Σελίδες

Translate

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2015

Μεσολόγγι, το δέλεαρ μιας εαρινής θυσίας και ταφής, Ισίδωρος Ζουργός, η αηδονόπιτα









Ένα ματωμένο οδοιπορικό στην Ελλάδα του 1821


Η Αηδονόπιτα είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα περιπέτειας, πρωταρχικά όμως είναι ένα βιβλίο για τον έρωτα και την ελευθερία.

Η περιήγηση ενός Αμερικανού φιλέλληνα στον κόσμο της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 είναι η αφορμή για να ανασυσταθεί στα μάτια του αναγνώστη ο ελληνικός κόσμος του πρώιμου 19ου αιώνα, ο κόσμος του εμπορίου στα λιμάνια και στις ευρωπαϊκές παροικίες, ο κόσμος των γραμμάτων της Εσπερίας, η ελληνική φιλοκαλία και παράδοση, αλλά και ο βρόντος των όπλων του ξεσηκωμού.

Ο Γκάμπριελ Θάκερεϊ Λίντον, σπουδαστής της αρχαίας ελληνικής φιλολογίας, ύστερα από έναν πικρό και ατελέσφορο έρωτα αποφασίζει να περάσει τον ωκεανό συνεπαρμένος από το πνεύμα των ταξιδιών του Μπάιρον. Περνώντας από τα πιο βασικά μεσογειακά λιμάνια και καθώς αναζητά τους χάρτινους Έλληνες των βιβλίων του, η ρότα του ταξιδιού φέρνει τον νεαρό Αμερικανό στη Νάξο και από εκεί στη Θεσσαλονίκη την εποχή που η πόλη δοκιμάζεται σκληρά από έναν πολύμηνο κύκλο αίματος και τρομοκρατίας. 

Από εκεί μια καινούρια περιπλάνηση ξεκινά, στεριανή αυτήν τη φορά, στα λημέρια του Ολύμπου, στον Θεσσαλικό κάμπο, στον Ασπροπόταμο, στα αρματολίκια της Ρούμελης ως και στο έγκλειστο Μεσολόγγι. Περνούν έτσι πέντε χρόνια δράσης, στοχασμού αλλά και ενός τυραννικού έρωτα, που, εκτός από τη κύρια αφήγηση, περιγράφονται και μέσα από τις σελίδες ενός ημερολογίου, το οποίο και καταλήγει σημαντικό στα επόμενα χρόνια. 

Στις σελίδες του περνούν και καταγράφονται με το άρωμα του ρομαντισμού ο Μπάιρον, ο Ανώνυμος ο Έλληνας, συγγραφέας της Ελληνικής Νομαρχίας, γνωστοί αρματολοί, οι υπερασπιστές του Μεσολογγίου, πιο πολύ όμως καταγράφεται μια εσωτερική ζωή, ένας φιλοσοφικός σπαραγμός για την ανθρώπινη μοίρα και την αναζήτηση του Θεού.

Η «αηδονόπιτα» ήταν μια φράση των Ελλήνων εκείνης της εποχής που δήλωνε το ανέφικτο, το άπιαστο ιδανικό της ομορφιάς, τη ραχοκοκαλιά των ονείρων και τη σχέση τους με το αδύναμο του ανθρώπου. Το μυθιστόρημα χρησιμοποιεί αυτήν τη λέξη όχι ως χλεύη κατά του οράματος αλλά πιο πολύ ως υπόσχεση στην ανθρώπινη μοίρα πως δικαιούται ένα κομμάτι στην ελπίδα.




Κι αν θα διψάσεις για νερὸ θα στίψουμε ένα σύννεφο 
Κι αν θα πεινάσεις για ψωμὶ θα σφάξουμε ένα αηδόνι 
                                           Ν. Γκάτσος, Αμοργός


Έρωτας και θάνατος!!!!

Ο Γκάμπριελ σύντομα αντικαθιστά τον έρωτά του προς την αμερικανίδα παιδική του φίλη με αυτόν προς την Λαζαρίνα, την παραμελημένη γυναίκα του οπλαρχηγού, την οποία ο συγγραφέας παρουσιάζει σαν μια γυναίκα ονειρική, μια ελληνική οπτασία της λιτής ομορφιάς, με μια δυνατή απλότητα και ένα συμβολικό ευρύτερο ερωτισμό.

Από εκεί και πέρα το ερωτικό πάθος θα ταυτιστεί με το πάθος για αυτογνωσία και οι δυο εραστές θα βρεθούνε αποκλεισμένοι στο Μεσολόγγι.

"Μόλις ειν’ έτσι δυνατός ο έρωτας κι ο χάρος." (Σολωμός)
"Τι έρωτας, τι θάνατος, δεν έχεις να διαλέξεις". (δημοτικό)

"Αν ζήσεις ποτέ με την ανάσα του θανάτου στο λαιμό, όπως εμείς χτες στη σκήτη, τότε θα μπορέσεις να καταλάβεις πως η κάθε μέρα που μένεις ζωντανός είναι γιορτή. Η Ιλιάδα, Ελίζαμπεθ, όταν τη διαβάζεις, είναι ζοφερή, οι ήρωές της όμως είναι χαρούμενοι. Τι είν’ αυτό που δίνει, τέτοιες ώρες γεύση στα πράγματα; Η νίκη στο θάνατο, κι ας είναι προσωρινή." (σελ. 250)

Το κινητήριο "πάθος" φαίνεται να ανυψώνεται στη σελ. 266, στην υπέροχη, κορυφαία στιγμή όπου ο Γκάμπριελ, μάρτυρας του απροσδόκητου έρωτα μεταξύ της Λαζαρίνας και του …άντρα της αποφασίζει να… επέμβει:

"Τους πλησίασα, ήταν πια στο έλεος του φεγγαριού, τα χείλη της μου φάνηκαν υγρά. «Δεν έπρεπε να μείνουμε χωρίς σκοπιά, καπετάνιο», φώναξα, «ο τόπος είναι επικίνδυνος». Τον είδα που κούνησε σιωπηλός το κεφάλι, τα μάτια της Αφροδίτης, αυτό το μπλε της με περιεργάζονταν.
Τα πόδια μου έτρεμαν, Ελίζαμπεθ. Το είχα κάνει. Έσπασα την ομορφιά στην πιο επικίνδυνη ώρα της. Τρόμαξα το αηδόνι, τα βατράχια, τους συντρόφους μου, μετάγγισα τη ζήλια και τον τρόμο μου, έκοψα το ξενύχτι της Αφροδίτης."


"Ας κρατήσει τούτος ο πόλεμος όσο περισσότερο μπορεί. Δε φοβάμαι πια το θάνατο, δεν τρέμω τα φονικά. Στην ομορφιά όμως και στα μεταξύ τους βλέμματα μένω ανυπεράσπιστος." (σελ. 266)





Η άνοιξη ήταν αυτή που άνοιξε τελικά τις πόρτες του Μεσολογγίου......... 



Με βαθυτάτην θλίψην σας δίδω την απευκταίαν είδησιν, 
ότι το Μεσολόγγι εντός ολίγου, ήτοι δυο τριών ημερών 
το πολύ, πίπτει εις την εξουσίαν του εχθρού εξ αιτίας της πείνας.

Επιστολή ΑΝΔΡΕΑ ΜΙΑΟΥΛΗ προς την εν Ζακύνθω επιτροπήν του αγώνος



Μεσολόγγι, Απρίλιος 1826

Η άνοιξη ήταν αυτή που άνοιξε τελικά τις πόρτες του Μεσολογγίου. Το πάρσιμο έγινε απ' τις μυρωδιές της, αυτές σήκωσαν τα μάνταλα στις καστρόπορτες- τα αγριολούλουδα στις πλαγιές του Ζυγού, η ευωδιά απ' τα μωρά των φύλλων στα πλατάνια του Αγίου Συμεών, οι ανθισμένες λεμονιές της Ναυπακτίας. Το δέλεαρ μιας εαρινής θυσίας και ταφής ήταν ακατανίκητο.

Η άνοιξη άλωσε την πόλη ανήμερα της Κυριακής των Βαΐων, το κούρσος των νικητών μόνο ρήμασμα και κόκαλα. Την προηγουμένη, το βράδυ του Λαζάρου, θα λάβαινε χώρα η έγερση ζωντανών και νεκρών. Έξοδο ονόμαζαν οι παλιοί Έλληνες το τέλος της κάθε τραγωδίας. Ο Γκάμπριελ θα τη θυμόταν πιο πολύ ως ένα ορατόριο των χελιδονιών, γιατί τα έβλεπε να κάνουν μεγάλους κύκλους στον ουρανό και να περιμένουν άστεγα ώσπου όλα πια επιτέλους να τελειώσουν και να ξαναχτίσουν τις φωλιές τους πάνω στα χαλάσματα. 



Στις αρχές του Απρίλη απέτυχε και η τελευταία προσπάθεια του σταρένιου αγίου της πόλης, του προστάτη της, του Μιαούλη να ξεφορτώσει αλεύρι και ζαϊρέδες. Η τελευταία τρύπα ανεφοδιασμού εντοπίστηκε από τα πλοιάρια του κλοιού και κλείστηκε με ισχυρή δύναμη. Την ίδια νύχτα ο Γκάμπριελ κατηφόρισε απ' την ντάπια και πήγε να τη συναντήσει. Τη βρήκε έξω στην αυλή του μικρού νοσοκομείου. Μόνη ήταν, καθόταν κι ακουμπούσε στο πέτρινο χείλος ενός πηγαδιού.

«Σε περίμενα», του είπε και ανασηκώθηκε.

Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, μετά τις τελευταίες συναντήσεις είχε ελπίδες πια πως ο νους της θα γιάνει, πως τα μάτια της θα πάψουν να περιφέρονται απλανή στον αέρα σαν τα ξερά άχυρα του καλοκαιριού.

«Θέλω απόψε να με σεργιανίσεις», του είπε και τον έπιασε απ' το χέρι.
Χούφτωσε την παλάμη της και της έσφιξε τα δάχτυλα. «Πάμε!» της ψιθύρισε.

Πήραν τον πρώτο δρόμο στην τύχη κι έστριβαν στα τυφλά από δω κι από κει. Δεν ήξεραν πού πάνε, δεν τους ένοιαζε, δεν κρύβονταν πια. Αυτή μ' ένα λερωμένο φόρεμα και λυτή μαύρη κόμη, αυτός λασπωμένος, με μαζεμένα τα μακριά μαλλιά του σε αλογοουρά. Τα τσαρούχια του τρύπια, στο μηρό ξεχώριζε ακόμα η παλιά πληγή απ' το τραύμα. Κάθε τόσο έσκυβε ο ένας στο αυτί του άλλου και μίλαγαν χαμηλόφωνα. Δίπλα τους σωροί τα ερείπια και τα καμένα. Απ' όλα τα σπίτια είχε αφαιρεθεί ό,τι ξύλινο υπήρχε τις μέρες του χειμώνα και είχε καεί. Στα στενά δρομάκια τα χέρια τους ακουμπούσαν τα κουφάρια των σπιτιών, τις στοίβες με τα χαλάσματα, τους κρύους φούρνους, τα πλυσταριά που είχαν γεμίσει άστεγους.
Dimitrios_Makris_Greek_Independence_Fighter

«Πέρασε ο Κασομούλης χθες, φλουρί μου, και με είδε», του είπε κάποια στιγμή. «Νοιάζεται πολύ, ήταν φορές που με κοίταγε σαν ξωτικό, ύστερα σαν να ησύχασε. Κι εσύ σκιάζεσαι, έτσι δεν είναι;»
«Δεν έχει νέα ακόμα απ' τη μάνα του και τις αδερφές του, έτσι δεν είναι;» είπε για ν' αλλάξει λίγο την κουβέντα. «Πες μου, σκιάζεσαι ακόμα;» Απόφυγε το βλέμμα της. «Ναι, σκιάζομαι...»
«Μου είπε πως θα μαζευτούν όλοι έξω απ' την εκκλησιά της Αγια-Παρασκευής, εσύ δε θα πας, φλουρί μου;»
«Θα πάνε οι καπεταναίοι και η διοίκηση, εγώ τι δουλειά έχω;.......»

Αφαιρέθηκε. Τίναξε λίγο τα μαλλιά της και χάζευε όσους δεν είχαν ύπνο και στέκονταν έξω στα κατώφλια και στις αυλές. Χαμογελούσε σ' όλους, πρόσωπα ωχρά, σκοτεινιασμένα, σιωπηλά. Μια γριά κουλουριασμένη πάνω σ' ένα γκρεμισμένο αγκωνάρι τής ανταπέδωσε το χαμόγελο, είχε δίπλα της ένα λυχνάρι και κεντούσε.

«Τι φτιάχνεις, κυρούλα;»
«Πλουμίδια», απάντησε η γριά και συνέχισε να της χαμογελάει αθώα σαν τα μωρά, το στόμα της δεν είχε καθόλου δόντια.
«Τι θα στολίσεις τέτοιες ώρες;»
«Σάβανο, τρυγόνα μου, τι άλλο; Να τα χαρώ γω τ' αρραβωνιασμένα!»



Την καληνύχτισαν και συνέχισαν προς το σεράγι.
«Οι μέρες μας τελειώνουν, το έχεις καταλάβει;» τη ρώτησε σκυθρωπός αυτή τη φορά.
«Ποιος τα ξέρει αυτά, φλουρί μου;» 
«Ψιθυρίζεται, σου λέω, κάθε μέρα στις ντάπιες. Αν δεν έρθει σιτάρι σε δυο μέρες, θα κάνουμε γιουρούσι στον κάμπο, ειδοποίησαν κιόλας τους καπεταναίους στον Ζυγό και στη Δερβέκιστα...»
«Κοίτα εκεί!» φώναξε, «εκεί!»
Τον έπιασε απ' το χέρι και τον έσυρε μέσα σε κάτι χαλάσματα.
«Σιγά, θα γδάρεις τα πόδια σου!»
«Κοίτα, ένα δέντρο!» 
Πίσω από ένα μεσότοιχο ξεχώριζε μια κυδωνιά. Η Λαζαρίνα σκαρφάλωσε γρήγορα τον τοίχο και χώθηκε μέσα στις πέτρες και τα χώματα.
«Τα πόδια σου!» της ξαναφώναξε και πήγε πίσω της. 
Την είδε τώρα που ’χε χωθεί μες στο φύλλωμά της και την αγκάλιαζε. 
«Μικρή είναι, φλουρί μου, δυο τριών χρόνων το πολύ, πώς γλύτωσε το χειμώνα!»

Συνέχισε να την αγκαλιάζει, είχε κλείσει τώρα τα μάτια και φιλούσε τους μίσχους, τα φύλλα. Το δεντράκι τρανταζόταν ολόκληρο απ' το σφίξιμο της.

«Να κάτσουμε εδώ στα πόδια της, σε παρακαλώ, εδώ!»

Σμίξανε κάτω εκεί στη φωλιά που έφτιαχναν τα κλαδιά. Τα μαλλιά της είχαν απλωθεί πάνω στο χώμα σα ρίζες. Τα κορμιά τους λιανά σφίχτηκαν και κουλουριάστηκαν, έμοιαζαν με δυο σχοινιά που τυλίγονται, πλέξη με λαχτάρα, κόμπος σφιχτός.
«Κάνε μου ένα παιδί», του είπε κάποια στιγμή, «να σου μοιάζει, να το 'χω μέσα μου όταν φύγουμε».
«Πολλά παιδιά», της ψιθύρισε και ήξερε πως λέει ψέματα, το ήξερε καλά.
Πρώτα απ' όλα όμως το ήξερε εκείνη, της το είπαν με τρόπο οι σπουδαγμένοι, ο Μάγερ, ένας γιατρός άλλος, πως πια σακατεύτηκε.

Πριν ξημερώσει πήρε το δρόμο για το καραούλι του στην ντάπια. Ο έρωτας κάτω απ' το δέντρο και η πείνα του έγιναν άνεμος που τον έσπρωχνε, ένιωθε σάμπως τα πόδια του να ανασηκώνονται λίγο απ' τη γη, αυτά τα πόδια τα μουδιασμένα απ' τον πόθο της νύχτας, ενώ αυτά τα χέρια τα λιανά απ' την πείνα έγιναν τα καλάμια των μεγάλων φτερών που φύτρωσαν στη ράχη του. Για λίγο τού φάνηκε πως πετούσε, πως θα 'βλεπε την πόλη από ψηλά, πως θα κατέβαζε ένα ένα τα άστρα και θα τα φύτευε μέσα στα ερείπια.




Μια φωτιά που έκαιγε μπροστά στην ντάπια του 'διωξε το αστρόφωτο και τον έφερε πίσω στη γη. Οι σύντροφοι καθισμένοι γύρω της έκαιγαν κάτι κουρελιασμένα ρούχα κι ένα υποστύλωμα της καλύβας που είχε τσακιστεί. Κάθονταν σ' έναν μεγάλο κύκλο και τραγουδούσαν. Κάποιοι ήταν πάνω στις πολεμότρυπες, άπραγοι, γιατί η νύχτα είχε κυλήσει ήσυχα. Ήξεραν στο εχθρικό ορδί πως δε χρειάζονταν άλλες δικές τους θυσίες, είχαν ξαμοληθεί εδώ και μέρες τ' αγριόσκυλα της πείνας, αυτά θα έπαιρναν την πόλη.
Τους χαιρέτησε και τράβηξε για το πόστο του ν' αλλάξει αυτούς στο καραούλι και να πάνε για ύπνο.

«Σε ζήτηξε ο γραμματικός του καπετάνιου», φώναξαν. «Πού είναι τώρα;» ρώτησε. «Θα 'ρθει την αυγή».

Άλλαξε το σύντροφο στη βάρδια και ξάπλωσε με το σισανέ στα χέρια. Τήραξε στο βάθος το εχθρικό ορδί, έκαιγαν φωτιές εδώ κι εκεί, η μέρα ερχόταν, είχαν ξυπνήσει κι ετοιμάζονταν. Η ματιά του έπεσε μπροστά στη μεγάλη τάφρο, στο σημείο που γκρεμίστηκε εκείνο το βράδυ ο Γιαννακός, εκεί όπου έμενε ακόμα άθαφτος. Χθες το πρωί είχε δει ένα κοπάδι όρνια να χώ
νονται μες στο χαντάκι. Στο θυμό του απάνω τα είχε πυροβολήσει να φύγουν, συνηθισμένα αυτά τόσους μήνες απ' τα κανόνια, δεν τρόμαξαν. Τελευταία επιθυμία του Γιαννακού ήταν να δώσει το σώμα του και να το φάνε τα παιδιά να σωθούν απ' τον Χάρο. Ποιος μπορεί να ξεχωρίσει τέτοιες στιγμές τι είναι ζοφερή επινόηση και τι αναγκαιότητα... Τώρα τα μάτια εκείνα, που ήταν συχνά δακρυσμένα, θα είχαν πια στεγνώσει... Τώρα τάιζε με τις σάρκες του τα πετεινά του ουρανού - δεν είχε πια μάτια.




Με το πρώτο φως της αυγής φάνηκε ο Κασομούλης, το πρόσωπό του ήταν ωχρό, είχε ξενυχτήσει όλο το βράδυ γυρνώντας στους προμαχώνες. Του είπε πως φεύγει αμέσως για το σπίτι του Τζαβέλα, σε λίγη ώρα άρχιζε η μεγάλη σύναξη. Θα ήταν όλοι οι καπεταναίοι, τα κεφάλια της διοίκησης και ο επίσκοπος.

«Να 'χετε το νου σας! Χωρίς καπεταναίους μπορεί να έχουμε ρεσάλτο, είναι πολλές μέρες στη βουβαμάρα και ο Στουρνάρης φοβάται».
«Πώς είναι ο καπετάνιος;» ρώτησε ο Γκάμπριελ.
«Μισός άνθρωπος», του αποκρίθηκε.
«Τι να ευχηθώ, Νικόλα;»
«Να κάνουμε Πάσχα στα βουνά, αυτό!»

Ο Κασομούλης του έβαλε δυο καρύδια στο χέρι κι έφυγε, Κανείς τους δεν ήξερε πως δεν επρόκειτο να ξανανταμώσουν.

Είχε ξημερώσει Σάββατο του Λαζάρου. Μέχρι το μεσημέρι ατένιζε πέρα στο εχθρικό ορδί και σκεφτόταν. Κάπου κάπου ερχόταν σκυφτά και κανένας σύντροφος, άλλαζαν δυο κουβέντες κι έφευγε πάλι. Από κάποια ώρα και μετά ο ήλιος τον ζέσταινε γλυκά, είχε αφεθεί στο χάδι του, νύσταζε και λίγο. Ήξερε πως σήμερα ήταν η γιορτή της, σήμερα που περίμεναν και την απόφαση της σύναξης. Βάλθηκε να ονειρεύεται όπως παλιά, πριν από πέντε χρόνια, όταν είχε ώρες ελεύθερες να χαζεύει στον ωκεανό. Ύστερα απ' τον ωκεανό τα μεγάλα λιμάνια, η Μασσαλία, η Μάλτα, ύστερα η χώρα των Γραικών με το λευκό αρχιπέλαγος, η Νάξος, η Σαλονίκη...

Όταν ο ήλιος στάθηκε μεσούρανα, ζήτησε για λίγο να τον αντικαταστήσουν. Ένα παλικάρι απ' τη Δερβέκιστα που είχε γείρει για ώρες και ήταν ξεκούραστο κάθισε στο καραούλι σιγοτραγουδώντας και του ζήτησε να κατέβει στην πόλη να μάθει κανένα νέο.
«Εκεί πήγαινα», του αποκρίθηκε.

Άφησε τ' άρματα και με το λερό πουκάμισο και το γελέκι πήρε το δρόμο για το νοσοκομείο. Στη χούφτα του έσφιγγε τα δυο καρύδια, δώρο για τη γιορτή της.

Βρήκε την πόλη ανάστατη, όπως δεν την είχε δει ποτέ. Έξω απ' τις πόρτες των σπιτιών οι γυναίκες είχαν βγάλει στρώματα, βελέντζες, παπλώματα. Παντού φούρια της προετοιμασίας, φασαρία και φωνές. Σεντούκια που 'χε να τα δει ο ήλιος χρόνια έστεκαν ανοιγμένα στους δρόμους, χέρια τ' ανακάτευαν βγάζοντας φορεσιές καινούργιες, κάπες, φέσια. Γυναίκες λογομαχούσαν με τους άντρες τους, παιδιά άρπαζαν νυφιάτικα στολίδια κι υφαντά και τα 'σερναν μες στα χώματα.
«Δεν τ' αφήνω εγώ τσι Τούρκοι!» άκουσε μια φωνή δίπλα, μια γυναίκα είχε βγάλει έναν μπόγο κεντίδια και τα μοίραζε τώρα στη γειτονιά.

Πέρασε από πολλούς μαχαλάδες, παντού η ίδια εικόνα, δε χρειαζόταν να ρωτήσει τι απόφαση είχε παρθεί στη σύναξη, όλος ο κόσμος ετοιμαζόταν για το φευγιό.


Λιθογραφία των G.Silvani και P. Narducci


Τη βρήκε στο ανώγι του νοσοκομείου ανάμεσα σε παιδιά που έκλαιγαν. Κάποιος είχε ντουφεκίσει έναν πελεκάνο στην ακρογιαλιά και τον είχε φέρει συχώριο για την ψυχή της γυναίκας του στο νοσοκομείο. Πολλά απ' τα μικρότερα είχαν κλέψει πούπουλα απ' το κατώι όταν τον έβραζαν και τώρα τα σκόρπιζαν σαν χιόνι μες στις κάμαρες. Απ' τα γκρεμισμένα παράθυρα έμπαινε άπλετο φως, σ' έναν μεγάλο τέντζερη άχνιζε ένας σκούρος ζωμός και δυο γυναίκες πάσχιζαν να βάλουν τάξη στο χάος. Έβαλε κι αυτός μια άγρια φωνή, για να τις βοηθήσει, και τα πιο πολλά ζάρωσαν φοβισμένα στις γωνιές.

Λίγη ώρα αργότερα την ξεμονάχιασε κάτω στην αυλή, της είπε χρόνια πολλά, τη φίλησε και της έβαλε στη χούφτα τα δυο καρύδια.

«Φεύγουμε το βράδυ», της είπε.
Τον κοίταξε λίγο περίεργα, τα μάτια της είχαν χάσει πάλι τον εξάντα τους και χάζευαν πέρα δώθε ασυντόνιστα.
«Δε θα 'ρθω, δε θα 'ρθω! Τα παιδιά ποιος θα τα πάρει;»
«Οι γονείς τους, Λαζαρίνα. Βγήκε διαταγή απ' τη διοίκηση, ρώτησα στο δρόμο κι έμαθα, κάθε φαμίλια θα 'βγει έξω ενωμένη».
«Αυτά είναι ορφανά, ποιος;»
«Δεν είναι όλα ορφανά, άλλα έχουν πατεράδες, άλλα θείους που πολεμάνε, θα 'ρθουν να τα μαζέψουν». «Κι όσα μείνουν;»
«Για όνομα του Θεού, καταλαβαίνεις τι μου λες; Θ' αποφασίσει η διοίκηση, κατάλαβε το. Εσύ θα 'σαι δίπλα μου το βράδυ, δίπλα μου αρματωμένη, κατάλαβες;»
Τον κοίταξε σαν χαμένη.
«Μόλις νυχτώσει θα 'μαι εδώ, να 'σαι έτοιμη».
Δεν του απάντησε, μόνο που άρχισε ν' απομακρύνεται, ύστερα τον είδε που γύρισε ξαφνικά και την έδειξε με το δάχτυλο.
  «Κοίταξε να ζήσεις», της φώναξε και βγήκε στο δρόμο.

Το βράδυ η πόλη γέμισε φανάρια, κόσμος πολύς πήγαινε κι ερχόταν μέσα στα στενά. Άντρες της φρουράς περνούσαν από σπίτι σε σπίτι και διαλαλούσαν στις φαμίλιες να ξεφορτωθούν πράγματα. Δεν είχαν καμιά ελπίδα, τους φώναζαν, αν έβγαιναν έτσι φορτωμένοι σαν τα μουλάρια.
«Έχει χαντάκια όξω!» κραύγαζαν. «Θα κάμετε άλλο βιος όξω, να σωστούμε πρώτα!»

Οι πιο πολλοί καταλάβαιναν κι άφηναν μεσοστρατίς τα συγύρια τους, προικιά, τσάντες και κειμήλια. Όλοι οι δρόμοι θύμιζαν μεγάλο παζάρι, μόνο που όλοι χαρίζανε και δεν έπαιρνε κανείς.

Οι εκκλησίες όλο το απόγευμα ήταν γεμάτες, μιλιούνια κόσμος κοινωνούσε χωρίς αντίδωρο, με το χνότο βρομισμένο απ' την πείνα γυρνούσε πίσω και χαζίρευε τα απαραίτητα. Είχε βγει σχέδιο που καθοδηγούσε τον κόσμο σε καθεμιά από τις τρεις εξόδους. Τα γυναικόπαιδα και οι φαμελίτες θα βγαίνανε απ' τ' ανατολικά στους βάλτους, ένα στενό γεφύρι ήταν ετοιμασμένο να πέσει πάνω απ' την τάφρο. Οι πληγωμένοι και οι ανήμποροι θα μένανε στην πόλη συντροφιά με την τελευταία μπαρούτη.

Προχωρημένο σούρουπο ξαναπέρασε απ' το νοσοκομείο. Είχε μαζέψει μια αντρική φορεσιά απ' τ' ανοιγμένα σεντούκια στο δρόμο και φορτωμένος μ' αυτήν και τα άρματα έφτασε στην αυλή του νοσοκομείου. Στο προαύλιο δε βρήκε ψυχή, όλα τα δώματα είχαν αδειάσει. Έβγαλε μια φωνή και δεν πήρε απάντηση. Μπήκε στο έρημο κατώι και τώρα άκουγε φωνές από πάνω. Ανέβηκε τη σκάλα και την είδε στη μέση του μεγάλου οντά.



«Σε ποιον μιλάς;» τη ρώτησε.
«Έτοιμες είμαστε, φλουρί μου», του αποκρίθηκε.
«Πάρε αυτά τα ρούχα να ντυθείς, μην ξεχωρίζεις γυναίκα», της είπε κι ύστερα κοντοστάθηκε.
«Ποιοι είστε δηλαδή;»
«Εγώ και το παιδί, φλουρί μου».
Άκουσε απαλά πατήματα κι είδε ένα κοριτσάκι πέντε ως έξι χρονών να τον κρυφοκοιτάζει από ένα δώμα στο βάθος. Είχε το ένα του χέρι δεμένο με μαντίλι, που ήταν περασμένο απ' το λαιμό της.
«Τι είναι αυτό;» φώναξε ο Γκάμπριελ.
«Δεν ήρθε να το πάρει κανείς!» του απάντησε, είχε αρχίσει κιόλας να γδύνεται και να φοράει τα ρούχα που της είχε φέρει.
«Να το αφήσουμε στη διοίκηση».
«Ου! Αυτοί έχουν τώρα δουλειές με φούντες, δε θα δώσουν σημασία».
Ο Γκάμπριελ πήρε μια βαθιά ανάσα και κοίταξε τη μικρή.
«Μπορείς να περπατήσεις;» της φώναξε.
Εκείνο δεν του απάντησε, συνέχισε να τον βλέπει μισοκρυμμένο πίσω απ' την πόρτα. Η Λαζαρίνα τον πλησίασε μ' αεράτο βήμα, φαινόταν χαρούμενη που θα 'φευγαν. Είχε φορέσει τα αντρικά ρούχα και γελούσε με τον εαυτό της.
«Να 'χα έναν καθρέφτη, μια λίμνη, κάτι... να με δω!»
Ο Γκάμπριελ ήταν συνοφρυωμένος και κοίταζε μια αυτήν και μια το παιδί που συνέχιζε να τον παρατηρεί μισόγυμνο και κρυμμένο σαν το αγρίμι πίσω απ' την πόρτα.
«Δεν έχουμε χρόνο, βιάσου!»
«Έτοιμη είμαι, μόνο μισό λεπτό!»
Πήρε το φόρεμα της και πλησίασε τη μικρή, το έριξε επάνω της και την σκέπασε ολόκληρη. Ύστερα έβγαλε έναν σουγιά, του άνοιξε μερικές τρύπες και με τα χέρια έσκισε γρήγορα ό,τι περίσσευε και σερνόταν στο πάτωμα.
«Να βρεις αφιόνι!» της φώναξε.
«Γιατί;»
«Για να μη βάλει τα κλάματα το παιδί και μας προδώσει, έδωσε διαταγή η διοίκηση να δώσουμε σ' όλα αφιόνι πριν ξεκινήσουμε».
«Αφιόνι έχουμε πολύ εδώ για τους πόνους, για την πείνα μόνο ψωμί δεν έχουμε...»
«Βιάσου, νυχτώνει!» της ξαναφώναξε.



Βγήκαν στο δρόμο και συνάντησαν πολλούς με φανάρια, ήσυχα χωρίς φωνές τραβούσαν όλοι προς τις εξόδους. Η Λαζαρίνα, ψηλή όπως ήταν και κουκουλωμένη με τ' αντρικά ρούχα, δύσκολα ξεχώριζες πως ήταν γυναίκα. Στο σελάχι της ήταν περασμένη μια πιστόλα κι ένα μαχαίρι με κοκάλινη λαβή. Ο Γκάμπριελ είχε περασμένη τη δερμάτινη τσάντα στον ώμο, ζωσμένος το γιαταγάνι,, και βαστούσε το σισανέ στα χέρια. Η μικρή κρατούσε το χέρι της Λαζαρίνας και δεν τον πολυπλησίαζε.

«Να ξέρεις, τούτο το παιδί μπορεί να μας κοστίσει τη ζωή!»
«Μην γκρινιάζεις, φλουρί μου. Εκεί στη Βοστόνη πιστεύετε στη μοίρα;»
Προτίμησε να μην απαντήσει στις αλαφράδες της, είχε το νου του εκεί που κατευθύνονταν, στην ντάπια της Λουνέτας.
Έσκυψε στο αυτί του και του ψιθύρισε.
«Της μοίρας είναι... Ξέρεις πώς το λεν το παιδί; Ασημίνα!»
Χωρίς να το θέλει ανατρίχιασε, ήταν απ' το φόβο μήπως είχε ξανά χαθεί ο νους της στο δάσος.
«Φρόντισε να ζήσεις μόνο», της είπε πάλι και κοίταξε μπροστά. Ο νους του ήταν τρικυμισμένος, ήξερε πολύ καλά τι τους περίμενε εκεί έξω.

Στην επόμενη στροφή συναντήθηκαν με τον Μάγερ, τη γυναίκα του την Αλτάνη και τις δυο τους κόρες. Το μάτι του Ελβετού τρεμόπαιξε που τον είδε με τη Λαζαρίνα κι ένα παιδί, αλλά δε ρώτησε.
«Το τετράδιο το πήρες;» τον ρώτησε ο Γκάμπριελ.
«Πάνω μου το 'χω, εσύ;»
«Στην τζάντα, εδώ».
«Ο Θεός μαζί μας, να μας αξιώσει να βρεθούμε όλοι μαζί στον Άγιο Συμεών».
Ασπάστηκε ο ένας τον άλλον και συνέχισαν το δρόμο. «Τ' αφιόνι το 'δωσες;» τη ρώτησε κάποια στιγμή. «Σε λίγο θα την πιάσει».
Πραγματικά η μικρή είχε αρχίσει να τρίβει τα μάτια και το βήμα της είχε βαρύνει.
«Το χέρι της πώς το έσπασε;»
«Γκρεμίστηκε η σκεπή από πάνω της, από θαύμα σώθηκε, όλοι οι δικοί της πέθαναν».
«Πώς θα την κουβαλάμε, είναι βαριά;»
«Πιο ελαφριά απ' τα κιτάπια σου και τα μελάνια».



Δεν της ξαναμίλησε, πλησίαζαν πια στην ντάπια της Λουνέτας, άντρες πολλοί ήταν συγκεντρωμένοι και περίμεναν, γυναίκες ελάχιστες, αρχηγός μπροστά στ' ασκέρι που θ' άνοιγε το δρόμο ήταν ο Μακρής.
«Πού είναι ο Κασομούλης, ο Στουρνάρης;» τον ρώτησε.
«Θα 'ναι στην άλλη την κολόνα», της είπε μόνο και βυθίστηκε στις σκέψεις του.
Προσπαθούσε τώρα να τα ταιριάξει όλα λίγο με το μυαλό του, την τάφρο, πώς θα περνούσαν, τα βόλια, πώς θα πιάνονταν μες στο σκοτάδι μη χαθούνε...

Κάθισαν κάτω στο χώμα και περίμεναν. Γύρω τους σιωπηλές συντροφιές από αρματωμένους. Δυο τρεις τούς κοίταζαν περίεργα, γιατί η έξοδος για τις φαμίλιες ήταν απ' την άλλη πλευρά. Ο Γκάμπριελ φοβόταν μια διαταγή που θα τους έστελνε προς τα εκεί, ευτυχώς ο χρόνος της πόλης τελείωνε, δεν προλάβαιναν πια.
Ήταν όλοι τους πια κάτω απ' το φως του φεγγαριού, είχε σελήνη δέκα ημερών. Η μικρή είχε αποκοιμηθεί στην αγκαλιά της Λαζαρίνας. Κάποια στιγμή έσκυψε και της έδειξε ένα κομμάτι σχοινί.
«Θα δεθούμε μέση με μέση, τα χέρια μου πρέπει να 'ναι ελεύθερα».
«Σάματις δεμένοι δεν είμαστε τόσα χρόνια;» του είπε και γέλασε.
Ύστερα έσφιξε πάνω της το κορμάκι της μικρής, μύρισε η¬δονικά τα μαλλιά της κι έκλεισε τα βλέφαρα.
Όταν ένα σύννεφο έκρυψε το φεγγάρι, σκοτάδι απλώθηκε παντού. Είχε έρθει η ώρα. Άνοιξαν οι πόρτες της ντάπιας και ήσυχα άρχισαν να περνούν έξω. Το απόγευμα έπεφταν διά¬σπαρτες κανονιές απ' το εχθρικό ορδί, τώρα τα ταμπούρια πέρα απ' την τάφρο ήταν ήσυχα και σκοτεινά. Πολλοί απ' αυτούς που περνούσαν την πόρτα της ντάπιας για να βγουν τη φιλούσαν και δάκρυζαν. Περνούσαν ομάδες τώρα γρήγορα πάνω απ' τη γέφυρα. Όταν ακούστηκαν οι πρώτες μπαταριές απ' το βάθος, η κολόνα τους ολόκληρη έτσι όπως προχωρούσε αντιλάλησε απ’ τις φωνές. Οι Σουλιώτες, έτοιμοι από ώρα και με γυμνά γιαταγάνια, κραύγαζαν την πολεμική τους ιαχή.



Μια οχλοβοή σηκώθηκε από παντού, τα ντουφέκια ξεκρεμάστηκαν απ' τους ώμους, και οι πιο πολλοί ξεθηκάρωσαν τα σπαθιά.
«Δίπλα μου!» της είπε μόνο και ξεκρέμασε κι αυτός το ντουφέκι.
Εκείνη έσφιξε τη μικρή πάνω της κι έπιασε τη γεμισμένη πιστόλα με το αριστερό. Το περπάτημα είχε γίνει πια τρεχαλητό. Ευτυχώς είχαν προλάβει να περάσουν τη γέφυρα, πίσω τους στριμώχνονταν πια στο πέρασμα της και τα βόλια πέφτανε βροχή, πολλοί έπεσαν μέσα στο χαντάκι και δεν ξανασηκώθηκαν. Συνέχιζαν να τρέχουν και να σκουντουφλάνε, δεν πυροβολούσαν ακόμα γιατί έβλεπαν μόνο δικούς τους.

Ξαφνικά φάνηκαν μπροστά τους φλόγες, οι πρώτοι Σουλιώτες είχαν πατήσει τα ταμπούρια κι αναποδογύριζαν ό,τι έβλεπαν μπροστά τους, είχαν βάλει φωτιά σε σκηνές και καλύβες. Ο Γκάμπριελ κατάλαβε πως σε λίγο έμπαιναν στην πραγματική μάχη.
Το ευεργετικό σύννεφο εγκατέλειψε όμως τότε το φεγγάρι κι άρχισε σιγά σιγά να αχνοφωτίζει ο κάμπος.

«Όλοι μαζί, μη σκορπάτε τώρα, όλοι μαζί!» ακούστηκε μια φωνή.
Τα βόλια που ως τότε περνούσαν πάνω από τα κεφάλια τους είχαν αρχίσει πια να βρίσκουν το στόχο τους, καταλάβαιναν δίπλα τους κορμιά να πέφτουν και να μην ξανασηκώνοντας
«Όλοι μαζί!» ακούστηκε πάλι η φωνή.

Είχαν μπει πια στο εχθρικό στρατόπεδο, έβλεπαν δεξιά κι α ριστερά σφαγμένους Τούρκους κι Αράπηδες, σκηνές και καλύβες που είχαν λαμπαδιάσει φώτιζαν τον τόπο, οι Σουλιώτες μπροστά συνέχιζαν ν' ανοίγουν δρόμο. Βρίσκονταν όμως πια μέσα σε πυκνά εχθρικά πυρά. Πολλά κορμιά έπεφταν, κουφάρια δικών τους τους έκλειναν το δρόμο, άλλοι σκόνταφταν και  ξανασηκώνονταν.



«Μη σταματάτε!» κραύγασε ο Γκάμπριελ κι άπλωσε το χέρι να την αγγίξει.
«Καλά είμαι, προχώρα!» η φωνή της ήταν κοφτή και λαχανιασμένη απ' την τρεχάλα.
Πολύ κοντά του ξεχώρισε δυο κόκκινες στολές, άπλωσε το ντουφέκι και πυροβόλησε, ο ένας έπεσε. «Εκεί!» της φώναξε, «χτύπα τώρα!»

Εκείνη κοντοστάθηκε, γιατί καταλάβαινε πως το κοιμισμένο παιδί τής γλιστρούσε απ' τα χέρια. Έσκυψε και το άφησε κάτω, ένα βόλι σφύριξε από πάνω της την ώρα που είχε γείρει. Χούφτωσε την πιστόλα της με το δεξί και πυροβόλησε, είδαν και τον δεύτερο να γκρεμίζεται. Ο Γκάμπριελ πέρασε γρήγορα το ντουφέκι στον ώμο κι έσκυψε κι αυτός. Πήρε τη μικρή στην αγκαλιά του με το αριστερό χέρι και με το δεξί χούφτωσε το γιαταγάνι.

«Σήκω, πάμε!» της φώναξε μες στο χαλασμό.

Το σχοινί που τους έδενε είχε πέσει ξελυμένο κάτω. Τράβηξαν πάλι μπροστά, είδαν μπουλούκι τους δικούς τους να κοντοστέκονται, κάτι τρομερό θα πρέπει να τους είχε κόψει το δρόμο. Έτρεξαν πίσω στον σωρό κι έσπρωχναν και τους άλλους να προχωρήσουν. Μες στις φωτιές του στρατοπέδου πέντε σπαχήδες σε ψηλά αλόγατα τους έκοβαν το δρόμο. Οι πρώτοι της σειράς τους λαχανιασμένοι είχαν κοντοσταθεί και κοίταζαν με τρόμο τα ψηλά κι επιβλητικά ζώα που θα τους ποδοπατούσαν, οι σπαχήδες κρατούσαν γυμνά τα γιαταγάνια στα χέρια. Τρία παλικάρια απ' τον νταϊφά του Μακρή έβγαλαν κάτι άγριες κραυγές κι όρμησαν μπροστά σαν θηρία. Ο πρώτος έκοψε με την πάλα το λαιμό ενός αλόγου σύρριζα και γέμισε ολόκληρος αίματα. Οι σπαχήδες αιφνιδιάστηκαν, δεκάδες σκελετωμένοι όρμηξαν μπροστά χωρίς να λογαριάζουν τίποτα. Είχαν δρεπάνια, γιαταγάνια, ξύλα, τα χέρια τους τα ίδια.



Υστερα από λίγο χρειάστηκε να περάσουν πάνω απ' τα κουφάρια των αλόγων, δίπλα τους οι σπαχήδες με κομμένους τους λαιμούς σφάδαζαν.
«Μη σκορπάτε!» ακούστηκαν πάλι φωνές.
Συνέχιζαν να τρέχουν.
«Δίπλα μου!» της φώναξε.
«Το παιδί μη σου πέσει!» τσίριξε εκείνη, γιατί τον είδε να παραπατάει, το πόδι του είχε πέσει σε μια λακκούβα.

Καινούργιο κύμα από βόλια τούς υποδέχτηκε, οι μπροστινοί τους έπεσαν αμέσως.
«Κάτω!» της φώναξε και την έπιασε απ' το χέρι.

Έπεσε κι αυτός έτσι ώστε να μην πληγώσει τη μικρή. Ήξερε μετά από τόσα χρόνια πολέμου πως όταν ερχόταν πυκνό κύμα από βόλια όπως αυτό, σε λίγο θα ερχόταν και δεύτερο πιο πυκνό. Ήξερε πως όταν πέφτουν έτσι τα βόλια είναι που οι Αράπηδες πολεμάνε στοιχισμένοι, αλλάζουν τότε αμέσως ντουφέκια και ξαναχτυπάνε. Πραγματικά ήρθε ένα δεύτερο κύμα πιο πυκνό και φονικό απ' το πρώτο. Είδαν όλους γύρω τους να πέφτουν.

«Τώρα!» της φώναξε πάλι και τη σήκωσε.

Άρχισαν να τρέχουν μ' όλες τους τις δυνάμεις, πίσω τους ακολουθούσαν εκατοντάδες άλλοι, τέτοιες ώρες οι άνθρωποι μιμούνται ο ένας τον άλλον.

Σε λίγη ώρα κατάλαβαν πως είχαν περάσει το πρώτο ορδί. Πίσω τους άκουγαν ποδοβολητό, τους ακολουθούσαν πολλοί, όλοι είχαν προσπεράσει τις φωτιές και ήταν πάλι στο φεγγαρόφωτο. Μπροστά τους έβλεπαν πολλές σκιές, λόγια κοφτά ακούγονταν, λαχανιάσματα.

«Μια ανάσα, βρε παιδιά», είπε κάποιος.
Αρκετοί κοντοστάθηκαν, η κολόνα τους, αυτό το στοιχισμένο μπουλούκι που ήταν στην αρχή, είχε αρχίσει λίγο λίγο να σκορπίζει. Ο Γκάμπριελ ανασήκωσε λίγο ακόμα το παιδί, που είχε αρχίσει να του γλιστρά απ' τα χέρια. Αφουγκράστηκε την ανάσα της στο αυτί, κοιμόταν, το αφιόνι είχε κάνει καλά τη δουλειά του.

«Είσαι καλά;» τη ρώτησε.
«Στάσου μια στιγμή, για το Θεό!»
Κοντοστάθηκαν για λίγο στη μέση του κάμπου, πίσω τους άκουγαν φωνές, ακολουθούσαν κι άλλοι πολλοί περπατώντας τώρα, η ανάσα τους είχε κοπεί.
«Μη σκορπάτε!» φώναξε ο Γκάμπριελ δυνατά.

Πολλοί τούς άκουσαν και το πλήθος άρχισε πάλι να μυρμηγκιάζει από πίσω τους.
«Όλοι μαζί! Μόνο έτσι έχουμε ελπίδα!» «Πάμε καλά ή χαθήκαμε;» ρώτησε μια γυναίκα απ' το πλήθος.
«Από δω θα βγούμε», απάντησε ένας άλλος, «ο Άγιος Συμεών είναι από δω, κουράγιο στην τρεχάλα να 'χετε!»



Όσοι είχαν άρματα άρχισαν να τα ξαναγεμίζουν στο μισοσκόταδο. Λίγα λεπτά κράτησε η ανάπαυλα μέχρι να ξαναμαζευτούν. Ένας Μεσολογγίτης που ήξερε καλά τα μέρη μπήκε μπροστά να οδηγεί.

«Να περάσουμε του Κότσικα τ' αμπέλι!» φώναξε.
«Πάμε, αδερφοί!» ακούστηκε μια άλλη φωνή, και ήταν το σύνθημα, καθώς άρχισε όλο το ανθρώπινο κοπάδι να βαδίζει πάλι γρήγορα μπροστά.

Οι άντρες του Μακρή και οι Σουλιώτες προπορευόντουσαν, δεν είχαν όμως αφήσει ίχνη, η νύχτα μπέρδευε το πλήθος, δεν άκουγαν πια τις πολεμικές ιαχές τους που ήταν παρηγοριά στο κρύο σκοτάδι.

Ξαφνικά άκουσαν τη γης να τρέμει ολάκερη, ήταν φανερό ότι πλησίαζε καβαλαρία απ' τη μεριά του Αντελικού, κάποιες γυναίκες πίσω τσίριξαν.
«Χαθήκαμε!» ακούστηκε από πολλές φωνές.
«Στην άκρια του δρόμου γρήγορα! Ταμπουρωθείτε!»

Το πλήθος σχίστηκε στα δυο και μοιράστηκε δεξιά κι αριστερά του χωματόδρομου. Έβλεπαν τώρα μπροστά τους δαδιά αναμμένα, το βροντοκόπημα των αλόγων δυνάμωνε. Αλογίσια κεφάλια, τουρμπάνια και γυμνά σπαθιά έδειχναν έναν δράκο του πολέμου με δεκάδες πόδια και χέρια που πλησίαζε, ό,τι βρισκόταν στο πέρασμα του θα ροβόλαγε στον Άδη.

«Φωτιά!» ακούστηκε μια φωνή στο σκοτάδι.

Τα καριοφίλια, οι σισανέδες και οι πιστόλες βρόντηξαν το ένα πίσω απ' το άλλο. Τα πρώτα άλογα και οι καβαλαραίοι τους πήγαν κουρμπάνι στον κάτω κόσμο. Ξεχώριζαν δαδιά να γλιστρούν απ' τα χέρια και να πέφτουν στο χώμα, υφάσματα, στολισμένες σέλες, χάμουρα, οπλές ανασηκωμένες ψηλά σαν πόδια ενός μεγάλου σκαθαριού.




Ξαπλωμένοι, στην άκρη του δρόμου άρχισαν να γεμίζουν με γρήγορες κινήσεις, οι μισοί πρόλαβαν, οι άλλοι τσαλαπατήθηκαν γρήγορα από τα πρώτα άλογα. Οι ντελήδες πετούσαν αναμμένα δαδιά μες στα χορτάρια και τους ξετρύπωναν. Πότε έδειχναν οι φωτιές έναν κιτρινιάρη γέρο, πότε χωλούς πολεμιστές σκελετωμένους, πότε γυναίκες που έκρυβαν το πρόσωπο στη γη πριν κάποιο δαδί τις φωτίσει μπρος στα ψηλά πόδια των αλόγων.
Τα μακριά γιαταγάνια των ντελήδων άρχισαν να δουλεύουν απ' τα ψηλά με δίπλα τους φανούς και τα δαδιά που διέλυαν το σκοτάδι του κάμπου. Οι πεινασμένοι κουλουριάζονταν εδώ κι εκεί αποκαμωμένοι απ' το τρεχαλητό και τον τρόμο.

Ο Γκάμπριελ άδειασε την πιστόλα στο στήθος ενός ντελή που τον πλησίασε κι έβγαλε από μέσα του μια κραυγή θηρίου, που σκέπασε όλον τον ορυμαγδό. Πέταξε την πιστόλα κι έσυρε το γιαταγάνι. Το παιδί ήταν αφημένο δίπλα τους στα χορτάρια. Βρήκε μπροστά του έναν άλλο ντελή που είχε πέσει απ' το άλογο. Ο νους του είχε θολώσει, η άγρια κραυγή είχε κάνει πέτρα όλο του το κορμί, το αίμα κυλούσε άγρια στις φλέβες του, ένιωθε πως με την πίεση θα τα έσπαγε όλα μέσα του και θα χυνόταν με δύναμη έξω σαν κόκκινο σπέρμα. Έμπηξε τα δάχτυλα στα μάτια του ιππέα και με το γιαταγάνι του 'κοψε σύρριζα το λαιμό. Έβγαλε άλλη μια κραυγή πιο άγρια απ' την πρώτη, στο χέρι τώρα κρατούσε το κομμένο κεφάλι και το έδειχνε γύρω γύρω. Απ' τους πεσμένους πυρσούς είχαν πιάσει φωτιά τα ξερόχορτα και τον φώτιζαν, σκηνή άγριας θυσίας.

«Νικήτα, πού είσαι;» κραύγασε μ' όλη του τη δύναμη κρατώντας το κομμένο κεφάλι.

Μέσα στις φωτιές που έζωσαν τον τόπο έμοιαζε με τον ίδιο το διάβολο που είχε ανέβει απ' τα καταχθόνια στον κάμπο, το αίμα κι ο ιδρώτας του μύριζαν θειάφι. Δυο τρεις απ' τους συντρόφους εδώ κι εκεί αναθάρρησαν κι όρμηξαν με τα γιαταγάνια να πελεκάνε τα γόνατα των αλόγων. Αρκετοί απ' τους ντελήδες είχαν αρχίσει να τα χάνουν, η δεισιδαιμονία τους άπλωσε πάνω στη νύχτα ένα δίχτυ τρόμου.

«Σεΐτάν!» ακούστηκε μια φωνή μέσα απ' την καβαλαρία.

Πέταξε το κεφάλι μακριά και κοίταξε γύρω του. Το παιδί ήταν πεσμένο στα χόρτα, η φωτιά σιγά σιγά το πλησίαζε. Έκανε δυο βήματα κι έπιασε το φαρί του σφαγμένου ντελή απ' τα χάμουρα. Το ζώο είχε ανοίξει διάπλατα τα πελώρια μαύρα μάτια του, αυτός ο παλιός γητευτής των αλόγων του Κόνκορντ έπρεπε να δείξει τώρα το χάρισμα του.

«Θεέ μου, βοήθα με!» είπε κι ακούμπησε τα χείλη του στο κεφάλι του αλόγου.

Δάκρυα κυλούσαν απ' τα μάτια του, τα χέρια του τα μουσκεμένα στο αίμα χάιδευαν τώρα τρυφερά το αλογίσιο κεφάλι.
«Βοήθα μας, Θεέ μου!» τα δάκρυα του κυλούσαν βρόχινα στο πιγούνι και στο λαιμό, για να ξεπλύνουν τις κούπες από το αίμα της σφαγής.



Όλα έπειτα έγιναν τρομερά γρήγορα. Το πόδι του βρήκε τον αναβατήρα και καβάλησε, το φαρί δεν αντιστάθηκε, η μυρωδιά του αίματος και τα λόγια του γητευτή το είχαν καταβάλει. Την είδε που ανασηκώθηκε λίγα μέτρα παραπέρα από το χώμα όπου ήταν πεσμένη. Της έδειξε πιο πέρα, εκεί που ήταν ξαπλωμένο το παιδί. Γρήγορα εκείνη έτρεξε, το σήκωσε και του το 'δωσε. Της άπλωσε το χέρι και την τράβηξε στα καπούλια.

«Κρατήσου!» φώναξε και σπιρούνισε.

Βγήκαν στο δρόμο κι άρχισαν να τροχοβολάνε προς τα σκοτεινά. Σε λίγη ώρα περνούσαν μέσα από αμπέλια, το άλογο βαριοπατούσε και κάθε τόσο σκόνταφτε σε σκληρούς σβώλους από χώμα. Ο Γκάμπριελ αφίππευσε και βάδιζε μπροστά σέρνοντάς τους απ' το χαλινάρι. Κάποια στιγμή κοίταξαν πέρα στο βάθος την πολιτεία που ήταν μες στις φλόγες. Το Μεσολόγγι καιγόταν, η φεγγοβολή του ήταν πιο τρανή κι απ' τη σελήνη ακόμα και φώτιζε όλη τη λιμνοθάλασσα. Η Ουράνια Ιερουσαλήμ των Ρωμιών δεν υπήρχε πια, κάηκε σαν μια ξύλινη φάτνη ξημερώνοντας Μεγάλη Βδομάδα. Ελπίδα στο γένος τους δε φαίνονταν πια πουθενά.


Ισίδωρος Ζουργός, η αηδονόπιτα, εκδόσεις Πατάκη, κεφ. 40, σελ. 475-491



                                               Θ. Π. Βρυζάκης, Η έξοδος του Μεσολογγίου

Ο Ισίδωρος Ζουργός γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1964. Σπούδασε Παιδαγωγικά και υπηρετεί στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση ως δάσκαλος. Έχει δυο παιδιά και σήμερα εργάζεται στη Θεσσαλονίκη. Έχει συνεργαστεί στο παρελθόν με διάφορα περιοδικά δημοσιεύοντας ποίηση και πεζογραφία, καθώς και βιβλιογραφικά κριτικά σημειώματα. Έχει επίσης ασχοληθεί με θέματα διδασκαλίας της λογοτεχνίας στο δημοτικό σχολείο και ιστορίας της εκπαίδευσης. Το 1996 συμμετείχε στη συλλογική έκδοση κειμένων για την εκπαίδευση, με τον τίτλο "Αναπνέοντας κιμωλία -γραφές εκπαιδευτικών", από τις εκδόσεις Σαββάλα. Έχει εκδώσει τα μυθιστορήματα: "Φράουστ" (Λιβάνης, 1995/Πατάκης, 2010), "Αποσπάσματα από το βιβλίο του ωκεανού" (Πατάκης, 2000/2007), "Η ψίχα εκείνου του καλοκαιριού" (Πατάκης, 2002/2010), "Στη σκιά της πεταλούδας" (Πατάκης, 2005), "Η αηδονόπιτα" (Πατάκης, 2008), "Ανεμώλια" (Πατάκης, 2011 - Βραβείο Αναγνωστών ΕΚΕΒΙ). Επίσης, συμμετείχε στη συλλογική έκδοση "Ζωολογία του πάνω και του κάτω κόσμου" (Πατάκης, 2009), στη σειρά "Hotel-Ένοικοι Γραφής", που επιμελείται ο Μισέλ Φάις.






Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2014

Eβραϊοι και 1821

Νέα Μονή,Χίος
Eβραϊκή προσφορά στον Ελληνισμό το 1821

η στάση των Εβραίων έναντι των Ελλήνων.

          Γιά το ολοκαύτωμα των Ελλήνων από τους Εβραίους το 1821 δυστυχώς δεν γραφήκανε βιβλία.

 Οτι γνωρίζουμε το ξέρουμε από τα αξιόπιστα Απομνημονεύματα των Αγωνιστών Του 1821.

                       στο σχολείο μαθαίνουν για τις σφαγές, που διέπραξαν οι Τούρκοι.

                              Γιά τα εγκλήματα των Εβραίων δεν τους λέγουν τίποτε.
 Παραδείγματος χάριν, από τα απομνημονεύματα του Λ. Κουτσονίκα {«Απομν. αγωνιστών 1821» τόμος 6ος, σελ. 91} μαθαίνουμε για την είσβολή των εβραίων στη Νάουσα: « …oi δέ θρασύδειλοι εχθροί του Χριστιανισμού Ιουδαίοι της Θεσσαλονίκης τρέχοντες, αυθορμήτως έγένοντο δήμοι, σφύζοντες ως ζώα τους ανθρώπους.

                Φρίκη κατελάμβανε πάσαν ψυχήν ζώσαν διά τάς τρομερωτάτας άνοσιουργίας αυτών, και έν τούτοις ουδεμία των βαρβάρων εκείνων ψυχών ελάμβανε το ελάχιστον αίσθημα οίκτου ».

                  Επί του αυτού θέματος διαβάζομεν αλλού {Χ. Στασινοπούλου: «Λεξικό Ελληνικής Επαναστάσεως 1821» τόμος Β, σελ. 65, λ. «Εβραίοι»} ότι: « Κατά την καταστροφή της Νάουσας, τον Απρίλιο του 1822, από τον Αβδούλ Αμπούδ, εξακόσιοι Εβραίοι, που ακολουθούσαν το ασκέρι του αιμοβόρου Τούρκου πασά, άποτελέσανε πραγματικό σώμα δημίων και βασανιστών. Απερίγραπτα είναι τα όσα έκαναν στον άμαχο πληθυσμό της μαρτυρικής αυτής πόλεως ».

                       Μιά περιοχή της Ελλάδος που είχε επισύρει το έξαλλο μίσος των εβραίων ήταν η ηρωϊκή Χίος.
 Είναι ιστορικώς βέβαιον, ότι οι Ιουδαίοι προκαλέσανε την καταστροφή της από τους Τούρκους για να λεηλατήσουν τον πλούτο των πολυαρίθμων Χιακών εργαστηρίων.
 Επί πλέον συμμετείχαν και οι ίδιοι με τον φρικτότερο τρόπο στίς σφαγές.


Γκραβούρα του Κωνσταντίνου Κανάρη.

                 Ο αγωνιστής του 1821, γραμματεύς του Κανάρη και μετέπειτα βουλευτής Σύρου Ανδρέας Μάμουκας {1801 – 1884} έχει περιγράψει σαν αυτόπτης μάρτυς τα αίμοσταγή Εβραϊκά εγκλήματα.

                Η μανία των Εβραίων κατά των Ελλήνων βεβαιώνει « ήτο απερίγραπτος » παρακάτω λέγει, ότι δεν μπορεί να εκφράσει τον τρόπο με τον όποιο οι Ιουδαίοι μετεχειρίζονται τα νεκρά σώματα των Ελλήνων.
               Αξιοσημείωτον είναι ότι αποκαλεί τους Εβραίους
« μεμισημένον γένος εις όλον τον κόσμον » και κατόπιν αναφέρει ότι οι Εβραίοι δεν συνεκινούντο πρό των γυμνών κρεμασμένων Ελλήνων, αλλά τους κατεκομμάτιαζαν « ως κρέας έν μακέλλω » {σφαγείον}.

   
 Nea Moni Chios
Η περιγραφή είναι πραγματικά ανατριχιαστική και μπορείτε να την διαβάσετε στο « Χιακόν Αρχείον » που έπεμελήθη ο Ίω. Βλαχογιάννης {τόμος 1ος, έκδ. «Αρχείων της Νεωτέρας Ελληνικής Ιστορίας» Αθήναι 1924, σελ. 314-315}.

        μέρος του κειμένου: « Τών Εβραίων των πρό χρόνων ευρισκομένων επάνω εις τήν Χίον η μανία ήτον απερίγραπτος.
 Η επιθυμία ήν είχον άκούοντες και βλέποντες τάς καθ” ήμέραν σφαγάς των Χριστιανών ήτον αχόρταστος, και ηύχοντο να μην ήθελε διασωθή κανείς, όταν έβλεπον μερικούς Χριστιανούς βαλμένους εις την σκοτεινήν φυλακήν, από την οποίαν ήλπίζετο να γλυτώσουν η κατά των ενεχύρων της χώρας οργή των ούτε διά στόματος είνε δυνατόν να έκφρασθή, ούτε διά γράμματος να έξηγηθή, και μάλιστα κατά του Ίερού Μητροπολίτου ηύχοντο να τοις παραδοθή από την διοίκησιν ζωντανός, διά να τον μεταχειρισθούν καθώς ήθελον εκείνοι, ως ουχί μίαν η δύο φοραίς, αλλά καθ” ήμέραν τους άκουα να λέγουν.
Η φαντασία σου λοιπόν άς κρίνη με ποίον τρόπον έμεταχειρίσθησαν τα των αθώων εκείνων νεκρά σώματα, όταν τοις έσυγχωρήθη από την διοίκησιν να τα κατεβάσουν από την άγχόνην, άλλα την ιδίαν έκείνην ήμέραν και άλλα την έρχομένην.
 Ούτ” εγώ ο ίδιος όπου έγινα αυτόπτης να σ” εκφρασθώ κατ’άξίαν {δεν} δύνομαι.
Δεν είναι ούτε θαύμα, ούτε υπερβολή, όπως αν το φρόνησης.
Διότι εάν τον ίδιον Κύριον της δόξης έσταύρωσαν, πόσον περισσοτέραν σκληρότητα έπρεπε να δείξωσιν εις τους αυτόν σεβόμενους, και μάλιστα εις ανθρώπους ενός έθνους, από το όποιον δεν άπελάμβανον παρ” ύβρεις και ονείδη πάσας τάς ημέρας, ως είναι και μεμισημένον γένος εις όλον τον κόσμον εις ανθρώπους, λέγω, κατά των οποίων πρίν συλληφθή είναι προσεκολλημένον έμφύτως το άσπονδον μίσος του.
 Κρίνε σύ με ποίαν σκληρότητα έτραβήχθησαν γυμνά διά να ριφθώσιν εις την θάλασαν, άμοιρα της συμπαθέστατης εις την ανθρωπότητα ταφής και των θρησκευτικών εθίμων.
 Ώς και οι είς τους οποίους έσώζετο όλίγη συμπάθεια Τούρκοι τα έσυμπόνεσαν, διότι οι έκ του κοινού των λαού, είς όσους δεν υπήρχε το της φύσεως συμπαθητικόν, άλλ” η κτηνώδης εκδικητική μανία, άφησαν έπί ημέρας ύστερον κρεμάμενα είς έν των εκεί πλησίον της Καινούριας βρύσεως δένδρων σώματα τινα από τα των ιδίων ενεχύρων, ενώ τα λοιπά είχον συγχωρήσει είς τους καταράτους Εβραίους να τα κατεβάσωσι και τα ρίψωσιν εις την θάλασσαν.
Ουδέ ούτω δε κρεμάμενα γυμνά έκαμψαν την σκληρότητα των, επειδή ενώ παραπορεύομενοι έβλασφήμουν την θείαν πίστιν και έσατύριζον τον χριστιανισμόν δεν έλειψαν και νά τα κατακομματιάσουν ώς κρέας έν μακέλλω ».



  ΠΟΙΟΣ ΗΤΑΝ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΕΒΡΑΙΩΝ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ;;
ΟΛΟΙ ΟΙ ΕΠΙΣΗΜΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ ΛΕΝΕ ΟΤΙ ΗΤΑΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΩΝ!!!!!!
Υπολογίζεται ότι από τους 117.000 χριστιανούς κατοίκους του νησιού, 42.000 σφαγιάστηκαν, 50.000 πιάστηκαν αιχμάλωτοι
ΚΑΙ ΟΙ 100 ΕβραίΟΙ …..”Οι Τούρκοι έχασαν περίπου 600 άνδρες, ενώ αναφέρθηκαν και θύματα μεταξύ των Εβραίων, που διεκπεραιώθηκαν από τη Μικρασιατική ακτή στο νησί για να πλιατσικολογήσουν και επόπτευαν το δουλεμπόριο”

Η καταστροφή της Χίου.


  {Χ. Στασινοπούλου: «Λεξικό Ελληνικής Επαναστάσεως 1821» τόμος Β, σελ. 65, λ. «Εβραίοι»} ότι: « Κατά την καταστροφή της Νάουσας, τον Απρίλιο του 1822, από τον Αβδούλ Αμπούδ, εξακόσιοι Εβραίοι, που ακολουθούσαν το ασκέρι του αιμοβόρου Τούρκου πασά, άποτελέσανε πραγματικό σώμα δημίων και βασανιστών. Απερίγραπτα είναι τα όσα έκαναν στον άμαχο πληθυσμό της μαρτυρικής αυτής πόλεως ».


Ferdinand-Victor-Eugene-Delacroix-The-Massacre-of-Chios-Eugène Delacroix (1798-1863, France)





Μιά περιοχή της Ελλάδος που είχε επισύρει το έξαλλο μίσος των εβραίων ήταν η ηρωϊκή Χίος. Είναι ιστορικώς βέβαιον, ότι οι Ιουδαίοι προκαλέσανε την καταστροφή της από τους Τούρκους για να λεηλατήσουν τον πλούτο των πολυαρίθμων Χιακών εργαστηρίων. Επί πλέον συμμετείχαν και οι ίδιοι με τον φρικτότερο τρόπο στίς σφαγές. Ο αγωνιστής του 1821, γραμματεύς του Κανάρη και μετέπειτα βουλευτής Σύρου Ανδρέας Μάμουκας {1801 - 1884} έχει περιγράψει σαν αυτόπτης μάρτυς τα αίμοσταγή Εβραϊκά εγκλήματα. Η μανία των Εβραίων κατά των Ελλήνων βεβαιώνει « ήτο απερίγραπτος » παρακάτω λέγει, ότι δεν μπορεί να εκφράσει τον τρόπο με τον όποιο οι Ιουδαίοι μετεχειρίζονται τα νεκρά σώματα των Ελλήνων. Αξιοσημείωτον είναι ότι αποκαλεί τους Εβραίους
« μεμισημένον γένος εις όλον τον κόσμον » και κατόπιν αναφέρει ότι οι Εβραίοι δεν συνεκινούντο πρό των γυμνών κρεμασμένων Ελλήνων, αλλά τους κατεκομμάτιαζαν « ως κρέας έν μακέλλω » {σφαγείον}. Η περιγραφή είναι πραγματικά ανατριχιαστική και μπορείτε να την διαβάσετε στο « Χιακόν Αρχείον » που έπεμελήθη ο Ίω. Βλαχογιάννης {τόμος 1ος, έκδ. «Αρχείων της Νεωτέρας Ελληνικής Ιστορίας» Αθήναι 1924, σελ. 314-315}.

 ......μαζί με τους Τούρκους έφθασαν στην Χίον Εβραίοι από την Σμύρνη και από άλλα μέρη ένοπλοι, για να συμβάλουν στο όλακαύτωμα των Χίων. Ο Μάμουκας που έζησε τα γεγονότα {ήχμαλωτίσθη και έδραπέτευσε} καταγγέλλει τους Εβραίους, το « Χριστιανόμαχον τούτο έθνος » που με « άσπονδον μίσος » ώρμησε στην Χίον διά να « κουρσεύση και να λεηλατήση και νά καταστρέψη ότι δυνηθή... »! {ένθ. άνωτ. σελ. 307}. Μου είναι ευκολώτατο να γεμίσω τόμους με ανάλογα περιστατικά είτε ομαδικά, είτε ατομικά. Τα τελευταία είναι έντονώτερα διότι έχουν το προσωπικό στοιχείο. Δηλαδή όταν διαβάζομεν γενικά περί « τρομερώτατων ανοσιουργιών » ή περί « σώματος δημίων και βασανιστών » μειούται η έντύπωση λόγω του απρόσωπου. Στίς ατομικές περιπτώσεις προβάλλει το μαρτύριο σ' ολόκληρο το φοβερό του μέγεθος. Γιά να γίνω σαφέστερος αντιγράφω από το λεξικό που προανέφερα και το οποίον συστήθηκε από το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων στα σχολεία: « Γρηγόριος. Επίσκοπος Κορώνης. Φιλήσυχος και μαλακός άνθρωπος, δεν ήταν οργανωμένος στη Φιλική Εταιρεία και θεωρούσε ότι δεν είχε φτάσει ο καιρός να ξεσηκωθούν oι Ελληνες κατά των τυράννων τους. Oι Τούρκοι τον κράτησαν ως όμηρο στο κάστρο της Κορώνης, που σε λίγο πολιορκήθηκε από τους Ελληνες. Μαζί του είχαν κρατήσει και τον διάκο του κι ένα παπά. Τέλος Ιουλίου δέ, του 1821, οι Εβραίοι που ήσαν στο κάστρο, άφού πρώτα τον βασάνισαν, κομμάτιασαν τον Γρηγόριο και πέταξαν κάτω από το κάστρο τα κομμάτια του, φωνάζοντας στους Ελληνες: « Ελάτε βρέ Ρωμηοί να πάρετε κρέας από το Δεσπότη σας, να φάτε ». Την ίδια ώρα θανάτωσαν, βασανίζοντας τους, και τό διάκο και τόν παπά και τους πέταξαν κι αυτούς από το κάστρο. Oi Ελληνες μάζεψαν τους κατακρεουργημένους κληρικούς και τους έθαψαν. {ένθ. άνωτ. τόμος Α', σελ. 435, λ. «Γρηγόριος»}. Τέτοια απαίσια επεισόδια υπάρχουν άφθονα.

Νά ακόμη ένα {ένθ. άνωτ. σελ. 383, λ. «Γκελμπερής»} Γκελμπερής Αναγνώστης ή Κελπερής. Αγωνιστής από την Κυνουρία. Επολέμησε ως μικροκαπετάνιος κατά το 1821. Στήν έφοδο που έγινε κατά τα ξημερώματα της 4ης Δεκεμβρίου 1821 κατά του Αναπλιού και απότυχε, είχε πάρει μέρος και ο Γκελμπερής. Μιά μπάλα κανονιού του έσπασε το ένα πόδι στο μερί, και δεν μπορούσε να φύγη. Εβρήκαν οι Τούρκοι τον πήραν μέσα στ' Ανάπλι. Ο θάνατος του ήταν μαρτυρικός.

Ο Φωτάκος αναφέρει τα εξής: « Oi δέ Εβραίοι δια να δείξουν εις τους Τούρκους, ότι έχουν το αυτό πάθος με αυτούς κατά των Ελλήνων, τον έσυραν εις τους δρόμους της πόλεως και ενόσω έζη του έκαμαν μύρια μαρτύρια, εμπαιγμούς και ύβρεις, και μάλιστα τινές έξ αυτών έμάσαγαν τα αυτιά του, τάχα ότι έκινούντο από ύπερβολικόν πάθος και διά να ευχαριστήσουν τους Τούρκους. Αφού δέ άπέθανεν ο Κελμπερής, έπειτα τον έρριψαν εις την θάλασσαν ». Περισσότερα μπορείτε να βρείτε στα « Απομνημονεύματα » του Φ. Φωτάκου {εκδ. « Μπούρας » τόμος Α' σελ. 252 κ.ε.}.

 Στά «Απομνημονεύματα των αγωνιστών του 1821» {έκδ. « Κοσμαδάκη » τόμος 7, σελ. 221-228} περιλαμβάνεται άφήγησις, που κάνει ένας αμόρφωτος Έλλην, αυτόπτης όμως μάρτυς των τραγικών συμβάντων. Από το λεξιλόγιο συμπεραίνεται ότι επρόκειτο περί «Επτανησίου».

« Τήν αυτήν βραδιάν έφώναζαν, εις το Σταυροδρόμη είς όλους τους δρόμους φωτιά οι Τούρκοι διά να δοκιμάσουν πάλιν τους Γραικούς, το δέ πρωί επάϊσαν είς τα τάουλα είς την έκκλησίαν επί λόγου ότι έχουν άρματα κρυμένα είς το άλτάρη, και έκρέμησαν, και άνοιξαν και τα μνημούρια και δεν ηύραν μόνον κόκαλα, έγκρέμησαν και την έκκλησίαν του Γενεί Μαχαλά έκαψαν και το Παλουκλή και τον έσκέπασαν όπου δεν φαίνεται Πέτρα. Εγινεν έπειτα ένα κομπλότο από Τούρκους Νέους από χρονών 15 και 20. Εχοντας και Εβραίους μαζύ των με σημαίες είς το χέρι, φωνάζοντες Προσταγή του σουλτάνου να κόψουν τον Ραγιάν τρέχοντες είς τάς εκκλησίας, επάϊσαν είς την Παναγίαν, εγρυσκέπη δεν άφησαν άλλο μόνον τείχους, τον Αγιον Νικόλαον είς το τζουπελή επάϊσαν και στους σιλιβριπούς είς Ετερνέκαπη, το ίδιον και είς το Μουχλιόν το δέ βλαχσεράϊ εκκλησία την έκαμαν γής την έκκλησίαν από τα Εξη Μάρμαρα του άβγες κιωϊ, και τον Αγιον Ιωάννη το Μετόχι το άγιοταφίτικον. Επάτησαν το Πατριαρχείον έφυγεν ο πατριάρχης από τό παράθυρον, έσκότωσαν έναν Αρχιμανδρίτην την δέ έκκλησίαν Πατριαρχείον δεν μπόρεσαν να την ανοίξουν, αύταίς όλαις η έκκλησίαις είναι με σι- δερένιαις Πόρτες είς αύτάς τας εκκλησίας τάς ικόνας είς το Παλτά τα σκέβη εις τα τζουβάλια, τούς Πολυελαίους κομάτια, οί δέ Εβραίοι είχαν τζουβάλια, τους Πολυελαίους κομάτια, οι δέ Εβραίοι είχαν τζουβάλια και έσκυζαν τα Ευαγγέλια και άλλα βιβλία και τα έφόρτωνουνταν, τα οποία έμεταχειρίζονταν εις χρύσιν πραγμέντων εις τάς ημέρας αύτάς εις τα χριστιανικά τα άσπήτια γιαλη δεν άφησαν, οι δέ Εβραίοι και αυτοί με ταις Πέτραις Περιπέζοντας τους χριστιανούς πολλούς έτύφλωσαν πολλούς έσκότωσαν θρύνος μέγας, πολαίς γκαστρωμένες αποβάλθησαν τάς δέ άλλας εκκλησίας με δόσιν γρόσια εις τους Γιαννιτζάρους εδιαυθέντευσαν, οι δέ Τούρκοι όπου έβλεπαν τα παιδιά τους και έκαμαν αυτά τα έδιδαν κουράγιον αλαλαγμός και θρύνος και το κουβέρνο έσιώπα εις όλα αυτά οι Εβραίοι έφώναζαν άπόστάται Γραικοί του σουλτάνου και άπειραις ύβρισίαις...» Τήν ήμερα που οι Τούρκοι έπιασαν τον Πατριάρχη και του πέρασαν την θηλειά στο λαιμό, ο ανώνυμος αυτόπτης μάρτυς σημειώνει: « αμέσως τον πέρασαν την θηλειάν είς τόν λαιμόν, οι δέ Τούρκοι, ήτον περισσότεροι από τέσσαραις χιλιάδες, να μήν τύχη οι Γραικοί και τον πάρουν, εκείνη η ήμερα ο τρόμος και ο φόβος ποίος να Πρωτοκριφθή μόνον οι Εβραίοι είς το μέσον, καί έπερίπεζαν αυτόν μετά τρεις ώραις άπέρασεν ο σουλτάνος, ινκόνητος να ίδή αυτόν ίδιον έκρέμασαν, και έλαβεν μεγάλην εύχαρίστησιν την ιδίαν ημέρα το πάσχα...» Όλοι λοιπόν τρέχανε ποιος να πρωτοκρυφθή και μόνον οι Εβραίοι « εις στο μέσον ». Κατόπιν οι Ιουδαίοι κλείσανε την αυλαία της τραγωδίας με την ακόλουθη αποτρόπαιη πράξι τους: «Τήν τρίτην ήμερα οι Εβραίοι έδωσαν τον τζελάτι γρ: 800: και τους έδωσεν το σώμα αυτός διά κατεσχύνη, οι οποίοι Εβραίοι τον ετραβούσαν από τον λαιμόν μέσα εις τους δρόμους φωνάζοντες, ας κατέβη ο Χριστός σου να σε αναστήση περιπέζοντας, έπειτα τον έριξαν εις την θάλασσαν κατά την συνήθειαν. δένοντες Πέτραις διά να βουλήση...»

Η ιστορία διέσωσε τα ονόματα των Εβραϊκών καθαρμάτων που ιεροσυλήσανε στον νεκρό Πατριάρχη μας: « Τρεις εβραίοι, ο Μουτάλ, ο Μπιταχί και ο Λεβύ, πήραν τον νεκρό του πατριάρχη και τον έσουρναν στους δρόμους της Πόλης » {Χ. Στασινόπουλος: «Λεξικό Ελληνικής Επαναστάσεως 1821» τόμος Β' σελ. 64, λ. «Εβραίοι»}. Ο εβραϊσμός ολόκληρος ξεσηκώθηκε το 1821 εναντίον του Ελληνισμού. Εσφαζαν η πουλούσαν δούλους τους αιχμαλώτους η τους ομήρους που κρατούσαν οι Τούρκοι.


Ο Μιχ. Οικονόμου διηγείται: « Τάς τοιαύτας δε απάνθρωπους και οικτρός σφαγάς πένθιμους σκηνάς και ανεκδιήγητους ωμότητας κατά τάς του Πάσχα ημέρας και άλλοτε άναιτίως όλως γινομένας, προκαλούμενος δέ διά συκοφαντίας των μισοχρίστων Ιουδαίων η τινών άλλων μισελλήνων επί απλοίς και ψεύδεσιν ύποθέσεσιν, η προ vcφάσεσιν, έν τε Βυζαντίω, έν Σμύρνη, έν Κώ, έν Κρήτη, έν πάσαις ταις νήσοις και αλλαχού όπου ήσαν κάτοικοι τήν έλληνικήν γλώσσαν πάτριον έχοντες και την ανατολικήν θρησκείαν πρεσβεύοντες, η ταύτης λειτουργοί όντες, επιχαιρεκάκως εθεώντο, ού μόνον οι μισόχριστοι Ιουδαίοι, αλλά και άλλοι τίνες μισέλληνες δυστυχώς καυχώμενοι, ότι είναι και αυτοί χριστιανοί... Εφεώρα δέ τα γινόμενα και ο παντέφορος οφθαλμός του μακροθυμούντος Θεού ». {«Απομν. Αγωνιστών 1821» έκδ. «Κοσμαδάκη» τόμος 14ος σελ. 90}.

1824. Oil on canvas. Louvre, Paris, France-Eugène Delacroix (1798-1863, France)




Προηγουμένως για τον Πατριάρχη μας, ο Μιχ. Οίκονόμου έγραψε {ένθ. άνωτ. σελ. 70}: « Ο νεκρός έμεινε κρεμάμενος έπί τρεις ημέρας ως διά να βεβαιωθή και πασίγνωστος γίνη η νέκρωσις αυτού, μεθ' ό παρεδόθη τοις φανατικοίς έχθροίς του χριστιανισμού Ίουδαίοις εις περιύβρισιν, όνειδος καί έξουθένωσιν, ύπό των όποιων και συρθείς εις τάς βορβορώδεις οδούς, ως τι θνησιμαίον μέ αυτό το της αγχόνης σχοινίον, συνδεθέντος είς αυτό και βάρους τινός μεγάλου, έρρίφθη είς την θάλασσαν και έβυθίσθη, ίνα διά της άφανείας και λησμονηθή».

Ο Ιστορικός Σπ. Τρικούπης {«Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως» έκδ. «Χ. Γιοβάνη» Αθ. 1978 τόμος Α,σελ. 87} σημειώνει: « Ήλθον τότε προς τον άγχονιστήν έβραίοι καί λαβόντες την άδειαν του κατά τίνα δέ καί φιλοδωρήσαντες αυτόν έδεσαν τους πόδας του λειψάνου, τα έσυρε από των πατριαρχείων μέχρι του Αίγιαλού και του Φαναριού χλευάζοντος και βλασφημούντες και το έρριψαν εις την θάλασσαν... »

 Η εγκυκλοπαίδεια ΗΛΙΟΣ {τόμος σελ. 676, λ. «Γρηγόριος»} διεκτραγωδεί τα γεγονότα ως εξής: « Αποβιβασθείς έγονυπέτυσε και άφού προσηυχήθη έτεινε τον τράχηλον είς τον δήμιον, νομίζων ότι εκεί έμελλε ν' άποκεφαλισθή. Αλλά διά λακτισμάτων και ύβρεων έξηναγκάσθη να σηκωθή οδηγηθείς είς παρακείμενον καφενείον, όπου ανέμενε περίτην ήμίσειαν ώραν μέχρις ού ο δήμιος μεταβή είς άνεύρεσιν σχοινίου. Μετά ταύτα υποβασταζόμενος ύπό Τούρκων στρατιωτών, ο γέρων πρωθιεράρχης ώδηγήθη ύπό τους άγροίκους προπηλακισμούς Τούρκων και Εβραίων προς την μεσημβρινήν πύλη ν των Πατριαρχείων, έκ της οποίας έδέθη η αγχόνη. Ο πατριάρχης παρηκολούθει όλην αυτήν την διαδικασίαν προσευχόμενος. Ακολούθησε ο δήμιος, άφού του αφήρεσε το έγκόλπιον, το έξωτερικόν ράσον, το κομβολόγιον καί ό,τι εύρεν έπ' αυτού, διέταξε ρωμαλέον άχθοφόρον να τον σήκωση επί των ώμων του, ο ίδιος δέ αναβάς έπί κλίμακος περιέβαλε τον τράχηλον του πατριάρχου διά βρόχου και άφήκεν αυτόν μετέωρον. Μετ' ολίγας στιγμάς περί την 3ην μ.μ. παρέδιδε το πνεύμα ο έθνομάρτυς πα- τριάρχης, άγων το 76ον έτος της ηλικίας του. Οι παριστάμενοι Τούρκοι και Εβραίοι έλιθοβόλουν το αίωρούμενον λείψανον πρό του οποίου διήλθον όχι μόνον ο μέγας βεζύρης αλλά και ο ίδιος ο σουλτάνος Μαχμούτ, κατά διαταγήν του οποίου το λείψανον έμεινεν έκεί έπί τρεις ημέρας κρεμαμένον και φέρον έπί του στήθους το φιρμάνιον περί της είς θάνατον καταδίκης. Κατά το φιρμάνιον αυτό ο πατριάρχης Γρηγόριος εθεωρήθη καθ' όλα τα φαινόμενα συμμέτοχος της Επαναστάσεως, διότι κατήγετο έκ Πελοποννήσου, όπου αύτη εξερράγη ». Ταυτοχρόνως ο σουλτάνος διέτασσε τον φόνον και άλλων αρχιερέων, των οποίων ύπωπτεύετο την δράσιν. Ο διαδεχθείς τον Γρηγόριον εις τον οίκουμενικόν θρόνον Ευγένιος είς μάτην προσεπάθησε να εξαγόραση και θάψη το λείψανον του έθνομάρτυρος. Τήν 13 Απριλίου το λείψανον παρεδίδετο αντί 800 γροσιών εις Εβραίους, οι όποιοι χαιρεκακούντες έσυρον αυτό διά των οδών της Κωνσταντινουπόλεως μέχρι της παραλίας του Κερατίου κόλπου, όπου το έρριψαν εις την θάλασσον αφού του προσέδεσαν ογκώδη λίθον. Αποκοπέντος όμως του κρατούντος τον λίθον σχοινιού, το λείψανον έπέπλευσε και γενόμενον άντιληπτόν ύπό του Κεφαλλήνος Μαρίνου Σκλάβου, πλοιάρχου του ύπό ρωσσικήν σημαίαν πλοίου « Αγιος Νικόλαος », ανεσύρθη την 16ην Απριλίου ».

 Στόν « Συναξαριστή Νεομαρτύρων » {εκδ. «Ορθοδόξου Κυψέλης» Θεσ/νίκη 1984, σελ. 439 - 442} περιγράφεται η θυσία του Ίεράρχου: « Επειδή η οδός ήτο άνωφερής και ο γέρων Πατριάρχης, συντετριμμένος ών έκ των ταλαιπωριών, δεν ήδύνατο να βαδίση, ύπεβαστάχθη ύπό δύο τούρκων στρατιωτών και ούτω διήλθε διά μέσου του κατακλύσαντος τον περί το Πατριαρχείον χώρον και την αύλήν αυτού τουρκικού και ιουδαϊκού όχλου μέχρι της πύλης του Πατριαρχείου ». Εκεί ο δήμιος « βοηθούμενος από πολυαρίθμων Ιουδαίων » ετοίμασε την άγχόνην.

Εν τω μεταξύ: « Ο Πατριάρχης ίστατο κατά την τραγικήν έκείνην σκηνήν, σιωπηλώς προσευχόμενος και έχων κεκλιμένην την κεφαλήν επί του δεξιού ώμου. Ατάραχος και μετά χριστιανικής γαλήνης ύφίστατο το ηθικόν εκείνο μαρτύριον ». Τελικά ένας « ρωμαλέος αχθοφόρος » ...ύψωσεν αυτόν έπί των ώμων προς τον έπί της κλίμακος ίστάμενον δήμιον, όστις περιβολών τον τράχηλον αύτού διά του βρόχου, άφήκεν αυτόν μετέωρον, έν μέσω των άλλαλαγμών μέν των τούρκων και Ιουδαίων... Oi τούρκοι και ιουδαίοι έρριπτον λίθους έπί το αίωρούμενον έκ της αγχόνης λείψανον αύτού, βλασφημούντες και λοιδορούντες...» Η τραγωδία έκλεισε με την έπονείδιστη εβραϊκή πράξι της άγοράς του πτώματος του Πατριάρχου. Σημειώστε ότι για το άνοσιούργημα συνεστήθη είκοσαμελής εβραϊκή επιτροπή! η όποια κατόρθωσε να πάρη αυτή το πτώμα του Πατριάρχου κι όχι ο Πατριάρχης Ευγένιος, που πλήρωσε για να το θάψη.

« Το λείψανον του Γρηγορίου έμεινε κρεμάμενον έπί τρεις ημέρας, μάτην δέ προσεπάθησεν ο Πατριάρχης Ευγένιος να εξαγόραση αυτό και θάψη. Tη 13η Απριλίου είκοσαμελής επιτροπεία Εβραίων δι' 800 γροσίων ήγόρασε το λείψανον παρά του δημίου, όστις παρέδωκεν αυτό εις την διάθεσιν του άπανταχόθεν της Κων/πόλεως συρρεύσαντος εβραϊκού όχλου. Ούτος δέ προσδέσας το άπογυμνωθέν μέν αλλά φέρον τον βρόχον λείψανον του ίερομάρτυρος από των ποδών, μετά κραυγών χαράς καί αρών κατά της χριστιανικής θρησκείας έσυρεν αυτό άνά τάς οδούς... Ούτω φρικωδώς λίαν έβλεπε τις τα σώματα του τε Πατριάρχου και των λοιπών μαρτύρων, μολυνόμενα διά χειρών βέβηλων, συρρόμενα εντός του πηλού των ρυάκων και χρησιμεύοντα ως παίγνιον του αγρίου μίσους των απογόνων του θεοκτόνου λαού...» {Ινθ. άνωτ. σελ. 763}.

Η ίδια τύχη περίμενε τον Αρχιεπίσκοπο Αίμου Κύριλλον, τον Αρχιεπίσκοπον Εφέσσου Εύγένιον, τον Αρχιεπίσκοπον Ανδριανουπόλεως Δωρόθεον, εκατόν ογδοήκοντα πέντε έξάρχους και ηγουμένους και άγνωστος αριθμός ιερέων έδολοφονήθησαν, έξ αιτίας των εβραίων.

 Ο Αναστάσιος Γούδας, {«Παράλληλοι βίοι των έπί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών» Αθ. 1869-1876 και εις «Λεξικόν Νεομαρτύρων», «εκκλησιαστικές εκδόσεις» Αθ. 1972 σελ. 136} αναφέρει ότι: « πλήθος Ιουδαίων ως χείμαρος ώρμησε έπί το κρεμάμενον ιερόν λείψανον. Οι μέν έπτυαν αυτό κατά πρόσωπον, άλλοι εχλεύαζον διά των απρεπέστατων φράσεων και άλλοι εξύβρισαν... έσυρον το λείψανον, δι' όλων των ρύπων και ακαθαρσιών της όδού...».



 Μητροπολίτου Κορίνθου Παντελεήμονος, ο όποιος στο βιβλίο του « Εβραίοι και Χριστιανοί » {εκδ. «Πνοή» Κόρινθος 1980, σελ. 26} σημειώνει: « Οι Εβραίοι συκοφαντούσαν αλύπητα και συνεχώς τους Χριστιανούς στους Τούρκους, έπαιρναν μέρος στους βασανισμούς των Χριστιανών από τους Τούρκους, αποτελείωναν τους Χριστιανούς νεομάρτυρες και εθνομάρτυρες και προέβησαν σε εξευτελισμούς, γενικά των νεκρών σωμάτων τους. Ενδεικτικά μέσα στα πολλά αυτά γεγονότα αναφέρω τις πασίγνωστες πράξεις τους που έκαναν για το μαρτύριο και κατά το μαρτύριο του Κοσμά του Αιτωλού και για το μαρτύριο και κατά το μαρτύριο του Εθνομάρτυρα Πατριάρχη Γρηγορίου Ε'. Στήν Επανάσταση του 1821, όπως λέγουν τα κείμενα και οι πηγές, αποδεικνύεται ότι ήσαν υπέρ των Τούρκων, κατά των επαναστατημένων Ελλήνων και τους πρόδιναν όσο μπορούσαν περισσότερο στους Τούρκους, τους υπόσκαπταν δέ με κάθε μέσο όπου και όπως τους δινόταν η ευκαιρία ».

 « Συναξαριστής Νεομαρτύρων » {1400-1900 μ.Χ.} της εκδόσεως « Ορθοδόξου Κυψέλης » {Θεσ/νίκη 1984} θα δήτε πόσοι Αγιοι και ίερομάρτυρες της εκκλησίας μας έβασανίσθησαν και πέθαναν έξ αιτίας των συκοφαντιών των εβραίων. Τα επεισόδια δεν είναι μεμονωμένα, αλλά ατελείωτα και δείχνουν το εβραϊκό μίσος, κατά των Ελλήνων. Μπροστά στους εβραίους οι Τούρκοι ήσαν ήπιώτεροι, διότι παρά τις εβραϊκές συκοφαντίες οι διάφοροι μπέηδες η αγάδες δίνανε στους κατηγορουμένους την ευκαιρία να σωθούν, αν άλλαξοπιστήσουν.

 ο Αγιος Συμεών ο Τραπεζούντιος έκ κακής του τύχης διήρχετο στην Κωνσταντινούπολιν από ένα σημείον, όπου είχε προηγηθή συμπλοκή μεταξύ Ελλήνων και εβραίων, είχε δε τραυματισθή κάποιος εβραίος. Οι Ιουδαίοι άρπάξανε τον ανύποπτο Συμεώνα και: « βοώντες και κράζοντες ότι ούτος είναι οπού τον έκτύπησε, και ούτω παρέδωκεν τον εύλογημένον Συμεών είς τους φύλακας, οίτινες τον επήγαν εις τον βεζύρην, είς τον όποιον έβγήκαν και μαρτύρησαν ψευδώς τινές Εβραιότουρκοι πώς είδον τον Συμεών ότι έκτύπησε τον Εβραίον. Εγινε λοιπόν απόφασις παρά του κριτού να φυλάγεται ο Συμεών είς την φυλακήν τεσσαράκοντα ημέρας, και άν άποθάνη ο Εβραίος να θανατώσουν και τον Συμεών, είδε και ζήση να πληρώνη τα ιατρικά και να ελευθερώνεται, έζησε λοιπόν ο Εβραίος πλείονας των τεσσαράκοντα ήμερων και εσυβάσθη δια γρόσια διακόσια ογδοήκοντα χάριν των ιατρικών είτα κοντά τάς πεντήκοντα ημέρας επέθανεν ο Εβραίος και συνέδριον ποιήσαντες οι μισόχριστοι έπεισαν διά χρημάτων τους δικαστάς να θανατώσουν τον Συμεών oι δέ δικασταί έλεγαν είς τον Συμεών ότι αν γένη Τούρκος λυτρώνεται από τον θάνατον, είδε και δεν γένη Τούρκος, έχουν βέβαια να τον θανατώσουν », {ενθ. άνωτ. σελ. 717}. Ο Συμεών αρνήθηκε να άλλαξοπιστήση και έτσι οι Τούρκοι « τον έκρέμασαν εις τον εκεί πλάτανον κάνοντας χάριν των εβραίων »!

 Στις 30 Μαρτίου 1822 και μετά από έντονο κανονιοβολισμό, ο Καρά-Αλής αποβίβασε στην ακτή 7.000 άνδρες και με τη συνδρομή της τουρκικής φρουράς κατέστειλε εύκολα και σύντομα την εξέγερση, εκμεταλλευόμενος τον κακό σχεδιασμό της και τις έριδες για την αρχηγία μεταξύ Μπουρνιά και Λογοθέτη.

Θάνατος τού Καρά Αλή - Χίος 1822

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 Κατά την πολιορκία της Τριπόλεως από τους Ελληνες, οι εβραίοι μετήλθαν τα γνωστά εβραϊκά τεχνάσματα για να σωθούν. Θελήσανε να έξαγοράσουνε την ζωή τους. Ο Συνταγματάρχης Όλιβιέ Βουτιέ {Απομν. αγωνιστών 1821, τόμος 11, σελ. 129} σημειώνει επιγραμματικά: « Οι Εβραίοι πρότειναν ένα σημαντικό ποσό για να βγουν από την πόλη και νά τους χαριστή η ζωή. η πρόταση τους απορρίφθηκε όλοι οι θησαυροί του κόσμου δεν θα τους έσωζαν από την οργή των Ελλήνων, που μισούν περισσότερο αυτούς παρά τους Τούρκους...»

Ο Ακαδημαϊκός Σπύρος Μελάς {«Ο Γέρος του Μοριά» έκδ. «Μπίρης» Αθ. 1975, σελ. 290} περισσότερο λεπτομερώς γράφει για την προσπάθεια των εβραίων να εξαγοράσουν την ζωήν τους: « Οι Εβραίοι, μιά νύχτα, μπόρεσαν να βγάλουν μερικούς δικούς τους έξω από το κάστρο. Γλίστρησαν ως την καλύβα του Υψηλάντη και του πρότειναν να τους αφήσει να βγουν, να τους εγγυηθεί ασφάλεια ζωής και περιουσίας κι αυτοί θάδιναν ένα μεγάλο ποσό στους πολιορκητές. Μά ποιος μπορούσε ν' ακούσει τέτοιες προτάσεις. Ούτ' ένα παλικάρι δεν ήταν στο στρατόπεδο που να μήν ξαίρει τον άθλιο ρόλο πούχαν παίξει στην τραγωδία της κρεμάλας του πατριάρχη, το μίσος και το φανατισμό πούχαν δείξει βρίζοντας το λείψανο τον, σέρνοντας το στους δρόμους, οι Εβραίοι της Πόλης. Τους έδιωξαν μ' άγριες φοβέρες ». Παρά το μίσος που ένοιωθαν για τους Ιουδαίους οι πολεμιστές του 21 δεν τους σκότωσαν αμέσως « τους έδιωξαν μ' άγριες φοβέρες ». Όταν ελευθερώθηκε η Τρίπολι μάταια πάλι άποπειραθήκανε να δωροδοκήσουνε τους νικητές Ελληνες δίνοντας τους χρυσάφι και πετράδια.
« Μεγάλο κακό γινόταν τον ίδιο καιρό στο Μαχαλά των Εβραίων. Λύσαν όλοι τους τα κομποδέματα. Χρυσάφι κι ασήμι, πετράδια, μαργαριτάρια, χύθηκαν στα πόδια παλικαριών μά δεν τους όφέλησε. Τους πέρασαν όλους από το σπαθί. Ο Κολοκοτρώνης μονάχα κατάφερε να γλιτώσει έναν. Τόν Λευΐ. Τίποτα δεν μπορούσε να σταματήσει το φοβερό ρέμα του θανάτου και της αρπαγής ». {ένθ. άνωτ. σελ 349}

Από το ιστόρημα του Μελά προκύπτει, ότι όταν ο Ελληνικός λαός ήταν σκλάβος τους Τούρκους, οι εβραίοι αποταμίευαν χρυσάφι, ασήμι, πετράδια, μαργαριτάρια που φυσικά δεν τα παίρνανε από τους Τούρκους, αλλά από το υπόδουλο έθνος μας. Και μετά έπιδιώκανε να μας εξαγοράσουν με τα δικά μας πλούτη, που τα χρόνια της Τουρκοκρατίας μας είχαν αρπάξει. Γι' αυτό οι Ελληνες δεν καταδεχθήκανε να διαπραγματευθούν με τους εβραίους για την σωτηρία των τελευταίων. Όχι. Αυτοί θα πλήρωναν ακριβά, όπως και συνέβη. Στήν Ιστορία αναφέρεται ότι η Μπουμπουλίνα μπήκε στο κάστρο της Τριπόλεως « καί σέ μερικές πλούσιες εβραίες έδινε τις πιό αόριστες ελπίδες. Ετσι βγήκε από το κάστρο φορτωμένη χαρίσματα » {ενθ. άνωτ. σελ. 332}.

Μετά την άπελευθέρωσι της Τριπόλεως οι Ελληνες έσφαξαν τους εβραίους με περισσότερο μίσος, άπ' όσο σκότωναν τους Τούρκους, όπως ακριβώς αφηγείται ο Φ. Φωτάκος {«Απομνημονεύματα έκδ. «Μπούρας» τόμος Α,σελ. 251}: « Οι Εβραίοι της Τριπολιτσάς και αυτοί έχάθησαν μαζί με τους Τούρκους, και έθανατώθησαν με περισσοτέραν εχθρότητα...»

Τα ίδια γράφει κι ο Σπ. Τρικούπης { « Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821 » τόμος Β, σελ. 93 }: « Οι δε εν Τριπολιτσά Εβραίοι επί λόγω της έν Κωνσταντινουπόλει και άλλου κακής προς τους Χριστιανούς διαγωγής των ομοθρήσκων των, όλοι κατεστράφησαν, οι μεν δια σιδήρου, οι δε διά πυρός...»

Παρ' όλα αυτά ο Κολοκοτρώνης διέσωσε τον εβραίο Τραπεζίτη Χανάμ, τον Λεβύ και άλλους Ιουδαίους. Ο δε Κανέλλος Δεληγιάννης περιγράφει {«Απομνημονεύματα Αγωνιστών 1821» τόμος 17, σελ. 278} και αυτός μετά την άλωσιν της Τριπόλεως: « διέσωσα δε δώδεκα Εβραίους, τον Χαχάμην τους και δύο γυναίκας, και τους έστειλα είς την οίκίαν μου φιλανθρωπίας ένεκα τους διετήρησα τρία περίπου έτη τροφοδοτών και περιθάλπων αυτούς έξ ίδιων μου και κατά το 1824 τους έστειλα ασφαλώς είς την Ζάκυνθον και διεσώθησαν ».

Όπως φαίνεται κι από άλλας αφηγήσεις κατά την Επανάστασιν του 1821 διεσώθησαν αρκετοί εβραίοι, τους όποίους οι Ελληνες αντάλλαξανε με δικούς μας αιχμαλώτους. Αλλοτε πάλι παίρνανε χρήματα που τόσο είχαν ανάγκη για την συνέχισι του αγώνος. Ο Κανέλλος Δεληγιάννης {ένθ. άνωτ. σελ. 24} αναφέρει ότι ύστερα από νικηφόρα έφοδο στην Πάτρα: « οι εδικοί μου στρατιώται έφερον 86 κεφαλάς και 18 συνέλαβον ζώντας με τον άξιωματικόν τους και έναν Εβραίον διέσωσα και τον έστειλα είς την πατρίδα μου Λαγκάδια, όπου είχον και τους άλλους Εβραίους. Αυτός ήτον υιός μονογενής ενός πλουσίου σαράφη { τραπεζίτου } Εβραίου, τον όποιον είχε στείλει εις τον Χασάν πασιάν να λάβη χρήματα, τα οποία του εχρεώστει, άλλ' αφού συνελήφθη επροσποιήθη ότι ήτον υπηρέτης, και έως ότου τον έστειλα εις την Ζάκυνθον με τους άλλους Εβραίους δεν ώμολόγησε την καταγωγήν του. Αλλ' άφού ύπήγεν εκεί τότε είπε ποίος ήτον και ότι ο πατέρας του ύπέσχετο μεγάλην ποσότητα χρημάτων άν τον εύρισκε ζώντα...»

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 Ο Νικ. Κασομούλης {«Απομνημονεύματα της επαναστά- σεως των Ελλήνων 1821-1833» έκδ. «Κοσμαδάκη» τόμος Α, σελ. 155} διηγείται: « Περιφερόμενοι εις τήν οικίαν του Κολοκοτρώνη, τριγυρίζοντας εις τους οδάδες είδομεν έναν έβραίον φυλακισμένον όστις δεν είχεν 700 χιλ. γρόσια και αδάμαντας να δώση, παρά ύπόσχετο μόνον έως 300 και τίποτες άλλα τα οποία είχεν κρυμμένα ».

Ενας ήρεμος θαλασσόλυκος αγωνιστής του 1821 ήταν ο Αλεξ. Κριεζής που διέθεσε ολόκληρη την περιουσία του, υπέρ της επαναστάσεως. Οταν κάποτε συνέλαβε 11 Τούρκους κι έναν εβραίο εκδικήθηκε τον μαρτυρικό θάνατο του Κουκουβίκου {τον παλουκώσανε} με τον ακόλουθο τρόπο: « Ιδού τώρα θέλω κάμη και έγώ την παιδείαν είς τους 11 συναδέλφους σας και του Εβραίου. Τους είχομεν δέση από τάς δύο μασχάλας και ευθύς με τρεις φιλίστραις τους υψώσαμεν ήρχισαν τάς φωνάς, το άλάχ! άλάχ! έξ ών η φωνή του Εβραίου βουτόντας είς τον αιγιαλόν, υψώνοντας τρις και βουτόντας τους άφήσαμεν κρεμασμένους ». {«Απομν. Αγωνιστών 1821» τόμος 5ος, σελ. 39}

Ουδείς ουδέποτε έκ των αγωνιστών, του 1821 και έκ του λαού διεχώρισε τους Τούρκους από τους εβραίους. Γιά τους Ελληνες, Τούρκοι και έβραίοι ήσαν εχθροί. Ιδιαίτερα οι εβραίοι οι όποιοι μας κατεπίεζαν, δίχως στο κάτω-κάτω της γραφής να μας έχουν νικήσει στρατιωτικά. Εφ' όσον ήλθε έτσι ο λόγος να πούμε και το άλλο. Οι Ελληνες περιφρονούσαν τους εβραίους. Δέν τους θεωρούσαν Ικανούς για μάχη. Ήσαν δειλοί. Ο Μακρυγιάννης μιλάει τελείως περιφρονητικά για τους Ιουδαίους. Οταν θέλη να υποτίμηση τους Τούρκους τους παρομοιάζει με τους εβραίους.

Στά « Απομνημονεύματα » του {έκδ. «Αλμωπός» έπιμ. Βλαχογιάννη, σελ. 282} γράφει: « Οι Ελληνες τους Τούρκους τους καταφρόνεσαν όλως δι' όλου. Καθημερινώς πολεμούσαμεν, κι όλο τους νικούσαμεν ποτέ δεν κέρδεσαν. Τους πήραμεν τον αγέρα και τους είχαμεν σαν Οβραίους ».

Κλασσική είναι η χειρονομία του Θ. Κολοκοτρώνη που αναφέρεται σ' Ελληνικές και ξένες ιστορίες. Ενας πλουσιώτατος εβραίος παρουσιάσθηκε μπροστά του ένοπλος: « ζευγάρι πιστόλες χρυσές διαμαντοστόλιστες. Το μάτι του Κολοκοτρώνη άρπαξε αυτό το παράξενο. — Μπά! είπε, Οβριός κι αρματωμένος δεν γίνεται! Τού πήρε τα πιστόλια και τάχωσε στο σελάχι του...» {S. Howe, «An Hist. Sketch of the Greek Revol.» 1828, σελ. 61}.

Κι ο Σπύρος Μελάς στο βιβλίο του « Ο Γέρος του Μωρία » {έκδ. «Μπίρη» Αθ. 1957, σελ. 332} περιγράφει την ίδια σκηνή ως έξης: « τον πλούσιο εβραίο τραπεζίτη του Χουρσίτ, Χανάμ... ήρθε στη καλύβα του Αρχηγού. Είχε στη μέση του μαχαίρι χρυσομάνικο και κουμπούρες χρυσοστόλιστες και το μαχαίρι κι αυτές ήταν όλο πετράδια... Μπά! έκαμε ο Κολοκοτρώνης, Οβριός κι αρματωμένος δεν γίνεται! του πήρε τ' άρματα και τάβαλε στο σελάχι του ».


~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~


Φυσικόν αποτέλεσμα του εβραϊκού μίσους, εναντίον της Ελλάδος ήταν, ότι κατά το 1821 δεν σημειώθηκε μεταξύ των Ιουδαίων καθόλου φιλελληνισμός. Οι εβραίοι κατοικούσαν στον Ελληνικό χώρο, αλλά κανείς τους δεν πήρε τα όπλα να πολεμήση υπέρ της Ελλάδος. Ο Μπάμπης Αννινος {«Οι Φιλέλληνες του 1821» έκδ. «Γαλαξίας» Αθ. 1971, σελ. 21} παραθέτει πίνακα των πεσόντων στην μάχη Φιλελλήνων. Πολεμήσανε αρκετές χιλιάδες ξένοι υπέρ της Πατρίδος μας. Εφονεύθησαν δέ στο πεδίον της Τιμής για την Ελλάδα 286 έκ των οποίων 121 Γερμανοί, 56 Γάλλοι, 50 Ιταλοί, 11 Ελβετοί, 10 Αγγλοι, 8 Δανοί, 7 Κορσικανοί, 5 Πολωνοί, 4 Αυστριακοί, 3 Σουηδοί, 3 Σκώτοι, 2 Ισπανοί, 1 Πορτογάλος, 1 Ούγγρος, 1 Ιρλανδός, 1 Βέλγος, 1 Ολλανδός, 1 Αμερικανός. Ακόμη και μουσουλμάνος ύπήρξεν Φιλέλλην. Ο Αιγύπτιος Δαβουσί, που παλαιότερον υπηρετούσε στην Ιλη των Μαμελούκων του Μ. Ναπολέοντος. Ο Φιλέλλην αυτός , « εις το Πέτα επολέμησεν ως ήρως. Εφόνευσε όσους εχθρούς ήδυνήθη δια της ακτηρίδος του όπλου του και έπεσε νεκρός διάτρητος ύπό πληγών έπί σωρών εχθρικών πτωμάτων » {ενθ. άνωτ.}.

Ιδιαίτερο φιλελληνικό ρεύμα άνεπτύχθη στην Βαυαρία, όπου πάντα ήκμαζαν τα Ελληνικά Γράμματα. Ο Βασιλεύς Λουδοβίκος Α' {1786-1868} ποιητής και ο ίδιος εμπνευσμένος από το Αρχαιοελληνικό πνεύμα κατέστησε το Μόναχο κοιτίδα Ελληνικού πολιτισμού και το έκόσμησε με περίλαμπρα οικοδομήματα όλα Ελληνικού ρυθμού. Πάντοτε εύρισκε ευκαιρίες να προσφέρη την οικονομική του ένίσχυσι υπέρ της επαναστάσεως και όταν επελέγη ο δευτερότοκος γιος του, για βασιλεύς της Ελλάδος έδωσε στο νεοσύστατο κράτος μας ως βοήθεια πάνω από 4.000.0000 φράγκα!

 Από όλην την συναρπαστικήν φιλελληνική προσπάθειαν στην οποίαν μετείχον βασιλείς {π.χ. Κάρολος Γ} και Πάπες {π.χ. Πίος ο Ζ'} και η οποία συγκλόνιζε τους ανθρώπους, απουσίαζαν οι εβραίοι η κύτταζαν να επωφεληθούν π.χ. δήθεν δωρεά Ρότσιλντ, δάνεια Ρικάρντο η για να μη προκαλέσουν άντίδρασι και ενδεχόμενο ξέσπασμα αντισημιτισμού βάλανε κάποιο ραββίνο στην Βεστφαλία ονόματι Ελβιγκ να έκδώση εγκύκλιο « υπέρ του Ελληνικού αγώνος » και μ' αυτό τον ανακήρυξαν « φιλέλληνα » για να είναι εναρμονισμένοι προς το Γερμανικό Φιλελληνικό πνεύμα και κίνημα. Οι Φιλέλληνες εκτός των ευγενών αισθημάτων τους διεκρίνοντο και από πνεύμα αυτοθυσίας. Ήσαν πραγματικά ανδρείοι. Τόν Απρίλιο του 1827 συνελήφθη μετά την ήττα στο Φάληρο ο Ιταλός Φιλέλλην Πασχάλης Γκαμπίνι, που ήταν σημαιοφόρος του τάγματος των Φιλελλήνων. Οι Τούρκοι λόγω της στολής και του παραστήματος του νομίσανε, ότι ήταν ο Κόχραν και δεν τον σκοτώσανε. Ο Γκαμπίνι όμως δεν κατεδέχθη να ύποκριθή για να σωθή. Τους απεκάλυψε την αλήθεια και από πάνω τους εξύβρισε. Ετσι οι Τούρκοι τον αποκεφάλισαν μπροστά στον Κουταχή. Η Ελληνική ιστορία χάραξε με χρυσά γράμματα στις Δέλτους τις τους ένδοξους Φιλέλληνες, που πολεμήσανε για την Εθνική Ελευθερία των Ελλήνων, δίχως ανταμοιβή και συνήθως δίχως τροφή! Ζούσαν από τα δικά τους χρήματα. Μάλιστα τα γενναία εκείνα τέκνα της Ευρώπης πολεμούσαν εδώ, χωρίς να μισθοδοτούνται, αλλά και χωρίς να δικαιούνται τροφής. Σχετικά διαβάστε το υπ' αριθμ. 2334 έγγραφον του « Αρχείου της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος », για να δήτε πόσο υπέφερον οι Ευρωπαίοι Φιλέλληνες την εποχή, που οι εβραίοι μάζευαν « χρυσάφι, ασήμι και πετράδια »! Προς παντός εδεινοπάθησαν οι Γερμανοί, οι περισσότεροι των όποιων δεν διέθεταν περιουσίαν στην πατρίδα των, για να την ξοδεύουν και να συντηρούνται εδώ.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 Γερμανική Λεγεών λοιπόν υπήρχε κι ήλθε από την Γερμανία... ένώ οι εβραίοι που ζούσαν στήν Ελλάδα, όπως είδαμε προτιμούσαν να βοηθούν τους Τούρκους, να προδίδουν τους Ελληνες, να σφάζουν τους Ελληνες και να επιδιώκουν την αποτυχία της επαναστάσεως του 1821. Αντιθέτως χάριν αυτής της επαναστάσεως αγωνισθήκανε οι άνδρες της Γερμανικής Λεγεώνος και « έπεσαν σχεδόνπάντες ένδόξως, πολεμήσαντες εις διαφόρους κατόπιν μάχας » {ενθ. άνωτ. σελ. 85}. Ο Θεός ας άναπαύη την ψυχήν των.

Το ευγενές αίσθημα του Φιλελληνισμού συνένωσε σε παράταξι συμπολεμιστών τους χθεσινούς εχθρούς π.χ. Ο Γερμανός Αλέξανδρος Κόλμπερ {παράσημο Μέλανος Αετού Πρωσσίας} ήρως στους πολέμους κατά του Μ. Ναπολέοντος, αγωνίσθηκε μαζί με τόν Ιωσήφ Ροζαρόλ, διοικητή μεραρχίας του Μ. Ναπολέοντος. Ο κατάλογος των ονομάτων των Φιλελλήνων που θυσιάστηκαν για την Ελλάδα περιλαμβάνει ένδοξους άνθρώπους.

Ο Μπάμπης Αννινος σημειώνει: « Πρό πάντων όμως ήλεκτρίσθη και έσπευσεν η ακμαία ανδρική ηλικία και η νεολαία. Καταπλήσσεται ο αναγνώστης του καταλόγου και συγκινείται, βλέπων εν τη απαριθμήσει πόσαι νεαραί υπάρξεις έδραμον να θυσιασθούν προθύμως ως σφάγια εις τον βωμόν της ελληνικής ελευθερίας, νέοι στρατιώται ευέλπιδες, επιστήμονες άρτίως άποκομίσαντες το γέρας των σπουδών των και των κόπων των, σπουδασταί καταλιπόντες τα βάθρα των ακαδημαϊκών σχολών, τέκνα ευπόρων οικογενειών, ελπίδες χρησταί του μέλλοντος, στηρίγματα πολιών γονέων. Και παρελαύνει, παρελαύνει η χορεία της ξανθής και θαλεράς νεότητος, ήτις έχυσε το σφύζον αίμα της εις τάς φάραγγας του Πέτα, η εις την Κωλιάδα άκραν της Αττικής, η εις το Χαϊδάρι, η παρά την Ιεράν Ακρόπολιν και έρχονται εις τα χείλη ακουσίως επί τη νοερά παρελάσει οι θαυμαστοί στίχοι του Καρδούτση περί των δύο Ναπολεοντιδών: « Ερρίφθησαν εις το χάος νεανικοί ψυχαί, ών η κόμη θαλερά έκ της ήβης, έφαίνετο αναμένουσα την αύλακα της μητρικής θωπείας ».

Αναφέρω μερικά ονόματα.

Ο πρίγκιψ Παύλος Βοναπάρτης, πρώτος άνηψιός του Μ. Ναπολέοντος, {σκοτώθηκε στο Ελληνικό πολεμικό πλοίο «Ελλάς»}.

Ο Γερμανός Βαρώνος Γκίλμαν {έπεσε στα Ψαρά}.

Ο γιός του Αγγλου Δουκός Αθολ {πέθανε στη Γαστούνη}.

Ο Κορσικανός Αξιωματικός Πασκάλ Γκαμπίνι {τον αποκεφάλισε ο Κουταχής στα Πατήσια}.

Ο Ελβετός δημοσιογράφος Ιάκωβος Μάγιερ {έφονεύθη στην έξοδο του Μεσολογγίου}.

Ο Αγγλος Αξιωματικός ναυτικών Φράνκ Αστιγξ {πέθανε από τραύμα στο Αιτωλικό}.

Ο Στρατηγός των Ούσσάρων βαρώνος Ντάντσελ {πέθανε στη Βόνιτσα}.

Ο Γερμανός διπλωμάτης Μάϊσσελ {πέθανε στο Μεσολόγγι}.

Ο Γάλλος Αξιωματικός Φραγκίσκος Ρομπέρ {έπεσε στην Ακρόπολι φέρων 24 τραύματα!}.

Οι νεαροί Γερμανοί Νταίτερλιν, Εμπεν και Αϊζεν {σκοτωθήκανε στην Λαμία}.

Ο Γερμανός μαθητής Βόλφ {σκοτώθηκε εις Πέτα}.

Οι αδελφοί Φέλντ τα μοναδικά παιδιά μιας οικογένειας, από την Λειψία {έφονεύθησαν ο ένας στού Πέτα, ο άλλος στο Μεσολόγγι} οι αδελφοί Μπέκ, από την Βαυαρίαν {άπέθαναν στο Μεσολόγγι}. Μέσα στον πίνακα των ενδόξων νεκρών Φιλελλήνων δεν υπάρχουν εβραίοι. Ούτε ένας. Θά διαβάσετε Φιλέλληνες από όλο τον κόσμο. Ηλθαν στην Ελλάδα επολέμησαν για την ελευθερία της και έπεσαν μαχόμενοι.

Από την Μπορντώ, ο υπολοχαγός Μπεζερμάν.

Από την Σιλεσία, ο υπολοχαγός Ντιλέλσκυ.

Από την Βασιλεία, ο Καίνιχ.

Από το Αμβούργο, ο Μάνικε.

Από την Τεργέστην, ο Πλενάριο.

Από την Σαβοΐα, ο Σεγκΐν.

Από το Μιλάνο, ο Τορριτσέλλι.

Από την Πολωνία, ο Μολοδόβσκυ.

Από το Πεδεμόντιο, ο Μαμινό.

Από την 'Ολλανδία, ο Χούγκσμαν.

Από την Αμερικήν, ο Ούάσιγκτων, κ.τ.λ. κ.τ.λ.

                     κανένα εβραϊκό.

Εκτός από το αίμα, οι Φιλέλληνες προσέφεραν τεράστια ποσά ύπερ της Επαναστάσεως του 1821. Η « Φιλελληνική Επιτροπή » της Γαλλίας περιελάμβανε τα έκλεκτώτερα στοιχεία της Γαλλικής κοινωνίας, όπως: δούξ Σοαζέλ, δούξ Νταλβέρ, δούξ Ντε λα Ροσφουκώ, κόμης Ζεράρ, κόμης Αρκούρ, κόμης Λαφίτ, κόμης Λαστερί, κόμης Ώλαίρ, βαρώνος ντέ Σταέλ κ.τ.λ. 
Η « Φιλελληνική Επιτροπή » της Αγγλίας περιελάμβανε επιστήμονες, διαπρεπείς πολιτικούς και στρατιωτικούς, όπως Ρώσελ,Ερσκίν Μακίντος, Μπένθαμ, Χιούμ, κ.τ.λ. Σκεφθήτε πώς μόνον ο συνταγματάρχης Γκόρντον προσέφερε 20.000 λίρες. Γιά να γίνη σαφέστατο το κίνημα του φιλλεληνισμού σας πληροφορώ ότι έλειτούργησαν « Φιλελληνικές επιτροπές » από την Βαλτιμόρη των ΗΠΑ μέχρι την Καλκούτα των Ινδιών { για περισσότερα ένθ. άνωτ. σελ. 65 κ.έ. }.

                       « Εν Γερμανία δέ πάλιν ο ακοίμητος φιλελληνισμός έξήφθη διά μιας, έν Βερολίνω κατά το 1826. Επρωτοστάτουν αυτόθι ο Ρίτζλ { Ritzl }, ο Νέανδρος { Neander }, ο Νήβουρ { Neibuhr }, ο Ούφελανδ { Hufeland } και άλλοι διαπρέποντες έν τοις γράμμασι και ταίς έπιστήμαις. Ευγενείς δέσποιναι περιήρχοντο τάς οικίας, συλλέγουσαι εράνους υπέρ των Ελλήνων, ένεργόν δέ μέρος έσχεν εις την φιλάνθρωπον ταύτην ένέργειαν και ο βασιλεύς, όστις ητο τότε ο Φρειδερίκος Γουλιέλμος ο Γ', και ο διάδοχος, ο μετά ταύτα Φρειδερίκος Γουλιέλμος ο Δ', και η Αυλή έν γένει και πάντες oι έν τέλει. Εν Βρεσλαυΐα επίσης ένηργούντο έρανοι, πάντες δέ μετά προθυμίας, ως και αυτοί οι απλοί στρατιώται και αί ύπηρέτριαι, προσφέρον τον όβολόν των υπέρ των αγωνιζομένων Ελλήνων » {ενθ. άνωτ. IP}.

                     Οι εβραίοι κερδοσκοπήσανε με τα λεγόμενα « δάνεια της επαναστάσεως ».

 Οι αδελφοί Ρικάρντο στην Αγγλία και οι Ρότσιλντ στην Γαλλία θησαυρίσανε εκμεταλλευόμενοι τις ανάγκες του επαναστατημένου Ελληνικού Εθνους, για όπλα και τρόφιμα. Τα χρήματα που προκαταβολικά άρπάξανε οι εβραίοι σε τόκους, μεσιτείες και προμήθειες ήσαν τόσον τεράστια, ώστε προκαλέσανε την άντίδρασι των Φιλελλήνων Ευρωπαίων. Οι Ρικάρντο για να δώσουν δάνεια, έλαβαν από μας προμήθεια περίπου διπλασίαν απ' όσα χρήματα είχαν συλλέξει στην Ευρώπη όλοι οι Φιλέλληνες!!
 ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 TIMES της 5 Σεπτ. 1826 οι όποιοι γράφουνε ότι: « οι κύριοι Ρικάρντο τσεπώσανε { have pocketed } 64.000 Λ.» και στίς 15 Σεπτ. 1826 σχολιάζουν: « The pretty item reserved as commission by the contractors of the second loan { amounting to 64,ooo L. } nearly doubles the voluntary contributions of all the Philhellenes in Europe, including those of committees and corporations, of colleges and universities, of classical ladies and benevolent princes — of priests, artists, philosophers and statesmen — the produce of benefit concerts, and the collection of chanty sermons » δηλαδή: « το δελεαστικό ποσό που επεφύλαξαν δι' εαυτούς οι εκδότες του δευτέρου δανείου { ανερχόμενο σε 64.000Λ. } είναι σχεδόν διπλάσιον από τις εθελοντικές συνεισφορές όλών των φιλελλήνων στην Ευρώπη συμπεριλαμβανομένων των συνεισφορών των επιτροπών και των συλλόγων των σχολείων και των πανεπιστημίων, των φιλοκλασσικών κυριών και των ευεργετικών πριγκήπων, των ιερέων, καλλιτεχνών, φιλοσόφων και πολιτικών — του προϊόντος των συναυλιών και των εράνων στίς εκκλησίες » !!!
 Κωνταντίνος Πλεύρης

 Η κοινή γνώμη ξεσηκώθηκε και οι τάξεις των φιλελλήνων από τότε πύκνωσαν. Αυτόπτες μάρτυρες περιέγραψαν τις φρικιαστικές σκηνές στις εφημερίδες, ζωγράφοι (Ντελακρουά) τις απεικόνισαν και ποιητές (Ουγκώ, Χέμανς, Πιέρποντ, Χιλ, Σιγκούρνεϊ) έγραψαν για τη θλιβερή καταστροφή.

 Τότε, λοιπόν ήταν όταν πολλοί Ευρωπαίοι έκαναν λόγο, για πρώτη φορά, για το ασυμβίβαστο της τουρκικής φυλής με τον ανθρωπισμό, ενώ άλλοι τόνισαν την αδυναμία συνύπαρξης Χριστιανών και Μουσουλμάνων.
Το γεγονός, ξαναλέμε, δεν ήταν ότι δεν γνώριζαν πιο πριν τι εστί τουρκική φυλή. Απεναντίας μάλιστα. Απλά δεν είχε ποτέ ξανά έρθει με τέτοια ένταση η πραγματικότητα αυτή στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής επικαιρότητας.
Σαφώς, βέβαια, ο ρόλος των εφημερίδων που τότε είχαν αρχίσει να αποκτούν τη μορφή που με την οποία γνωρίζονται σήμερα και που σε παλαιότερες εποχές δεν υπήρχαν, έπαιξε σημαντικό και καθοριστικό ρόλο.
Η ελληνική νέμεσις, βέβαια, θα ερχόταν κι αυτή σύντομα, με την ανατίναξη της τουρκικής ναυαρχίδας του Καρά-Αλή από τον Κωνσταντίνο Κανάρη (6 – 7 Ιουνίου 1822).

General Toussaint LOuverture c.1743-1803 Spurns his Family, 1822 - Villain


Γάζα,2014