισήλθε στο Μεσολόγγι, όπου έγινε δεκτός με ενθουσιασμό. Ο Καραϊσκάκης σε συνεννόηση με τον Δημ. Μακρή αποφάσισαν να κάνουν συντονισμένες επιθέσεις και να διασπάσουν τις εχθρικές γραμμές. Θα υπήρχε η δυνατότητα οι Έλληνες να διασκορπίσουν τον στρατό του Κιουταχή εάν οι οπλαρχηγοί της Ανατολικής Στερεάς με τον Κ.Μπότσαρη συντόνιζαν την δράση τους με τον Καραϊσκάκη. Όμως κάποιες διχογνωμίες και έλλειχη συντονισμού οδήγησαν τους Έλληνες σε αδράνεια και αναμονή. Αλλά και ο Κιουταχής τηρούσε στάση αναμονής περιμένοντας να φθάσουν ο Ιμπραήμ και οι Αιγύπτιοι από την Πελοπόννησο.

Οι πολιορκημένοι εκμεταλλεύθηκαν το διάστημα αυτό για να επισκευάσουν τα οχυρώματα, να ξανανοίξουν τις τάφρους και να φτιάξουν τους προμαχώνες. Ο επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ εμψύχωνε και παρακινούσε τον λαό και τους στρατιώτες στα οχυρωματικά έργα. Όλοι βοηθούσαν στις εργασίες. Τότε οχυρώθηκαν τα νησάκια Κλείσοβα και Ανεμόμυλος. Από τις 12 Δεκεμβρίου η πολιορκία έμπαινε σε νέα φάση με την άφιξη του αιγυπτιακού στρατού και στόλου. Η πολιορκία έβαινε στον έννατο μήνα και οι πολιορκημένοι ήσαν καταπονημένοι από τις μάχες και την έλλειψη τροφίμων. Παρά ταύτα η μαχητικότητά και η αποφασιστικότητα να πολεμήσουν και είτε να νικήσουν είτε να θυσιασθούν μαχόμενοι έδειχνε το πνεύμα ηρωισμού και αυτοθυσίας που διέκρινε τους υπερασπιστές της πόλης, αυτούς τους ελεύθερους πολιορκημένους που παρά τον εχθρικό κλοιό παρέμενα ελεύθεροι και αδούλωτοι στο φρόνημα. Οι πολεμιστές είχαν γίνει σκιά του εαυτού τους, και η πόλη είχε γίνει ερείπια από τους συνεχείς βομβαρδισμούς. Τρόφιμα δεν υπήρχαν, σπίτια ελάχιστα παρέμειναν όρθια και από τα χαλάσματα έπαιρναν υλικό για να ενισχύσουν τις οχυρώσεις.


 


 

Ο ίδιος ο Ιμπραήμ έφθασε στο Μεσολόγγι στις 26 Δεκεμβρίου και με υπεροπτικό και αλαζονικό ύφος περιγέλασε τον Κιουταχή γιατί για εννέα μήνες δεν είχε κατορθώσει να καταλάβει αυτόν τον ''φράχτη'' (υποννοώντας την ελλειπή οχύρωση του Μεσολογγίου) ενώ ο ίδιος με τους 10.000 Αιγυπτίους του θα το κατόρθωσε μέσα σε 15 ημέρες. Ο Κιουταχής άφησε την πρωτοβουλία των κινήσεων στον Ιμπραήμ. Ενώ οι Αιγύπτιοι είχαν επιδοθεί σε συνεχή βομβαρδισμό, στις αρχές Ιανουαρίου 1826 ο Αθαν. Κουτσονίκας με 600 άνδρες ενίσχυσαν την φρουρά του Μεσολογγίου ενώ και 25 ελληνικά πλοία υπό τον ναύαρχο Μιαούλη έσπασαν τον ναυτικό κλοιό και αποβίβασαν τρόφιμα και εφόδια στο Βασιλάδι και το Μεσολόγγι. Ωστόσο, καθώς ο Μιαούλης αντιμετώπιζε ελλείψεις σε τρόφιμα και χρήματα αναγκάσθηκε στο τέλος Ιανουαρίου να αναχωρήσει.

Στο Ναύπλιο, έδρα της ελληνικής κυβερνήσεως, ο πληρεξούσιος του Μεσολογγίου Σπυρ.Τρικούπης και απεσταλμένοι από τους αγωνιστές της πόλης παρουσίασαν την τραγική κατάσταση και την επείγουσα ανάγκη να ενισχυθεί η πόλη με χρήματα και τρόφιμα. Διετάχθη η διενέργεια εκτάκτου εράνου για την συγκέντρωση χρημάτων ώστε να μπορέσει ο ελληνικός στόλος να εξοπλισθεί και να πλεύσει στο Μεσολόγγι με τα απαραίτητα εφόδια. Σημειώθηκαν όμως δυσκολίες και καθυστερήσεις στην συγκέντρωση των χρημάτων , και όταν είχε μαζευτεί το απαιτούμενο ποσό, τα ελληνικά πλοία ήσαν έτοιμα μόλις στα μέσα Μαρτίου να αποπλεύσουν. Ήταν όμως αργά, καθώς ο ναυτικός αποκλεισμός του Μεσολογγίου είχε γίνει ασφυκτικός και η πόλη ζούσε τις τελευταίες μέρες της πολιορκίας. Παράλληλα με την ελληνική κυβέρνηση κινητοποιήθηκαν για την συγκέντρωση χρημάτων και οι Έλληνες του εξωτερικού και οι φιλελληνικοί κύκλοι της Ευρώπης. Υπό τις συνεχείς εκκλήσεις του μητροπολίτου Ιγνατίου Ουγγροβλαχίας , του Καποδίστρια και του Ελβετού φιλέλληνος Εϋνάρδου συγκεντρώθηκε ένα σημαντικό χρηματικό ποσό, που δεν πρόφθασε να φθάσει στο Μεσολόγγι, γιατί η πόλη είχε ήδη καταληφθεί από τους Τούρκους.

Οι Αιγύπτιοι με τα κανόνια τους και υπό την καθοδήγηση Γάλλων αξιωματικών του πυροβολικού είχαν προκαλέσει με συνεχείς βομβαρδισμούς ρήγματα στους προμαχώνες της πολύς και πολλά θύματα ιδίως μεταξύ των αμάχων. Όλος ο Φεβρουάριος κύλησε με σκληρές μάχες σώμα με σώμα, ενώ ο Ιμπραήμ συνέχισε να ανοίγει χαρακώματα και προμαχώνες σφίγγοντας περισσότερο τον κλοίο της πολιορκίας. Στις 25 Φεβρουαρίου οι Αιγύπτιοι κατέλαβαν το Βασιλάδι και τρεις μέρες αργότερα τα άλλα δύο νησάκια, τον Ντολμά και τον Πόρο, που αποτελούσαν το προπύργιο της άμυνας του Μεσολογγίου από την πλευρά της λιμνοθάλασσας. Τα νησάκια κυριεύθηκαν παρά την ηρωική αντίσταση της φρουράς τους (350 άνδρες) που σχεδόν όλοι σκοτώθηκαν, μαζί με τον αρχηγό τους, στρατηγό Γ. Λιακατά. Αμέσως έπεσε και το Αιτωλικό στα χέρια των εχθρών αφαιρώντας από τους πολιορκημένους το προγεφύρωμα της χερσαίας τους άμυνας. Τώρα, η μόνη ελπίδα για την πόλη θα ήταν η άφιξη του ελληνικού στόλου η οποία καθυστερούσε για τους λόγους που προαναφέραμε (έλλειψη χρημάτων, δυσκολία εξοπλισμού των πλοίων).

Οι εχθροί επανήλθαν με προτάσεις παράδοσης υπό όρους του Μεσολογγίου, τις οποίες οι πολιορκημένοι απέρριψαν. Στις 25 Μαρτίου ο Κιουταχής επεχείρησε να καταλάβει το νησάκι της Κλείσοβας, που το υπεράσπιζαν μόνον 130 άνδρες υπό τον Παν. Σωτηρόπουλο. Μικρός στολίσκος από εχθρικά πλοία απέκλεισαν την Κλείσοβα, και απεβίβασαν στρατό. Τις συνεχείς επιθέσεις που διηύθυνε ο ίδιος ο Κιουταχής απέκρουσαν με επιτυχία οι λιγοστοί Έλληνες. Στην μάχη μπήκε και ο
Κίτσος Τζαβέλας
Αιγύπτιος Χουσεϊν μπέης. Η μάχη συνεχίσθηκε μέχρι που σκοτείνιασε. Ο θάνατος του Χουσεϊν στην μάχη αποθάρρυνε τους Αιγυπτίους που υποχώρησαν. Τότε οι άνδρες του Κίτσου Τζαβέλα με πλοιάρια από το Μεσολόγγι όρμησαν και κατεδίωξαν τον εχθρό που έφυγε αφήνοντας  1.200 νεκρούς. Η λιμνοθάλασσα γέμισε από πτώματα Αιγυπτίων και Τουρκαλβανών.

Παρά την ηρωική τους αντίσταση, τα περιθώρια και οι αντοχές των πολιορκημένων είχαν λιγοστεύσει. Την 1η Απριλίου 1826 ενημερώθηκαν ότι ο ελληνικός στόλος με τις ενισχύσεις θα έφθανε μετά από12 ημέρες. Ωστόσο τα λίγα πλοία του Μιαούλη απέτυχαν παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες να διασπάσουν τον τουρκοαιγυπτιακό ναυτικό αποκλεισμό και να ανεφοδιάσουν τους Μεσολογγίτες. Δεν υπήρχαν πλέον άλλα χρονικά περιθώρια. Ήδη από τα μέσα Φεβρουαρίου η κατάσταση μέσα στην πόλη ήταν τραγική. Πολλοί από την έλλειψη τροφίμων άρχισαν να σφάζουν άλογα, μουλάρια, γαϊδούρια και κατόπιν σκύλους, γάτες και ποντικούς για να τραφούν. Και όταν τελείωσαν και αυτά άρχισαν να τρώνε αρμυρίκια, πικρά χόρτα που φύτρωναν στην λιμνοθάλασσα. Επόμενο ήταν ο υποσιτισμός και οι ασθένειες να προκαλούν πολλούς θανάτους και να αποδυναμώνουν τους μαχητές. Την τραγική κατάσταση της πόλης φανερώνουν ανάγλυφα οι ακόλουθες γραπτές μαρτυρίες.

Γράφει ο διευθυντής των ''Ελληνικών Χρονικών'', τα τυπογραφεία των οποίων είχαν καταστραφεί στον βομβαρδισμό της 21ης Φεβρουαρίου, Ι. Μάγερ σε επιστολή του λίγο πριν την έξοδο: ''Καταντήσαμεν εις τοιαύτην ανάγκην ώστε να τρεφόμεθα από τα πλέον ακάθαρτα ζώα. Υποφέρομεν φρικτά από πείναν και δίψαν. Προσεβλήθημεν από διαφόρους ασθενείας. 1.740 από τους αδελφούς μας έχουν ήδη αποθάνει. Περισσότεραι από 100.000 βόμβαι ριφθείσαι από τον εχθρόν, κατέστρεαψν τους προμαχώνας και τα οικήματά μας. Το ψύχος μας βασανίζει λόγω της παντελούς ελλείψεως ξύλων. Με όλας τας στερήσεις ταύτας είναι αξιοθαύμαστον θέαμα να βλέπη κανείς το θάρρος  και το υψηλόν φρόνημα της φρουράς μας. Εις ολίγας ημέρας όλοι αυτοί οι γενναίοι θα είναι σκιαί μόνον αγγέλων, μάρτυρες ενώπιον του θρόνου του Θεού, της αδιαφορίας του χριστιανικού κόσμου δι' υπόθεσι, ήτις ήτο ιδική του. Εξ ονόματος όλων των ανδρείων μας σας αναγγέλλω την ενώπιον του Θεού μεθ' όρκου ληφθείσαν απόφασίν μας να υπερασπίσωμεν σπιθαμήν προς σπιθαμήν το έδαφος του Μεσολογγίου και να συνταφιασθώμεν υπό τα ερείπια της πόλεως, παρά να ακούσωμεν πρότασίν τινα περί παραδόσεως. Ζώμεν τας τελευταίας μας στιγμάς. Η ιστορία θέλει μας διακιώσει και οι μεταγενέστεροι θα θρηνήσουν την συμφοράν μας. Εμέ καθιστά υπερήφανον η σκέψις ότι το αίμα ενός Ελβετού, ενός απογόνου του Γουλιέλμου Τέλλου, μέλλει να συμμιχθή με το αίμα των ηρώων της Ελλάδος''.

Ο Ν. Κασομούλης, παρών στις τελευταίες στιγμές του Μεσολογγίου, γράφει στα ''Ενθυμήματα Στρατιωτικά'': ''Από τα μέσα Φεβρουαρίου 1826 άρχισαν πολλαίς φαμελλιαίς να υστερούνται το ψωμί. Μία Μεσολογγίτισσα, ήτις περιέθαλπεν ασθενή και τον αυτάδελφόν μου Μήτρον, ετελείωσεν την θροφή της, και μυστικά, μαζύ με δύο φαμελλιαίς Μεσολογγίτικες, έσφαξαν ένα γαϊδουράκι, πωλάρι που το έφαγαν. Ταις ηύρα οπού έτρωγαν, ερώτησα που ηύραν το κρέας, και τρόμαξεν η ψυχή μου όταν ήκουσα ότι ήτο γαϊδούρι. Μία συντροφιά στρατιωτών Κραβαριτών είχεν έναν σκύλον και, κρυφά και αυτοί, τον έσφαξαν και τον μαγείρευσαν. Εμαθεύθη και τούτο. Ημέραν παρ' ημέραν αυξάνουσα η πείνα, έπεσεν και η πρόληψις και όλα του να τρώγουν ακάθαρτα, και άρχισαν αναφανδόν πλέον να σφάζουν άλογα, μουλάρια, γαϊδούρια και ακόμη να τα πωλούν μία λίρα την οκά οι ιδιοκτήται των, και που να προφθάσουν; Τρεις ημέραις απέρασαν και ετελείωσαν και αυτά τα ζώα…

Ο συνεργάτης του Γ. Μεσθενέα τυπογράφου καθήμενος εις την οικίαν μας έσφαξεν και έφαγεν μίαν γάταν, και έβελεν τον ψυχογυιόν του Στουρνάρη και εσκότωσεν άλλη μίαν. Τούτος υπέμνησεν εις τους άλλους να πράξουν, και εις ολίγαις ημέραις γάτα δεν έμεινεν…Αρχίσαμεν, περί τας 15 Μαρτίου, ταις πικραλήθραις, χορτάρι της θαλάσσης. Το εβράζαμεν πέντε φοραίς έως ότου έβγαινεν η πικράδα, και
Δημήτριος Μακρής
το ετρώγαμε με ξείδι και λάδι ωσάν σαλάτα, αλλά και με ζουμί από καβούρους ανακατωμένον και τούτο. Εδόθησαν και εις τους ποντικούς, πλην ήταν ευτυχής όστις εδύνατο να πιάση έναν. Βατράχους δεν είχαμε κατά δυστυχίαν. Από την έλλειψιν της θροφής αύξαναν αι ασθένειαι, πονόστομος και αρθρίτις''.

Οι πολιορκημένοι απελπισμένοι από την κατάσταση, συγκεντρώθηκαν όλοι οι αρχηγοί της φρουράς στις 6 Απριλίου 1826 σε σύσκεψη υπό την προεδρία του επισκόπου Ρωγών Ιωσήφ στην πλατεία της Αγίας Παρασκευής, και ομοφώνως απεφάσισαν να επιχειρήσουν την ηρωική έξοδο την νύκτα της 10ης Απριλίου προς την 11η, Κυριακή των Βαϊων. Έστειλαν αγγελιοφόρους στον Καραϊσκάκη να τον ειδοποιήσουν να βρίσκεται την νύκτα του Λαζάρου προς Κυριακή των Βαϊων στην μονή του Αγίου Συμεώνος για να τους ενισχύσει κατά την έξοδο με τον στρατό του. Αποφασίσθηκε μυστικά και συντονισμένα να οργανωθεί η έξοδος των πολιορκημένων σε τρία σώματα, τα δύο πρώτα με τους μαχητές υπό τον Δημ. Μακρή ,Κίτσο Τζαβέλα και τον Νότη Μπότσαρη, και το τρίτο με τους Μεσολογγίτες, τα γυναικόπαιδα και τους αμάχους, συνοδευόμενο από 200 στρατιώτες υπό τον Ραζηκότσικα και τον Μήτρο Δεληγιώργη. Σημείο συναντήσεως ορίσθηκε η μονή του Αγίου Συμεώνος. Όσο για τους 600 τραυματίες και ασθενείς στρατιώτες και όσους από τους αμάχους δεν μπορούσαν να μετακινηθούν,αποφασίσθηκε να μείνουν πίσω, οχυρωμένοι στα σπίτια και την πυριτιδαποθήκη, και να πεθάνουν πολεμώντας. Ο Χρήστος Καψάλης, πρόκριτος της πόλης, δήλωσε ότι θα έμενε και αυτός πίσω και την τελευταία στιγμή θα ανατίναζε την οικία του και την πυριτιδαποθήκη ώστε να μην πέσει κανείς στα χέρια των Τούρκων.

Η ηρωική όσο και απέλπιδα απόφαση της εξόδου καταγράφηκε και επισήμως σε πρακτικό που υπαγόρευσε ο Ιωσήφ Ρωγών στον γραμματέα Ν. Κασομούλη, η αρχή του οποίου είχε ως εξής: ''Εν ονόματι της Αγίας Τριάδος. Βλέποντες τον εαυτόν μας, το στράτευμα και τους πολίτας, εν γένει μικρούς και μεγάλους παρ' ελπίδα εστερημένους από όλα τα κατεπέιγοντα αναγκαία της ζωής προ 40 ημέρας και ότι επληρώσαμεν τα χρέη μας ως πιστοί στρατιώται της πατρίδος εις στενήν πολιορκίανταύτην και ότι, εάν μίαν ημέραν υπομείνωμεν περισσότερον, θέλομεν αποθάνει όρθιοι εις τους δρόμους όλοι. Θεωρούντες εκ του άλλου ότι μας εξέλιπεν κάθε ελπίς βοηθείας και προμηθείας τόσον από την θάλασσαν καθώς και από την ξηράν, ώστε να δυνηθώμεν να βαστάξωμεν, ενώ ευρισκόμεθα νικηταί του εχθρού, αποφασίσαμεν ομοφώνως: η έξοδός μας να γίνει βράδυ εις τας δύι ώρας της νυκτός 10 Απριλίου, ημέρα Σάββατον και ξημερώνοντας των Βαϊων, κατά το εξής σχέδιον, ή έλθη ή δεν έλθη βοήθεια.'' (και ακολουθούν οι οδηγίες για τον σχεδιασμό της εξόδου κατά τμήματα).

Την τελευταία εκείνην νύκτα ο επίσκοπος Ιωσήφ βοηθούμενος από τους ιερείς του κοινώνησαν των Αχράντων Μυστηρίων όλους τους κατοίκους της πόλης, και τους 10.500. Όσοι τραυματίες, ασθενείς και γυναικόπαιδα έμειναν πίσω αποχωριζόμενοι με σπαραγμό ψυχής τους δικούς τους που θα επιχειρούσαν την έξοδο. Τα τρία σώματα της εξόδου ήσαν έτοιμα σύμφωνα με τον σχεδιασμό. Πολλές γυναίκες  αποφάσισαν να ακολουθήσουν τους άνδρες τους στην έξοδο. Όταν σκοτείνιασε άρχισαν όλοι να συγκεντρώνονται στα προκαθορισμένα σημεία. Στις 6.30 ακούσθησαν οι πυροβολισμοί των επικουρικών ελληνικών δυνάμεων που ήσαν στον Ζυγό, όπως είχε συμφωνηθεί. Ταυτοχρόνως όμως άρχισε και το πυροβολικό του Ιμπραήμ να βάλει. Αυτό δημιούργησε την εντύπωση στους Μεσολογγίτες ότι προδόθηκε το σχέδιό τους από τους ελληνικούς πυροβολισμούς. Όμως το σχέδιο της εξόδου είχε γίνει γνωστό στον Ιμπραήμ από κάποιον εξωμότη πιθανώς, δεν είναι εξακριβωμένο πως προδόθηκε το σχέδιο της εξόδου. Έτσι όταν άρχισε η έξοδος του Μεσολογγίου ο Ιμπραήμ ήταν ενήμερος, είχε τοποθετήσει τον στρατό του στις κατάλληλες θέσεις και τους περίμενε.
 

 


 
 


 

 

Οι πολιορκημένοι συνέχισαν όπως προέβλεπε το σχέδιο. Μέσα στο σκοτάδι ξεκίνησαν να περνούν τις γέφυρες της τάφρου. Οι Τουρκοαιγύπτιοι τους υποδέχθηκαν με καταιγισμό πυρών και βομβίδων, και τους καθήλωσαν στην τάφρο επί μίαν ώρα. Αφού οι Μεσολογγίτες ματαίως περίμεναν την κίνηση αντιπερισπασμού από τους έξω Έλληνες του Ζυγού, απεφάσισαν όπως όπως μπορούσαν να συνεχίσουν την έξοδό τους. Όσοι ήσαν πιο δυνατοί κατόρθωσαν να διασπάσουν τον εχθρικό κλοιό. Οι πιο αδύναμοι έμειναν πίσω. Τότε στο τρίτο σώμα με τα γυναικόπαιδα δημιουργήθηκε σύγχυση και πανικός καθώς ακούσθηκε η φωνή ''Οπίσω! Οπίσω!'' , και άρχισαν να επιστρέφουν στην πόλη αποκομμένοι από τα δύο άλλα τμήματα των Ελλήνων που είχαν προχωρήσει. Οι Τουρκοαιγύπτιοι ασυγκράτητοι άρχισαν να εισέρχονται στην τάφρο και να μπαίνουν στην πόλη. Τότε οι Έλληνες ανατίναξαν τις υπόγειες στοές που είχαν σκάψει και υπονομεύσει με εκρηκτικά, και μία τεράστια φλόγα φώτισε τον ουρανό.

Τα δύο πρώτα τμήματα συνέχισαν την πορεία προς τον Ζυγό προσπαθώντας να ανοίξουν δρόμο ανάμεσα από τις εχθρικές δυνάμεις που σε κάθε στάδιο της διαδρομής τους είχαν στήσει ενέδρα. Μέσα από σκληρές μάχες πέρασαν από το Ευηνοχώρι με μεγάλες απώλειες και έφθασαν στους πρόποδες του Ζυγού καθ' οδόν προς την μονή του Αγίου Συμεώνος για να συναντήσουν 3.000 Αλβανούς που τους περίμεναν. Παρά τον αιφνιδιασμό και την σύγχυση των Ελλήνων αλλά και την διάσπασή τους σε μικρές ομάδες, οι Έλληνες συνέχισαν να πολεμούν τον εχθρό, έχοντας όμως βαριές απώλειες. Ένα μικρό σώμα από τις ελληνικές  δυνάμεις του Ζυγού, περίπου 100 Σουλιώτες, ήρθαν σε ενίσχυση των Μεσολογγιτών, και κατόρθωσαν να τρέψουν σε φυγή τους Αλβανούς.

Καθώς είχε αρχίσει να ξημερώνει η Κυριακή των Βαϊων, η μάχη στον Ζυγό είχε σταματήσει. Όσοι από τους Έλληνες κατόρθωσαν να φθάσουν στην κορυφή του Ζυγού απ' όπου έβλεπαν κάτω το Μεσολόγγι να φλέγεται και να ακούγονται πυροβολισμοί, κανονιοβολισμοί και συνεχείς εκρήξεις. Ήσαν οι Έλληνες του τρίτου τμήματος της εξόδου που είχαν οπισθοχωρήσει στην πόλη καθώς και όσοι τραυματίες, άρρωστοι και αδύναμοι είχαν μείνει πίσω και εγκλωβίσθηκαν στο Μεσολόγγι. Αυτοί συνέχιζαν την μάχη από σπίτι σε σπίτι όπου είχαν οχυρωθεί, και όταν πλησίαζαν οι εχθροί
ανατίναζαν τα σπίτια τους  μαζί με τους εαυτούς τους και πολλούς εχθρούς. Συνεχείς εκρήξεις ακούγονταν από παντού και ολόκληρη η πόλη καιγόταν. Τα τελευταία σημεία αντιστάσεως ήταν η οικία του Χρ. Καψάλη όπου είχαν καταφύγει οι γέροντες και τα γυναικόπαιδα. Καθώς πλησίαζαν οι εχθροί ο Χρ. Καψάλης έβαλε φωτιά στην πυριτιδαποθήκη και ανατινάχθηκε μαζί με τα γυναικόπαιδα και  τους εχθρούς. Το ίδιο έπραξε και ο Επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ που είχε καταφύγει στον Ανεμόμυλο μαζί με γυναικόπαιδα. Όταν είδε τους εχθρούς να πλησιάζουν ανατίναξε και αυτός τον Ανεμόμυλο.

Την επομένη ημέρα, στις 12 Απριλίου 1826 η πόλη του Μεσολογγίου ήταν παντελώς κατεστραμμένη. Μόνη η οικία Τρικούπη είχε σωθεί και ο Ιμπραήμ την χρησιμοποίησε ως κατάλυμα του. Αλλά και οι απώλειες σε ζωές ήσαν τεράστιες. Μεγάλος αριθμός γυναικοπαίδων που αιχμαλωτίσθηκαν εστάλησαν στην Αίγυπτο. Από τους 3.000 στρατιώτες που πήραν μέρος στην έξοδο, μόνο οι 1.300 σώθηκαν και έφθασαν στον Πλάτανο, στο στρατόπεδο του Καραϊσκάκη. Οι 1.700 σκοτώθηκαν κατά την έξοδο. Ανάμεσα στους νεκρούς ήσαν ο Αθαν. Ραζηκότσικας,, ο Νικ. Στουρνάρας, αρχηγός της φρουράς της πόλης, ο Παλαμάς, ο Κοκκίνης, ο Ελβετός Μάγερ με την οικογένειά του, και πολλοί Γερμανοί και άλλοι φιλέλληνες. Από τις γυναίκες μόλις 13 Σουλιώτισσες γλύτωσαν. Οι απώλειες των Τουρκοαιγυπτίων ανήλθαν σε 5.000.

Από γαλλικές πηγές του προξένου της Γαλλίας στα Χανιά που είχε υπ' όψιν αναφορές Αιγυπτίων και Γάλλων αξιωματικών ιδού πώς περιγράφονται οι τελευταίες στιγμές του Μεσολογγίου :'' Το πιο μεγάλο μέρος των Ελλήνων (κατά την έξοδο)  κυκλώθηκε και κατακόπηκε εκτός από 400-500 άνδρες που μπόρεσαν να κάνουν ένα άνοιγμα και να διαφύγουν. Μερικές εκατοντάδες μπόρεσαν να επιστρέψουν στην πόλη και ξαναμπήκαν ανακατωμένοι με τους Τούρκους που τους κυνηγούσαν. Ένας μεγάλος αριθμός κατοίκων , γέροι, γυναίκες, παιδιά, πληγωμένοι είχαν μείνει εκεί. Τότε έγινε μία τρομακτική σφαγή. Κάθε σπίτι έγινε και ένα κάστρο που υπήρξε μάρτυρας των πιο τολμηρών πράξεων, κάθε στιγμή ακούγονταν εκρήξεις από την φωτιά που έβαζαν οι κυνηγημένοι κάτοικοι στις πυριτιδαποθήκες στα διάφορα σημεία της πόλεως. Αυτές οι τρομακτικές σκηνές βάσταξαν σχεδόν όλη την νύκτα. Ένας μεγάλος αριθμός Τούρκων σκοτώθηκε από Τούρκους. Ήταν πραγματικά δύσκολο να αναγνωρισθούν. Την αυγή, στις 11 Απριλίου, έπαψαν οι σφαγές και έτσι υψώθηκε η τουρκική σημαία πάνω στα ερείπια του Μεσολογγίου.
Οι κάτοικοι του Μεσολογγίου πολέμησαν με το πιο μεγάλο θάρρος. Είναι πιθανόν η πόλη να μην έπεφτε, αν είχε τρόφιμα. Πάρα πολλές γυναίκες, ντυμένες με ανδρικά ρούχα και οπλισμένες, βρέθηκαν ανάμεσα στους νεκρούς. 5.000 Έλληνες χάθηκαν και 6.000 γυναίκες και παιδιά οδηγήθηκαν στην σκλαβιά στην Κων/πολη και στην Αλεξάνδρεια. Ως προς τις απώλειες των Τούρκων, είναι δύσκολο να τις μάθουμε. Ομολογούν ότι ήταν σημαντικές''.

Η δωδεκάμηνη πολιορκία του Μεσολογγίου, η ηρωική αντίσταση και η έξοδος όπως και η αυτοθυσία των Ελλήνων υπερασπιστών του, προκάλεσε μεγάλο θαυμασμό και συγκίνηση όχι μόνον τους Έλληνες αλλά και ολόκληρη την Ευρώπη. Η θυσία του Μεσολογγίου, ο ηρωισμός των υπερασπιστών του και η αυτοθυσία των αμάχων ξεσήκωσε μεγάλο κύμα φιλελληνισμού στην Ευρώπη και συνέβαλε στην ευνοϊκή αντιμετώπιση του ελληνικού ζητήματος σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Στο Παρίσι μόλις έγινε γνωστή η είδηση για την πτώση του Μεσολογγίου οι φοιτητές οργάνωσαν διαδήλωση και κατευθύνθηκαν στα ανάκτορα ζητώντας από τον Γάλλο βασιλέα να λάβει ανοικτά θέση υπέρ των Ελλήνων. Ο Σατωβριάνδος στην γαλλική Βουλή και ο Πάλμερστον στο αγγλικό κοινοβούλιο μίλησαν με θαυμασμό για τον ηρωισμό των Μεσολογγιτών, ενώ στην Γερμανία οι ιστορικοί Νείμπουρ και Θείρσιος σε ομιλίες τους ξεσήκωσαν τα φιλελληνικά αισθήματα του
γερμανικού λαού.. Έρανοι για την συγκέντρωση χρημάτων για την ενίσχυση του ελληνικού αγώνος και την απελευθέρωση των αιχμαλώτων γυναικοπαίδων του Μεσολογγίου οργανώθησαν σε όλη την Ευρώπη. Ο βασιλιάς Λουδοβίκος της Βαυαρίας συνεισέφερε πολλά όπως και ο Ελβετός Εϋνάρδος, φίλος του Καποδίστρια. Ποιητές, γλύπτες, ζωγράφοι, όπως ο Βίκτωρ Ουγκώ, ο Γκαίτε, ο Ντελακρουά, ο Ευγένιος ντε Λανσάκ, με τα έργα τους εξύμνησαν την δόξα του Μεσολογγίου. Όσοι από τους υπερασπιστές του Μεσολογγίου διεσώθησαν ήσαν αγανακτισμένοι με την αδράνεια που επέδειξαν οι άλλες επικουρικές ελληνικές δυνάμεις που δεν τους είχαν βοηθήσει αποτελεσματικά και όσο έπρεπε. Οι περισσότεροι κατευθύνθηκαν στα Σάλωνα (Άμφισα) όπου αναπαύθηκαν. Πολλοί πήγαν στο Ναύπλιο, στην έδρα της ελληνικής κυβερνήσεως, και έγιναν δεκτοί με τιμές ηρώων, με κανονιοβολισμούς και επευφημίες. Η κυβέρνηση φρόντισε για την ανακούφιση και ξεκούραση των καταπονημένων ανδρών της φρουράς μοιράζοντας τους τρόφιμα, φάρμακα, είδη ρουχισμού.

Το Μεσολόγγι έμεινε υπό τουρκική κατοχή  μέχρι τις 2 Μαΐου 1829, όταν ο Αυγουστίνος Καποδίστριας με 4.000 άνδρες και στόλο υπό τον Μιαούλη κατευθύνθηκαν στο Μεσολόγγι και το Αιτωλικό. Η τουρκική φρουρά συμφώνησε να παραδοθεί. Η χαρμόσυνη είδηση ότι στο Μεσολόγγι, σύμβολο του ηρωισμού και του αγώνος των Ελλήνων, κυμάτιζε και πάλι ελεύθερα η ελληνική σημαία έγινε πρόξενος συγκινητικών εκδηλώσεων. Στην Αίγινα, στις 8 Μαΐου έγινε μεγάλη γιορτή, στην οποία ο Σπυρ. Τρικούπης μίλησε στην εκκλησία με λόγους θερμούς. Η πόλη φωταγωγήθηκε και ο Τρικούπης έδωσε μεγάλη δεξίωση για την απελευθέρωση της πατρίδος του. Ο κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας σε διάγγελμά του που άρχιζε με την φράση ''Ηυδόκησεν ο Κύριος και επί των τειχών του Μεσολογγίου κυματίζει πλέον η σημαία του Σταυρού'', όρισε να τιμηθούν οι ήρωες του Μεσολογγίου, να αναπεμφθεί ειδική δέηση για την ανάπαυση των πεσόντων στις μάχες του Μεσολογγίου, και να συνταχθεί κατάλογος με τα ονόματα των πεσόντων, να συγκεντρωθούν τα οστά τους και  και να τοποθετηθούν σε ειδικό μνημείο. Αλλά και στην Ευρώπη η είδηση για την απελευθέρωση του Μεσολογγίου προκάλεσε εκδηλώσεις ενθουσιασμού, τιμητικές εκδηλώσεις και εορτές. Ιδιαιτέρως ο φιλέλληνας βασιλιάς της Βαυαρίας Λουδοβίκος (πατέρας του Όθωνος, του μετέπειτα πρώτου βασιλέως της Ελλάδος) τίμησε το χαρμόσυνο γεγονός.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Στο Μεσολόγγι το πνεύμα της ηρωικής αντιστάσεως και η μνήμη των αγωνιστών και της Εξόδου παραμένουν διαρκώς ζωντανά. Περπατώντας κανείς στους δρόμους της πόλης όπως αυτή ανοικοδομήθηκε μετά την απελευθέρωση αισθάνεται κανείς ότι βαδίζει στους δρόμους της ιστορίας, ανάμεσα στις μορφές των ηρώων. Οι ονομασίες των δρόμων μας τους φέρνουν στην μνήμη: πλατεία Μάρκου Μπότσαρη, ''Ελληνικών Χρονικών'', Μήτρου Δεληγιώργη, οδοί που φέρουν ως επί το πλείστον ονόματα αγωνιστών του 1821. Σε έναν ειδικό χώρο, το  Ηρώον, υπάρχουν οι τάφοι και τα μνημεία των πεσόντων ηρώων με τις προτομές τους. Εκεί βρίσκεται οι τάφοι του Μάρκου Μπότσαρη, Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, ο ανδριάντας του Λόρδου Βύρωνος, οι προτομές επάνω στους τάφους των οπλαρχηγών Γεωργίου Κίτσου, Μήτρου Δεληγεώργη, Σπυρ. Κοντογιάννη, Αθαν. Ραζηκότσικα, Δημ. Μακρή, Δήμου Τσέλιου, Αλεξ. Βλαχόπουλου, Κων/νου Βλαχόπουλου, Νικ. Στουρνάρα, Θεοδ. Γρίβα, Δημ. Σιδέρη, του επισκόπου Ρωγών Ιωσήφ, του προκρίτου Χρ. Καψάλη, των διοικητών της πόλεως κατά την πολιορκία Ιω. Παπαδιαμαντοπούλου, Δημ. Θέμελη, του Ιάκωβου Μάγερ με τεμάχιο εκ των πιεστηρίων του τυπογραφείου του, τα μαρμάρινα μνημεία των Αμερικανών, Γερμανών, Πολωνών, Σουηδών Φιλελλήνων κ.ά. Στο μέοο του Ηρώου δεσπόζει ο Τύμβος των πεσόντων κατά την έξοδο αγωνιστών, όπου ετάφησαν τα οστά τους. Κάθε χρόνο το Σάββατο του Λαζάρου και την Κυριακή των Βαϊων γίνονται εθνικές εορτές σε ανάμνηση της εξόδου με αναπαράσταση της εξόδου και της ανατινάξεως της οικίας του Χρήστου Καψάλη. Η μνήμη των ηρώων και η πνευματική παρακαταθήκη στους νεωτέρους διατηρείται ζωντανή στο Μεσολόγγι και ανάμεσα στους κατοίκους της που με υπερηφάνεια τιμούν τους ηρωικούς τους προγόνους και τους μεγάλους άνδρες της πολιτικής και των γραμμάτων που ανέδειξε η Ιερά Πόλις του Μεσολογγίου.

 Αρχιμανδρίτης κ. Κύριλλος Κεφαλόπουλος ιστορικός συγγραφέας  
πηγή :http://www.istorikathemata.com/2013/04/11-1826.html

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2015

Μεσολόγγι, το δέλεαρ μιας εαρινής θυσίας και ταφής, Ισίδωρος Ζουργός, η αηδονόπιτα









Ένα ματωμένο οδοιπορικό στην Ελλάδα του 1821


Η Αηδονόπιτα είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα περιπέτειας, πρωταρχικά όμως είναι ένα βιβλίο για τον έρωτα και την ελευθερία.

Η περιήγηση ενός Αμερικανού φιλέλληνα στον κόσμο της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 είναι η αφορμή για να ανασυσταθεί στα μάτια του αναγνώστη ο ελληνικός κόσμος του πρώιμου 19ου αιώνα, ο κόσμος του εμπορίου στα λιμάνια και στις ευρωπαϊκές παροικίες, ο κόσμος των γραμμάτων της Εσπερίας, η ελληνική φιλοκαλία και παράδοση, αλλά και ο βρόντος των όπλων του ξεσηκωμού.

Ο Γκάμπριελ Θάκερεϊ Λίντον, σπουδαστής της αρχαίας ελληνικής φιλολογίας, ύστερα από έναν πικρό και ατελέσφορο έρωτα αποφασίζει να περάσει τον ωκεανό συνεπαρμένος από το πνεύμα των ταξιδιών του Μπάιρον. Περνώντας από τα πιο βασικά μεσογειακά λιμάνια και καθώς αναζητά τους χάρτινους Έλληνες των βιβλίων του, η ρότα του ταξιδιού φέρνει τον νεαρό Αμερικανό στη Νάξο και από εκεί στη Θεσσαλονίκη την εποχή που η πόλη δοκιμάζεται σκληρά από έναν πολύμηνο κύκλο αίματος και τρομοκρατίας. 

Από εκεί μια καινούρια περιπλάνηση ξεκινά, στεριανή αυτήν τη φορά, στα λημέρια του Ολύμπου, στον Θεσσαλικό κάμπο, στον Ασπροπόταμο, στα αρματολίκια της Ρούμελης ως και στο έγκλειστο Μεσολόγγι. Περνούν έτσι πέντε χρόνια δράσης, στοχασμού αλλά και ενός τυραννικού έρωτα, που, εκτός από τη κύρια αφήγηση, περιγράφονται και μέσα από τις σελίδες ενός ημερολογίου, το οποίο και καταλήγει σημαντικό στα επόμενα χρόνια. 

Στις σελίδες του περνούν και καταγράφονται με το άρωμα του ρομαντισμού ο Μπάιρον, ο Ανώνυμος ο Έλληνας, συγγραφέας της Ελληνικής Νομαρχίας, γνωστοί αρματολοί, οι υπερασπιστές του Μεσολογγίου, πιο πολύ όμως καταγράφεται μια εσωτερική ζωή, ένας φιλοσοφικός σπαραγμός για την ανθρώπινη μοίρα και την αναζήτηση του Θεού.

Η «αηδονόπιτα» ήταν μια φράση των Ελλήνων εκείνης της εποχής που δήλωνε το ανέφικτο, το άπιαστο ιδανικό της ομορφιάς, τη ραχοκοκαλιά των ονείρων και τη σχέση τους με το αδύναμο του ανθρώπου. Το μυθιστόρημα χρησιμοποιεί αυτήν τη λέξη όχι ως χλεύη κατά του οράματος αλλά πιο πολύ ως υπόσχεση στην ανθρώπινη μοίρα πως δικαιούται ένα κομμάτι στην ελπίδα.




Κι αν θα διψάσεις για νερὸ θα στίψουμε ένα σύννεφο 
Κι αν θα πεινάσεις για ψωμὶ θα σφάξουμε ένα αηδόνι 
                                           Ν. Γκάτσος, Αμοργός


Έρωτας και θάνατος!!!!

Ο Γκάμπριελ σύντομα αντικαθιστά τον έρωτά του προς την αμερικανίδα παιδική του φίλη με αυτόν προς την Λαζαρίνα, την παραμελημένη γυναίκα του οπλαρχηγού, την οποία ο συγγραφέας παρουσιάζει σαν μια γυναίκα ονειρική, μια ελληνική οπτασία της λιτής ομορφιάς, με μια δυνατή απλότητα και ένα συμβολικό ευρύτερο ερωτισμό.

Από εκεί και πέρα το ερωτικό πάθος θα ταυτιστεί με το πάθος για αυτογνωσία και οι δυο εραστές θα βρεθούνε αποκλεισμένοι στο Μεσολόγγι.

"Μόλις ειν’ έτσι δυνατός ο έρωτας κι ο χάρος." (Σολωμός)
"Τι έρωτας, τι θάνατος, δεν έχεις να διαλέξεις". (δημοτικό)

"Αν ζήσεις ποτέ με την ανάσα του θανάτου στο λαιμό, όπως εμείς χτες στη σκήτη, τότε θα μπορέσεις να καταλάβεις πως η κάθε μέρα που μένεις ζωντανός είναι γιορτή. Η Ιλιάδα, Ελίζαμπεθ, όταν τη διαβάζεις, είναι ζοφερή, οι ήρωές της όμως είναι χαρούμενοι. Τι είν’ αυτό που δίνει, τέτοιες ώρες γεύση στα πράγματα; Η νίκη στο θάνατο, κι ας είναι προσωρινή." (σελ. 250)

Το κινητήριο "πάθος" φαίνεται να ανυψώνεται στη σελ. 266, στην υπέροχη, κορυφαία στιγμή όπου ο Γκάμπριελ, μάρτυρας του απροσδόκητου έρωτα μεταξύ της Λαζαρίνας και του …άντρα της αποφασίζει να… επέμβει:

"Τους πλησίασα, ήταν πια στο έλεος του φεγγαριού, τα χείλη της μου φάνηκαν υγρά. «Δεν έπρεπε να μείνουμε χωρίς σκοπιά, καπετάνιο», φώναξα, «ο τόπος είναι επικίνδυνος». Τον είδα που κούνησε σιωπηλός το κεφάλι, τα μάτια της Αφροδίτης, αυτό το μπλε της με περιεργάζονταν.
Τα πόδια μου έτρεμαν, Ελίζαμπεθ. Το είχα κάνει. Έσπασα την ομορφιά στην πιο επικίνδυνη ώρα της. Τρόμαξα το αηδόνι, τα βατράχια, τους συντρόφους μου, μετάγγισα τη ζήλια και τον τρόμο μου, έκοψα το ξενύχτι της Αφροδίτης."


"Ας κρατήσει τούτος ο πόλεμος όσο περισσότερο μπορεί. Δε φοβάμαι πια το θάνατο, δεν τρέμω τα φονικά. Στην ομορφιά όμως και στα μεταξύ τους βλέμματα μένω ανυπεράσπιστος." (σελ. 266)





Η άνοιξη ήταν αυτή που άνοιξε τελικά τις πόρτες του Μεσολογγίου......... 



Με βαθυτάτην θλίψην σας δίδω την απευκταίαν είδησιν, 
ότι το Μεσολόγγι εντός ολίγου, ήτοι δυο τριών ημερών 
το πολύ, πίπτει εις την εξουσίαν του εχθρού εξ αιτίας της πείνας.

Επιστολή ΑΝΔΡΕΑ ΜΙΑΟΥΛΗ προς την εν Ζακύνθω επιτροπήν του αγώνος



Μεσολόγγι, Απρίλιος 1826

Η άνοιξη ήταν αυτή που άνοιξε τελικά τις πόρτες του Μεσολογγίου. Το πάρσιμο έγινε απ' τις μυρωδιές της, αυτές σήκωσαν τα μάνταλα στις καστρόπορτες- τα αγριολούλουδα στις πλαγιές του Ζυγού, η ευωδιά απ' τα μωρά των φύλλων στα πλατάνια του Αγίου Συμεών, οι ανθισμένες λεμονιές της Ναυπακτίας. Το δέλεαρ μιας εαρινής θυσίας και ταφής ήταν ακατανίκητο.

Η άνοιξη άλωσε την πόλη ανήμερα της Κυριακής των Βαΐων, το κούρσος των νικητών μόνο ρήμασμα και κόκαλα. Την προηγουμένη, το βράδυ του Λαζάρου, θα λάβαινε χώρα η έγερση ζωντανών και νεκρών. Έξοδο ονόμαζαν οι παλιοί Έλληνες το τέλος της κάθε τραγωδίας. Ο Γκάμπριελ θα τη θυμόταν πιο πολύ ως ένα ορατόριο των χελιδονιών, γιατί τα έβλεπε να κάνουν μεγάλους κύκλους στον ουρανό και να περιμένουν άστεγα ώσπου όλα πια επιτέλους να τελειώσουν και να ξαναχτίσουν τις φωλιές τους πάνω στα χαλάσματα. 



Στις αρχές του Απρίλη απέτυχε και η τελευταία προσπάθεια του σταρένιου αγίου της πόλης, του προστάτη της, του Μιαούλη να ξεφορτώσει αλεύρι και ζαϊρέδες. Η τελευταία τρύπα ανεφοδιασμού εντοπίστηκε από τα πλοιάρια του κλοιού και κλείστηκε με ισχυρή δύναμη. Την ίδια νύχτα ο Γκάμπριελ κατηφόρισε απ' την ντάπια και πήγε να τη συναντήσει. Τη βρήκε έξω στην αυλή του μικρού νοσοκομείου. Μόνη ήταν, καθόταν κι ακουμπούσε στο πέτρινο χείλος ενός πηγαδιού.

«Σε περίμενα», του είπε και ανασηκώθηκε.

Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, μετά τις τελευταίες συναντήσεις είχε ελπίδες πια πως ο νους της θα γιάνει, πως τα μάτια της θα πάψουν να περιφέρονται απλανή στον αέρα σαν τα ξερά άχυρα του καλοκαιριού.

«Θέλω απόψε να με σεργιανίσεις», του είπε και τον έπιασε απ' το χέρι.
Χούφτωσε την παλάμη της και της έσφιξε τα δάχτυλα. «Πάμε!» της ψιθύρισε.

Πήραν τον πρώτο δρόμο στην τύχη κι έστριβαν στα τυφλά από δω κι από κει. Δεν ήξεραν πού πάνε, δεν τους ένοιαζε, δεν κρύβονταν πια. Αυτή μ' ένα λερωμένο φόρεμα και λυτή μαύρη κόμη, αυτός λασπωμένος, με μαζεμένα τα μακριά μαλλιά του σε αλογοουρά. Τα τσαρούχια του τρύπια, στο μηρό ξεχώριζε ακόμα η παλιά πληγή απ' το τραύμα. Κάθε τόσο έσκυβε ο ένας στο αυτί του άλλου και μίλαγαν χαμηλόφωνα. Δίπλα τους σωροί τα ερείπια και τα καμένα. Απ' όλα τα σπίτια είχε αφαιρεθεί ό,τι ξύλινο υπήρχε τις μέρες του χειμώνα και είχε καεί. Στα στενά δρομάκια τα χέρια τους ακουμπούσαν τα κουφάρια των σπιτιών, τις στοίβες με τα χαλάσματα, τους κρύους φούρνους, τα πλυσταριά που είχαν γεμίσει άστεγους.
Dimitrios_Makris_Greek_Independence_Fighter

«Πέρασε ο Κασομούλης χθες, φλουρί μου, και με είδε», του είπε κάποια στιγμή. «Νοιάζεται πολύ, ήταν φορές που με κοίταγε σαν ξωτικό, ύστερα σαν να ησύχασε. Κι εσύ σκιάζεσαι, έτσι δεν είναι;»
«Δεν έχει νέα ακόμα απ' τη μάνα του και τις αδερφές του, έτσι δεν είναι;» είπε για ν' αλλάξει λίγο την κουβέντα. «Πες μου, σκιάζεσαι ακόμα;» Απόφυγε το βλέμμα της. «Ναι, σκιάζομαι...»
«Μου είπε πως θα μαζευτούν όλοι έξω απ' την εκκλησιά της Αγια-Παρασκευής, εσύ δε θα πας, φλουρί μου;»
«Θα πάνε οι καπεταναίοι και η διοίκηση, εγώ τι δουλειά έχω;.......»

Αφαιρέθηκε. Τίναξε λίγο τα μαλλιά της και χάζευε όσους δεν είχαν ύπνο και στέκονταν έξω στα κατώφλια και στις αυλές. Χαμογελούσε σ' όλους, πρόσωπα ωχρά, σκοτεινιασμένα, σιωπηλά. Μια γριά κουλουριασμένη πάνω σ' ένα γκρεμισμένο αγκωνάρι τής ανταπέδωσε το χαμόγελο, είχε δίπλα της ένα λυχνάρι και κεντούσε.

«Τι φτιάχνεις, κυρούλα;»
«Πλουμίδια», απάντησε η γριά και συνέχισε να της χαμογελάει αθώα σαν τα μωρά, το στόμα της δεν είχε καθόλου δόντια.
«Τι θα στολίσεις τέτοιες ώρες;»
«Σάβανο, τρυγόνα μου, τι άλλο; Να τα χαρώ γω τ' αρραβωνιασμένα!»



Την καληνύχτισαν και συνέχισαν προς το σεράγι.
«Οι μέρες μας τελειώνουν, το έχεις καταλάβει;» τη ρώτησε σκυθρωπός αυτή τη φορά.
«Ποιος τα ξέρει αυτά, φλουρί μου;» 
«Ψιθυρίζεται, σου λέω, κάθε μέρα στις ντάπιες. Αν δεν έρθει σιτάρι σε δυο μέρες, θα κάνουμε γιουρούσι στον κάμπο, ειδοποίησαν κιόλας τους καπεταναίους στον Ζυγό και στη Δερβέκιστα...»
«Κοίτα εκεί!» φώναξε, «εκεί!»
Τον έπιασε απ' το χέρι και τον έσυρε μέσα σε κάτι χαλάσματα.
«Σιγά, θα γδάρεις τα πόδια σου!»
«Κοίτα, ένα δέντρο!» 
Πίσω από ένα μεσότοιχο ξεχώριζε μια κυδωνιά. Η Λαζαρίνα σκαρφάλωσε γρήγορα τον τοίχο και χώθηκε μέσα στις πέτρες και τα χώματα.
«Τα πόδια σου!» της ξαναφώναξε και πήγε πίσω της. 
Την είδε τώρα που ’χε χωθεί μες στο φύλλωμά της και την αγκάλιαζε. 
«Μικρή είναι, φλουρί μου, δυο τριών χρόνων το πολύ, πώς γλύτωσε το χειμώνα!»

Συνέχισε να την αγκαλιάζει, είχε κλείσει τώρα τα μάτια και φιλούσε τους μίσχους, τα φύλλα. Το δεντράκι τρανταζόταν ολόκληρο απ' το σφίξιμο της.

«Να κάτσουμε εδώ στα πόδια της, σε παρακαλώ, εδώ!»

Σμίξανε κάτω εκεί στη φωλιά που έφτιαχναν τα κλαδιά. Τα μαλλιά της είχαν απλωθεί πάνω στο χώμα σα ρίζες. Τα κορμιά τους λιανά σφίχτηκαν και κουλουριάστηκαν, έμοιαζαν με δυο σχοινιά που τυλίγονται, πλέξη με λαχτάρα, κόμπος σφιχτός.
«Κάνε μου ένα παιδί», του είπε κάποια στιγμή, «να σου μοιάζει, να το 'χω μέσα μου όταν φύγουμε».
«Πολλά παιδιά», της ψιθύρισε και ήξερε πως λέει ψέματα, το ήξερε καλά.
Πρώτα απ' όλα όμως το ήξερε εκείνη, της το είπαν με τρόπο οι σπουδαγμένοι, ο Μάγερ, ένας γιατρός άλλος, πως πια σακατεύτηκε.

Πριν ξημερώσει πήρε το δρόμο για το καραούλι του στην ντάπια. Ο έρωτας κάτω απ' το δέντρο και η πείνα του έγιναν άνεμος που τον έσπρωχνε, ένιωθε σάμπως τα πόδια του να ανασηκώνονται λίγο απ' τη γη, αυτά τα πόδια τα μουδιασμένα απ' τον πόθο της νύχτας, ενώ αυτά τα χέρια τα λιανά απ' την πείνα έγιναν τα καλάμια των μεγάλων φτερών που φύτρωσαν στη ράχη του. Για λίγο τού φάνηκε πως πετούσε, πως θα 'βλεπε την πόλη από ψηλά, πως θα κατέβαζε ένα ένα τα άστρα και θα τα φύτευε μέσα στα ερείπια.




Μια φωτιά που έκαιγε μπροστά στην ντάπια του 'διωξε το αστρόφωτο και τον έφερε πίσω στη γη. Οι σύντροφοι καθισμένοι γύρω της έκαιγαν κάτι κουρελιασμένα ρούχα κι ένα υποστύλωμα της καλύβας που είχε τσακιστεί. Κάθονταν σ' έναν μεγάλο κύκλο και τραγουδούσαν. Κάποιοι ήταν πάνω στις πολεμότρυπες, άπραγοι, γιατί η νύχτα είχε κυλήσει ήσυχα. Ήξεραν στο εχθρικό ορδί πως δε χρειάζονταν άλλες δικές τους θυσίες, είχαν ξαμοληθεί εδώ και μέρες τ' αγριόσκυλα της πείνας, αυτά θα έπαιρναν την πόλη.
Τους χαιρέτησε και τράβηξε για το πόστο του ν' αλλάξει αυτούς στο καραούλι και να πάνε για ύπνο.

«Σε ζήτηξε ο γραμματικός του καπετάνιου», φώναξαν. «Πού είναι τώρα;» ρώτησε. «Θα 'ρθει την αυγή».

Άλλαξε το σύντροφο στη βάρδια και ξάπλωσε με το σισανέ στα χέρια. Τήραξε στο βάθος το εχθρικό ορδί, έκαιγαν φωτιές εδώ κι εκεί, η μέρα ερχόταν, είχαν ξυπνήσει κι ετοιμάζονταν. Η ματιά του έπεσε μπροστά στη μεγάλη τάφρο, στο σημείο που γκρεμίστηκε εκείνο το βράδυ ο Γιαννακός, εκεί όπου έμενε ακόμα άθαφτος. Χθες το πρωί είχε δει ένα κοπάδι όρνια να χώ
νονται μες στο χαντάκι. Στο θυμό του απάνω τα είχε πυροβολήσει να φύγουν, συνηθισμένα αυτά τόσους μήνες απ' τα κανόνια, δεν τρόμαξαν. Τελευταία επιθυμία του Γιαννακού ήταν να δώσει το σώμα του και να το φάνε τα παιδιά να σωθούν απ' τον Χάρο. Ποιος μπορεί να ξεχωρίσει τέτοιες στιγμές τι είναι ζοφερή επινόηση και τι αναγκαιότητα... Τώρα τα μάτια εκείνα, που ήταν συχνά δακρυσμένα, θα είχαν πια στεγνώσει... Τώρα τάιζε με τις σάρκες του τα πετεινά του ουρανού - δεν είχε πια μάτια.




Με το πρώτο φως της αυγής φάνηκε ο Κασομούλης, το πρόσωπό του ήταν ωχρό, είχε ξενυχτήσει όλο το βράδυ γυρνώντας στους προμαχώνες. Του είπε πως φεύγει αμέσως για το σπίτι του Τζαβέλα, σε λίγη ώρα άρχιζε η μεγάλη σύναξη. Θα ήταν όλοι οι καπεταναίοι, τα κεφάλια της διοίκησης και ο επίσκοπος.

«Να 'χετε το νου σας! Χωρίς καπεταναίους μπορεί να έχουμε ρεσάλτο, είναι πολλές μέρες στη βουβαμάρα και ο Στουρνάρης φοβάται».
«Πώς είναι ο καπετάνιος;» ρώτησε ο Γκάμπριελ.
«Μισός άνθρωπος», του αποκρίθηκε.
«Τι να ευχηθώ, Νικόλα;»
«Να κάνουμε Πάσχα στα βουνά, αυτό!»

Ο Κασομούλης του έβαλε δυο καρύδια στο χέρι κι έφυγε, Κανείς τους δεν ήξερε πως δεν επρόκειτο να ξανανταμώσουν.

Είχε ξημερώσει Σάββατο του Λαζάρου. Μέχρι το μεσημέρι ατένιζε πέρα στο εχθρικό ορδί και σκεφτόταν. Κάπου κάπου ερχόταν σκυφτά και κανένας σύντροφος, άλλαζαν δυο κουβέντες κι έφευγε πάλι. Από κάποια ώρα και μετά ο ήλιος τον ζέσταινε γλυκά, είχε αφεθεί στο χάδι του, νύσταζε και λίγο. Ήξερε πως σήμερα ήταν η γιορτή της, σήμερα που περίμεναν και την απόφαση της σύναξης. Βάλθηκε να ονειρεύεται όπως παλιά, πριν από πέντε χρόνια, όταν είχε ώρες ελεύθερες να χαζεύει στον ωκεανό. Ύστερα απ' τον ωκεανό τα μεγάλα λιμάνια, η Μασσαλία, η Μάλτα, ύστερα η χώρα των Γραικών με το λευκό αρχιπέλαγος, η Νάξος, η Σαλονίκη...

Όταν ο ήλιος στάθηκε μεσούρανα, ζήτησε για λίγο να τον αντικαταστήσουν. Ένα παλικάρι απ' τη Δερβέκιστα που είχε γείρει για ώρες και ήταν ξεκούραστο κάθισε στο καραούλι σιγοτραγουδώντας και του ζήτησε να κατέβει στην πόλη να μάθει κανένα νέο.
«Εκεί πήγαινα», του αποκρίθηκε.

Άφησε τ' άρματα και με το λερό πουκάμισο και το γελέκι πήρε το δρόμο για το νοσοκομείο. Στη χούφτα του έσφιγγε τα δυο καρύδια, δώρο για τη γιορτή της.

Βρήκε την πόλη ανάστατη, όπως δεν την είχε δει ποτέ. Έξω απ' τις πόρτες των σπιτιών οι γυναίκες είχαν βγάλει στρώματα, βελέντζες, παπλώματα. Παντού φούρια της προετοιμασίας, φασαρία και φωνές. Σεντούκια που 'χε να τα δει ο ήλιος χρόνια έστεκαν ανοιγμένα στους δρόμους, χέρια τ' ανακάτευαν βγάζοντας φορεσιές καινούργιες, κάπες, φέσια. Γυναίκες λογομαχούσαν με τους άντρες τους, παιδιά άρπαζαν νυφιάτικα στολίδια κι υφαντά και τα 'σερναν μες στα χώματα.
«Δεν τ' αφήνω εγώ τσι Τούρκοι!» άκουσε μια φωνή δίπλα, μια γυναίκα είχε βγάλει έναν μπόγο κεντίδια και τα μοίραζε τώρα στη γειτονιά.

Πέρασε από πολλούς μαχαλάδες, παντού η ίδια εικόνα, δε χρειαζόταν να ρωτήσει τι απόφαση είχε παρθεί στη σύναξη, όλος ο κόσμος ετοιμαζόταν για το φευγιό.


Λιθογραφία των G.Silvani και P. Narducci


Τη βρήκε στο ανώγι του νοσοκομείου ανάμεσα σε παιδιά που έκλαιγαν. Κάποιος είχε ντουφεκίσει έναν πελεκάνο στην ακρογιαλιά και τον είχε φέρει συχώριο για την ψυχή της γυναίκας του στο νοσοκομείο. Πολλά απ' τα μικρότερα είχαν κλέψει πούπουλα απ' το κατώι όταν τον έβραζαν και τώρα τα σκόρπιζαν σαν χιόνι μες στις κάμαρες. Απ' τα γκρεμισμένα παράθυρα έμπαινε άπλετο φως, σ' έναν μεγάλο τέντζερη άχνιζε ένας σκούρος ζωμός και δυο γυναίκες πάσχιζαν να βάλουν τάξη στο χάος. Έβαλε κι αυτός μια άγρια φωνή, για να τις βοηθήσει, και τα πιο πολλά ζάρωσαν φοβισμένα στις γωνιές.

Λίγη ώρα αργότερα την ξεμονάχιασε κάτω στην αυλή, της είπε χρόνια πολλά, τη φίλησε και της έβαλε στη χούφτα τα δυο καρύδια.

«Φεύγουμε το βράδυ», της είπε.
Τον κοίταξε λίγο περίεργα, τα μάτια της είχαν χάσει πάλι τον εξάντα τους και χάζευαν πέρα δώθε ασυντόνιστα.
«Δε θα 'ρθω, δε θα 'ρθω! Τα παιδιά ποιος θα τα πάρει;»
«Οι γονείς τους, Λαζαρίνα. Βγήκε διαταγή απ' τη διοίκηση, ρώτησα στο δρόμο κι έμαθα, κάθε φαμίλια θα 'βγει έξω ενωμένη».
«Αυτά είναι ορφανά, ποιος;»
«Δεν είναι όλα ορφανά, άλλα έχουν πατεράδες, άλλα θείους που πολεμάνε, θα 'ρθουν να τα μαζέψουν». «Κι όσα μείνουν;»
«Για όνομα του Θεού, καταλαβαίνεις τι μου λες; Θ' αποφασίσει η διοίκηση, κατάλαβε το. Εσύ θα 'σαι δίπλα μου το βράδυ, δίπλα μου αρματωμένη, κατάλαβες;»
Τον κοίταξε σαν χαμένη.
«Μόλις νυχτώσει θα 'μαι εδώ, να 'σαι έτοιμη».
Δεν του απάντησε, μόνο που άρχισε ν' απομακρύνεται, ύστερα τον είδε που γύρισε ξαφνικά και την έδειξε με το δάχτυλο.
  «Κοίταξε να ζήσεις», της φώναξε και βγήκε στο δρόμο.

Το βράδυ η πόλη γέμισε φανάρια, κόσμος πολύς πήγαινε κι ερχόταν μέσα στα στενά. Άντρες της φρουράς περνούσαν από σπίτι σε σπίτι και διαλαλούσαν στις φαμίλιες να ξεφορτωθούν πράγματα. Δεν είχαν καμιά ελπίδα, τους φώναζαν, αν έβγαιναν έτσι φορτωμένοι σαν τα μουλάρια.
«Έχει χαντάκια όξω!» κραύγαζαν. «Θα κάμετε άλλο βιος όξω, να σωστούμε πρώτα!»

Οι πιο πολλοί καταλάβαιναν κι άφηναν μεσοστρατίς τα συγύρια τους, προικιά, τσάντες και κειμήλια. Όλοι οι δρόμοι θύμιζαν μεγάλο παζάρι, μόνο που όλοι χαρίζανε και δεν έπαιρνε κανείς.

Οι εκκλησίες όλο το απόγευμα ήταν γεμάτες, μιλιούνια κόσμος κοινωνούσε χωρίς αντίδωρο, με το χνότο βρομισμένο απ' την πείνα γυρνούσε πίσω και χαζίρευε τα απαραίτητα. Είχε βγει σχέδιο που καθοδηγούσε τον κόσμο σε καθεμιά από τις τρεις εξόδους. Τα γυναικόπαιδα και οι φαμελίτες θα βγαίνανε απ' τ' ανατολικά στους βάλτους, ένα στενό γεφύρι ήταν ετοιμασμένο να πέσει πάνω απ' την τάφρο. Οι πληγωμένοι και οι ανήμποροι θα μένανε στην πόλη συντροφιά με την τελευταία μπαρούτη.

Προχωρημένο σούρουπο ξαναπέρασε απ' το νοσοκομείο. Είχε μαζέψει μια αντρική φορεσιά απ' τ' ανοιγμένα σεντούκια στο δρόμο και φορτωμένος μ' αυτήν και τα άρματα έφτασε στην αυλή του νοσοκομείου. Στο προαύλιο δε βρήκε ψυχή, όλα τα δώματα είχαν αδειάσει. Έβγαλε μια φωνή και δεν πήρε απάντηση. Μπήκε στο έρημο κατώι και τώρα άκουγε φωνές από πάνω. Ανέβηκε τη σκάλα και την είδε στη μέση του μεγάλου οντά.



«Σε ποιον μιλάς;» τη ρώτησε.
«Έτοιμες είμαστε, φλουρί μου», του αποκρίθηκε.
«Πάρε αυτά τα ρούχα να ντυθείς, μην ξεχωρίζεις γυναίκα», της είπε κι ύστερα κοντοστάθηκε.
«Ποιοι είστε δηλαδή;»
«Εγώ και το παιδί, φλουρί μου».
Άκουσε απαλά πατήματα κι είδε ένα κοριτσάκι πέντε ως έξι χρονών να τον κρυφοκοιτάζει από ένα δώμα στο βάθος. Είχε το ένα του χέρι δεμένο με μαντίλι, που ήταν περασμένο απ' το λαιμό της.
«Τι είναι αυτό;» φώναξε ο Γκάμπριελ.
«Δεν ήρθε να το πάρει κανείς!» του απάντησε, είχε αρχίσει κιόλας να γδύνεται και να φοράει τα ρούχα που της είχε φέρει.
«Να το αφήσουμε στη διοίκηση».
«Ου! Αυτοί έχουν τώρα δουλειές με φούντες, δε θα δώσουν σημασία».
Ο Γκάμπριελ πήρε μια βαθιά ανάσα και κοίταξε τη μικρή.
«Μπορείς να περπατήσεις;» της φώναξε.
Εκείνο δεν του απάντησε, συνέχισε να τον βλέπει μισοκρυμμένο πίσω απ' την πόρτα. Η Λαζαρίνα τον πλησίασε μ' αεράτο βήμα, φαινόταν χαρούμενη που θα 'φευγαν. Είχε φορέσει τα αντρικά ρούχα και γελούσε με τον εαυτό της.
«Να 'χα έναν καθρέφτη, μια λίμνη, κάτι... να με δω!»
Ο Γκάμπριελ ήταν συνοφρυωμένος και κοίταζε μια αυτήν και μια το παιδί που συνέχιζε να τον παρατηρεί μισόγυμνο και κρυμμένο σαν το αγρίμι πίσω απ' την πόρτα.
«Δεν έχουμε χρόνο, βιάσου!»
«Έτοιμη είμαι, μόνο μισό λεπτό!»
Πήρε το φόρεμα της και πλησίασε τη μικρή, το έριξε επάνω της και την σκέπασε ολόκληρη. Ύστερα έβγαλε έναν σουγιά, του άνοιξε μερικές τρύπες και με τα χέρια έσκισε γρήγορα ό,τι περίσσευε και σερνόταν στο πάτωμα.
«Να βρεις αφιόνι!» της φώναξε.
«Γιατί;»
«Για να μη βάλει τα κλάματα το παιδί και μας προδώσει, έδωσε διαταγή η διοίκηση να δώσουμε σ' όλα αφιόνι πριν ξεκινήσουμε».
«Αφιόνι έχουμε πολύ εδώ για τους πόνους, για την πείνα μόνο ψωμί δεν έχουμε...»
«Βιάσου, νυχτώνει!» της ξαναφώναξε.



Βγήκαν στο δρόμο και συνάντησαν πολλούς με φανάρια, ήσυχα χωρίς φωνές τραβούσαν όλοι προς τις εξόδους. Η Λαζαρίνα, ψηλή όπως ήταν και κουκουλωμένη με τ' αντρικά ρούχα, δύσκολα ξεχώριζες πως ήταν γυναίκα. Στο σελάχι της ήταν περασμένη μια πιστόλα κι ένα μαχαίρι με κοκάλινη λαβή. Ο Γκάμπριελ είχε περασμένη τη δερμάτινη τσάντα στον ώμο, ζωσμένος το γιαταγάνι,, και βαστούσε το σισανέ στα χέρια. Η μικρή κρατούσε το χέρι της Λαζαρίνας και δεν τον πολυπλησίαζε.

«Να ξέρεις, τούτο το παιδί μπορεί να μας κοστίσει τη ζωή!»
«Μην γκρινιάζεις, φλουρί μου. Εκεί στη Βοστόνη πιστεύετε στη μοίρα;»
Προτίμησε να μην απαντήσει στις αλαφράδες της, είχε το νου του εκεί που κατευθύνονταν, στην ντάπια της Λουνέτας.
Έσκυψε στο αυτί του και του ψιθύρισε.
«Της μοίρας είναι... Ξέρεις πώς το λεν το παιδί; Ασημίνα!»
Χωρίς να το θέλει ανατρίχιασε, ήταν απ' το φόβο μήπως είχε ξανά χαθεί ο νους της στο δάσος.
«Φρόντισε να ζήσεις μόνο», της είπε πάλι και κοίταξε μπροστά. Ο νους του ήταν τρικυμισμένος, ήξερε πολύ καλά τι τους περίμενε εκεί έξω.

Στην επόμενη στροφή συναντήθηκαν με τον Μάγερ, τη γυναίκα του την Αλτάνη και τις δυο τους κόρες. Το μάτι του Ελβετού τρεμόπαιξε που τον είδε με τη Λαζαρίνα κι ένα παιδί, αλλά δε ρώτησε.
«Το τετράδιο το πήρες;» τον ρώτησε ο Γκάμπριελ.
«Πάνω μου το 'χω, εσύ;»
«Στην τζάντα, εδώ».
«Ο Θεός μαζί μας, να μας αξιώσει να βρεθούμε όλοι μαζί στον Άγιο Συμεών».
Ασπάστηκε ο ένας τον άλλον και συνέχισαν το δρόμο. «Τ' αφιόνι το 'δωσες;» τη ρώτησε κάποια στιγμή. «Σε λίγο θα την πιάσει».
Πραγματικά η μικρή είχε αρχίσει να τρίβει τα μάτια και το βήμα της είχε βαρύνει.
«Το χέρι της πώς το έσπασε;»
«Γκρεμίστηκε η σκεπή από πάνω της, από θαύμα σώθηκε, όλοι οι δικοί της πέθαναν».
«Πώς θα την κουβαλάμε, είναι βαριά;»
«Πιο ελαφριά απ' τα κιτάπια σου και τα μελάνια».



Δεν της ξαναμίλησε, πλησίαζαν πια στην ντάπια της Λουνέτας, άντρες πολλοί ήταν συγκεντρωμένοι και περίμεναν, γυναίκες ελάχιστες, αρχηγός μπροστά στ' ασκέρι που θ' άνοιγε το δρόμο ήταν ο Μακρής.
«Πού είναι ο Κασομούλης, ο Στουρνάρης;» τον ρώτησε.
«Θα 'ναι στην άλλη την κολόνα», της είπε μόνο και βυθίστηκε στις σκέψεις του.
Προσπαθούσε τώρα να τα ταιριάξει όλα λίγο με το μυαλό του, την τάφρο, πώς θα περνούσαν, τα βόλια, πώς θα πιάνονταν μες στο σκοτάδι μη χαθούνε...

Κάθισαν κάτω στο χώμα και περίμεναν. Γύρω τους σιωπηλές συντροφιές από αρματωμένους. Δυο τρεις τούς κοίταζαν περίεργα, γιατί η έξοδος για τις φαμίλιες ήταν απ' την άλλη πλευρά. Ο Γκάμπριελ φοβόταν μια διαταγή που θα τους έστελνε προς τα εκεί, ευτυχώς ο χρόνος της πόλης τελείωνε, δεν προλάβαιναν πια.
Ήταν όλοι τους πια κάτω απ' το φως του φεγγαριού, είχε σελήνη δέκα ημερών. Η μικρή είχε αποκοιμηθεί στην αγκαλιά της Λαζαρίνας. Κάποια στιγμή έσκυψε και της έδειξε ένα κομμάτι σχοινί.
«Θα δεθούμε μέση με μέση, τα χέρια μου πρέπει να 'ναι ελεύθερα».
«Σάματις δεμένοι δεν είμαστε τόσα χρόνια;» του είπε και γέλασε.
Ύστερα έσφιξε πάνω της το κορμάκι της μικρής, μύρισε η¬δονικά τα μαλλιά της κι έκλεισε τα βλέφαρα.
Όταν ένα σύννεφο έκρυψε το φεγγάρι, σκοτάδι απλώθηκε παντού. Είχε έρθει η ώρα. Άνοιξαν οι πόρτες της ντάπιας και ήσυχα άρχισαν να περνούν έξω. Το απόγευμα έπεφταν διά¬σπαρτες κανονιές απ' το εχθρικό ορδί, τώρα τα ταμπούρια πέρα απ' την τάφρο ήταν ήσυχα και σκοτεινά. Πολλοί απ' αυτούς που περνούσαν την πόρτα της ντάπιας για να βγουν τη φιλούσαν και δάκρυζαν. Περνούσαν ομάδες τώρα γρήγορα πάνω απ' τη γέφυρα. Όταν ακούστηκαν οι πρώτες μπαταριές απ' το βάθος, η κολόνα τους ολόκληρη έτσι όπως προχωρούσε αντιλάλησε απ’ τις φωνές. Οι Σουλιώτες, έτοιμοι από ώρα και με γυμνά γιαταγάνια, κραύγαζαν την πολεμική τους ιαχή.



Μια οχλοβοή σηκώθηκε από παντού, τα ντουφέκια ξεκρεμάστηκαν απ' τους ώμους, και οι πιο πολλοί ξεθηκάρωσαν τα σπαθιά.
«Δίπλα μου!» της είπε μόνο και ξεκρέμασε κι αυτός το ντουφέκι.
Εκείνη έσφιξε τη μικρή πάνω της κι έπιασε τη γεμισμένη πιστόλα με το αριστερό. Το περπάτημα είχε γίνει πια τρεχαλητό. Ευτυχώς είχαν προλάβει να περάσουν τη γέφυρα, πίσω τους στριμώχνονταν πια στο πέρασμα της και τα βόλια πέφτανε βροχή, πολλοί έπεσαν μέσα στο χαντάκι και δεν ξανασηκώθηκαν. Συνέχιζαν να τρέχουν και να σκουντουφλάνε, δεν πυροβολούσαν ακόμα γιατί έβλεπαν μόνο δικούς τους.

Ξαφνικά φάνηκαν μπροστά τους φλόγες, οι πρώτοι Σουλιώτες είχαν πατήσει τα ταμπούρια κι αναποδογύριζαν ό,τι έβλεπαν μπροστά τους, είχαν βάλει φωτιά σε σκηνές και καλύβες. Ο Γκάμπριελ κατάλαβε πως σε λίγο έμπαιναν στην πραγματική μάχη.
Το ευεργετικό σύννεφο εγκατέλειψε όμως τότε το φεγγάρι κι άρχισε σιγά σιγά να αχνοφωτίζει ο κάμπος.

«Όλοι μαζί, μη σκορπάτε τώρα, όλοι μαζί!» ακούστηκε μια φωνή.
Τα βόλια που ως τότε περνούσαν πάνω από τα κεφάλια τους είχαν αρχίσει πια να βρίσκουν το στόχο τους, καταλάβαιναν δίπλα τους κορμιά να πέφτουν και να μην ξανασηκώνοντας
«Όλοι μαζί!» ακούστηκε πάλι η φωνή.

Είχαν μπει πια στο εχθρικό στρατόπεδο, έβλεπαν δεξιά κι α ριστερά σφαγμένους Τούρκους κι Αράπηδες, σκηνές και καλύβες που είχαν λαμπαδιάσει φώτιζαν τον τόπο, οι Σουλιώτες μπροστά συνέχιζαν ν' ανοίγουν δρόμο. Βρίσκονταν όμως πια μέσα σε πυκνά εχθρικά πυρά. Πολλά κορμιά έπεφταν, κουφάρια δικών τους τους έκλειναν το δρόμο, άλλοι σκόνταφταν και  ξανασηκώνονταν.



«Μη σταματάτε!» κραύγασε ο Γκάμπριελ κι άπλωσε το χέρι να την αγγίξει.
«Καλά είμαι, προχώρα!» η φωνή της ήταν κοφτή και λαχανιασμένη απ' την τρεχάλα.
Πολύ κοντά του ξεχώρισε δυο κόκκινες στολές, άπλωσε το ντουφέκι και πυροβόλησε, ο ένας έπεσε. «Εκεί!» της φώναξε, «χτύπα τώρα!»

Εκείνη κοντοστάθηκε, γιατί καταλάβαινε πως το κοιμισμένο παιδί τής γλιστρούσε απ' τα χέρια. Έσκυψε και το άφησε κάτω, ένα βόλι σφύριξε από πάνω της την ώρα που είχε γείρει. Χούφτωσε την πιστόλα της με το δεξί και πυροβόλησε, είδαν και τον δεύτερο να γκρεμίζεται. Ο Γκάμπριελ πέρασε γρήγορα το ντουφέκι στον ώμο κι έσκυψε κι αυτός. Πήρε τη μικρή στην αγκαλιά του με το αριστερό χέρι και με το δεξί χούφτωσε το γιαταγάνι.

«Σήκω, πάμε!» της φώναξε μες στο χαλασμό.

Το σχοινί που τους έδενε είχε πέσει ξελυμένο κάτω. Τράβηξαν πάλι μπροστά, είδαν μπουλούκι τους δικούς τους να κοντοστέκονται, κάτι τρομερό θα πρέπει να τους είχε κόψει το δρόμο. Έτρεξαν πίσω στον σωρό κι έσπρωχναν και τους άλλους να προχωρήσουν. Μες στις φωτιές του στρατοπέδου πέντε σπαχήδες σε ψηλά αλόγατα τους έκοβαν το δρόμο. Οι πρώτοι της σειράς τους λαχανιασμένοι είχαν κοντοσταθεί και κοίταζαν με τρόμο τα ψηλά κι επιβλητικά ζώα που θα τους ποδοπατούσαν, οι σπαχήδες κρατούσαν γυμνά τα γιαταγάνια στα χέρια. Τρία παλικάρια απ' τον νταϊφά του Μακρή έβγαλαν κάτι άγριες κραυγές κι όρμησαν μπροστά σαν θηρία. Ο πρώτος έκοψε με την πάλα το λαιμό ενός αλόγου σύρριζα και γέμισε ολόκληρος αίματα. Οι σπαχήδες αιφνιδιάστηκαν, δεκάδες σκελετωμένοι όρμηξαν μπροστά χωρίς να λογαριάζουν τίποτα. Είχαν δρεπάνια, γιαταγάνια, ξύλα, τα χέρια τους τα ίδια.



Υστερα από λίγο χρειάστηκε να περάσουν πάνω απ' τα κουφάρια των αλόγων, δίπλα τους οι σπαχήδες με κομμένους τους λαιμούς σφάδαζαν.
«Μη σκορπάτε!» ακούστηκαν πάλι φωνές.
Συνέχιζαν να τρέχουν.
«Δίπλα μου!» της φώναξε.
«Το παιδί μη σου πέσει!» τσίριξε εκείνη, γιατί τον είδε να παραπατάει, το πόδι του είχε πέσει σε μια λακκούβα.

Καινούργιο κύμα από βόλια τούς υποδέχτηκε, οι μπροστινοί τους έπεσαν αμέσως.
«Κάτω!» της φώναξε και την έπιασε απ' το χέρι.

Έπεσε κι αυτός έτσι ώστε να μην πληγώσει τη μικρή. Ήξερε μετά από τόσα χρόνια πολέμου πως όταν ερχόταν πυκνό κύμα από βόλια όπως αυτό, σε λίγο θα ερχόταν και δεύτερο πιο πυκνό. Ήξερε πως όταν πέφτουν έτσι τα βόλια είναι που οι Αράπηδες πολεμάνε στοιχισμένοι, αλλάζουν τότε αμέσως ντουφέκια και ξαναχτυπάνε. Πραγματικά ήρθε ένα δεύτερο κύμα πιο πυκνό και φονικό απ' το πρώτο. Είδαν όλους γύρω τους να πέφτουν.

«Τώρα!» της φώναξε πάλι και τη σήκωσε.

Άρχισαν να τρέχουν μ' όλες τους τις δυνάμεις, πίσω τους ακολουθούσαν εκατοντάδες άλλοι, τέτοιες ώρες οι άνθρωποι μιμούνται ο ένας τον άλλον.

Σε λίγη ώρα κατάλαβαν πως είχαν περάσει το πρώτο ορδί. Πίσω τους άκουγαν ποδοβολητό, τους ακολουθούσαν πολλοί, όλοι είχαν προσπεράσει τις φωτιές και ήταν πάλι στο φεγγαρόφωτο. Μπροστά τους έβλεπαν πολλές σκιές, λόγια κοφτά ακούγονταν, λαχανιάσματα.

«Μια ανάσα, βρε παιδιά», είπε κάποιος.
Αρκετοί κοντοστάθηκαν, η κολόνα τους, αυτό το στοιχισμένο μπουλούκι που ήταν στην αρχή, είχε αρχίσει λίγο λίγο να σκορπίζει. Ο Γκάμπριελ ανασήκωσε λίγο ακόμα το παιδί, που είχε αρχίσει να του γλιστρά απ' τα χέρια. Αφουγκράστηκε την ανάσα της στο αυτί, κοιμόταν, το αφιόνι είχε κάνει καλά τη δουλειά του.

«Είσαι καλά;» τη ρώτησε.
«Στάσου μια στιγμή, για το Θεό!»
Κοντοστάθηκαν για λίγο στη μέση του κάμπου, πίσω τους άκουγαν φωνές, ακολουθούσαν κι άλλοι πολλοί περπατώντας τώρα, η ανάσα τους είχε κοπεί.
«Μη σκορπάτε!» φώναξε ο Γκάμπριελ δυνατά.

Πολλοί τούς άκουσαν και το πλήθος άρχισε πάλι να μυρμηγκιάζει από πίσω τους.
«Όλοι μαζί! Μόνο έτσι έχουμε ελπίδα!» «Πάμε καλά ή χαθήκαμε;» ρώτησε μια γυναίκα απ' το πλήθος.
«Από δω θα βγούμε», απάντησε ένας άλλος, «ο Άγιος Συμεών είναι από δω, κουράγιο στην τρεχάλα να 'χετε!»



Όσοι είχαν άρματα άρχισαν να τα ξαναγεμίζουν στο μισοσκόταδο. Λίγα λεπτά κράτησε η ανάπαυλα μέχρι να ξαναμαζευτούν. Ένας Μεσολογγίτης που ήξερε καλά τα μέρη μπήκε μπροστά να οδηγεί.

«Να περάσουμε του Κότσικα τ' αμπέλι!» φώναξε.
«Πάμε, αδερφοί!» ακούστηκε μια άλλη φωνή, και ήταν το σύνθημα, καθώς άρχισε όλο το ανθρώπινο κοπάδι να βαδίζει πάλι γρήγορα μπροστά.

Οι άντρες του Μακρή και οι Σουλιώτες προπορευόντουσαν, δεν είχαν όμως αφήσει ίχνη, η νύχτα μπέρδευε το πλήθος, δεν άκουγαν πια τις πολεμικές ιαχές τους που ήταν παρηγοριά στο κρύο σκοτάδι.

Ξαφνικά άκουσαν τη γης να τρέμει ολάκερη, ήταν φανερό ότι πλησίαζε καβαλαρία απ' τη μεριά του Αντελικού, κάποιες γυναίκες πίσω τσίριξαν.
«Χαθήκαμε!» ακούστηκε από πολλές φωνές.
«Στην άκρια του δρόμου γρήγορα! Ταμπουρωθείτε!»

Το πλήθος σχίστηκε στα δυο και μοιράστηκε δεξιά κι αριστερά του χωματόδρομου. Έβλεπαν τώρα μπροστά τους δαδιά αναμμένα, το βροντοκόπημα των αλόγων δυνάμωνε. Αλογίσια κεφάλια, τουρμπάνια και γυμνά σπαθιά έδειχναν έναν δράκο του πολέμου με δεκάδες πόδια και χέρια που πλησίαζε, ό,τι βρισκόταν στο πέρασμα του θα ροβόλαγε στον Άδη.

«Φωτιά!» ακούστηκε μια φωνή στο σκοτάδι.

Τα καριοφίλια, οι σισανέδες και οι πιστόλες βρόντηξαν το ένα πίσω απ' το άλλο. Τα πρώτα άλογα και οι καβαλαραίοι τους πήγαν κουρμπάνι στον κάτω κόσμο. Ξεχώριζαν δαδιά να γλιστρούν απ' τα χέρια και να πέφτουν στο χώμα, υφάσματα, στολισμένες σέλες, χάμουρα, οπλές ανασηκωμένες ψηλά σαν πόδια ενός μεγάλου σκαθαριού.




Ξαπλωμένοι, στην άκρη του δρόμου άρχισαν να γεμίζουν με γρήγορες κινήσεις, οι μισοί πρόλαβαν, οι άλλοι τσαλαπατήθηκαν γρήγορα από τα πρώτα άλογα. Οι ντελήδες πετούσαν αναμμένα δαδιά μες στα χορτάρια και τους ξετρύπωναν. Πότε έδειχναν οι φωτιές έναν κιτρινιάρη γέρο, πότε χωλούς πολεμιστές σκελετωμένους, πότε γυναίκες που έκρυβαν το πρόσωπο στη γη πριν κάποιο δαδί τις φωτίσει μπρος στα ψηλά πόδια των αλόγων.
Τα μακριά γιαταγάνια των ντελήδων άρχισαν να δουλεύουν απ' τα ψηλά με δίπλα τους φανούς και τα δαδιά που διέλυαν το σκοτάδι του κάμπου. Οι πεινασμένοι κουλουριάζονταν εδώ κι εκεί αποκαμωμένοι απ' το τρεχαλητό και τον τρόμο.

Ο Γκάμπριελ άδειασε την πιστόλα στο στήθος ενός ντελή που τον πλησίασε κι έβγαλε από μέσα του μια κραυγή θηρίου, που σκέπασε όλον τον ορυμαγδό. Πέταξε την πιστόλα κι έσυρε το γιαταγάνι. Το παιδί ήταν αφημένο δίπλα τους στα χορτάρια. Βρήκε μπροστά του έναν άλλο ντελή που είχε πέσει απ' το άλογο. Ο νους του είχε θολώσει, η άγρια κραυγή είχε κάνει πέτρα όλο του το κορμί, το αίμα κυλούσε άγρια στις φλέβες του, ένιωθε πως με την πίεση θα τα έσπαγε όλα μέσα του και θα χυνόταν με δύναμη έξω σαν κόκκινο σπέρμα. Έμπηξε τα δάχτυλα στα μάτια του ιππέα και με το γιαταγάνι του 'κοψε σύρριζα το λαιμό. Έβγαλε άλλη μια κραυγή πιο άγρια απ' την πρώτη, στο χέρι τώρα κρατούσε το κομμένο κεφάλι και το έδειχνε γύρω γύρω. Απ' τους πεσμένους πυρσούς είχαν πιάσει φωτιά τα ξερόχορτα και τον φώτιζαν, σκηνή άγριας θυσίας.

«Νικήτα, πού είσαι;» κραύγασε μ' όλη του τη δύναμη κρατώντας το κομμένο κεφάλι.

Μέσα στις φωτιές που έζωσαν τον τόπο έμοιαζε με τον ίδιο το διάβολο που είχε ανέβει απ' τα καταχθόνια στον κάμπο, το αίμα κι ο ιδρώτας του μύριζαν θειάφι. Δυο τρεις απ' τους συντρόφους εδώ κι εκεί αναθάρρησαν κι όρμηξαν με τα γιαταγάνια να πελεκάνε τα γόνατα των αλόγων. Αρκετοί απ' τους ντελήδες είχαν αρχίσει να τα χάνουν, η δεισιδαιμονία τους άπλωσε πάνω στη νύχτα ένα δίχτυ τρόμου.

«Σεΐτάν!» ακούστηκε μια φωνή μέσα απ' την καβαλαρία.

Πέταξε το κεφάλι μακριά και κοίταξε γύρω του. Το παιδί ήταν πεσμένο στα χόρτα, η φωτιά σιγά σιγά το πλησίαζε. Έκανε δυο βήματα κι έπιασε το φαρί του σφαγμένου ντελή απ' τα χάμουρα. Το ζώο είχε ανοίξει διάπλατα τα πελώρια μαύρα μάτια του, αυτός ο παλιός γητευτής των αλόγων του Κόνκορντ έπρεπε να δείξει τώρα το χάρισμα του.

«Θεέ μου, βοήθα με!» είπε κι ακούμπησε τα χείλη του στο κεφάλι του αλόγου.

Δάκρυα κυλούσαν απ' τα μάτια του, τα χέρια του τα μουσκεμένα στο αίμα χάιδευαν τώρα τρυφερά το αλογίσιο κεφάλι.
«Βοήθα μας, Θεέ μου!» τα δάκρυα του κυλούσαν βρόχινα στο πιγούνι και στο λαιμό, για να ξεπλύνουν τις κούπες από το αίμα της σφαγής.



Όλα έπειτα έγιναν τρομερά γρήγορα. Το πόδι του βρήκε τον αναβατήρα και καβάλησε, το φαρί δεν αντιστάθηκε, η μυρωδιά του αίματος και τα λόγια του γητευτή το είχαν καταβάλει. Την είδε που ανασηκώθηκε λίγα μέτρα παραπέρα από το χώμα όπου ήταν πεσμένη. Της έδειξε πιο πέρα, εκεί που ήταν ξαπλωμένο το παιδί. Γρήγορα εκείνη έτρεξε, το σήκωσε και του το 'δωσε. Της άπλωσε το χέρι και την τράβηξε στα καπούλια.

«Κρατήσου!» φώναξε και σπιρούνισε.

Βγήκαν στο δρόμο κι άρχισαν να τροχοβολάνε προς τα σκοτεινά. Σε λίγη ώρα περνούσαν μέσα από αμπέλια, το άλογο βαριοπατούσε και κάθε τόσο σκόνταφτε σε σκληρούς σβώλους από χώμα. Ο Γκάμπριελ αφίππευσε και βάδιζε μπροστά σέρνοντάς τους απ' το χαλινάρι. Κάποια στιγμή κοίταξαν πέρα στο βάθος την πολιτεία που ήταν μες στις φλόγες. Το Μεσολόγγι καιγόταν, η φεγγοβολή του ήταν πιο τρανή κι απ' τη σελήνη ακόμα και φώτιζε όλη τη λιμνοθάλασσα. Η Ουράνια Ιερουσαλήμ των Ρωμιών δεν υπήρχε πια, κάηκε σαν μια ξύλινη φάτνη ξημερώνοντας Μεγάλη Βδομάδα. Ελπίδα στο γένος τους δε φαίνονταν πια πουθενά.


Ισίδωρος Ζουργός, η αηδονόπιτα, εκδόσεις Πατάκη, κεφ. 40, σελ. 475-491



                                               Θ. Π. Βρυζάκης, Η έξοδος του Μεσολογγίου

Ο Ισίδωρος Ζουργός γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1964. Σπούδασε Παιδαγωγικά και υπηρετεί στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση ως δάσκαλος. Έχει δυο παιδιά και σήμερα εργάζεται στη Θεσσαλονίκη. Έχει συνεργαστεί στο παρελθόν με διάφορα περιοδικά δημοσιεύοντας ποίηση και πεζογραφία, καθώς και βιβλιογραφικά κριτικά σημειώματα. Έχει επίσης ασχοληθεί με θέματα διδασκαλίας της λογοτεχνίας στο δημοτικό σχολείο και ιστορίας της εκπαίδευσης. Το 1996 συμμετείχε στη συλλογική έκδοση κειμένων για την εκπαίδευση, με τον τίτλο "Αναπνέοντας κιμωλία -γραφές εκπαιδευτικών", από τις εκδόσεις Σαββάλα. Έχει εκδώσει τα μυθιστορήματα: "Φράουστ" (Λιβάνης, 1995/Πατάκης, 2010), "Αποσπάσματα από το βιβλίο του ωκεανού" (Πατάκης, 2000/2007), "Η ψίχα εκείνου του καλοκαιριού" (Πατάκης, 2002/2010), "Στη σκιά της πεταλούδας" (Πατάκης, 2005), "Η αηδονόπιτα" (Πατάκης, 2008), "Ανεμώλια" (Πατάκης, 2011 - Βραβείο Αναγνωστών ΕΚΕΒΙ). Επίσης, συμμετείχε στη συλλογική έκδοση "Ζωολογία του πάνω και του κάτω κόσμου" (Πατάκης, 2009), στη σειρά "Hotel-Ένοικοι Γραφής", που επιμελείται ο Μισέλ Φάις.