Σελίδες

Translate

Πέμπτη 15 Μαΐου 2014

Πόρπες, παλάσκες

Πόρπες
Η πόρπη είναι ένα κόσμημα της ελληνικής παραδοσιακής φορεσιάς που φοριέται στη μέση της γυναίκας σαν αγκράφα της ζώνης. Οι πόρπες ήταν χρηστικά και διακοσμητικά αντικείμενα. Είχαν στις άκρες δυο περόνες (καρφίτσες) για να μπορούν να στερεώνονται στα δυο άκρα της ζώνης. Άλλες φορές πάλι, οι πόρπες ράβονταν πάνω στη ζώνη. Στην ελληνική παράδοση η πόρπη ήταν από τα βασικά προικιά της νύφης και αναφερόταν λεπτομερώς σε προικοσύμφωνα και διαθήκες. Η πόρπη ήταν συχνά πολύ μεγάλου μεγέθους και έπαιζε ρόλο αποθησαυριστικού αντικειμένου, ιδιαίτερα σοτυς νομαδικούς πληθυσμούς, και δινόταν σε περίπτωση ανάγκης αντί χρήματος, ή μπορούσε εύκολα να ρευστοποιηθεί.

Παλάσκες
Οι παλάσκες είναι μεταλλικές θήκες μέσα στις οποίες οι αγωνιστές τοποθετούσαν τα προετοιμασμένα βόλια τους, τις λεγόμενες "χαρτούσες" ή "φουσέκια". Στην Ελλάδα οι παλάσκες έχουν κατά εποχές διαφορετικό σχήμα, μέγεθος και υλικό κατασκευής. Οι παλάσκες, σχεδόν πάντοτε ζευγάρι, στερεώνονταν πίσω δεξιά και αριστερά πάνω σε δερμάτινη ζώνη, που την έδεναν στη μέση.

Ασημένια επίχρυση ελληνική πόρπη, mother of pearl, Κωνσταντίνος & Ελένη. Τέλος 18ου αιώνα.


Ασημένια επίχρυση ελληνική πόρπη, mother of pearl, απεικόνιση αετού. Τέλος 18ου αιώνα.



 Ασημένια επίχρυση ελληνική πόρπη, mother of pearl, Ευαγγελισμός της Θεοτόκου (αριστερό μέρος) και Γέννηση του Χριστού (δεξιό μέρος). Τέλος 18ου αιώνα.


Ασημένια επίχρυση ελληνική πόρπη, mother of pearl, απεικόνιση αετού με ανοιχτά φτερά. Τέλος 18ου αιώνα.

Ελληνική Ασημένια πόρπη


Ελληνική ασημένια επίχρυση πόρπη, mother of pearl, διακοσμημένη από αετό με ανοιχτά φτερά. Τέλος 18ου αιώνα.



Ελληνική ασημένια επίχρυση πόρπη, mother of pearl, διακοσμημένη από αετό με ανοιχτά φτερά. Τέλος 18ου αιώνα.

Ασημένια επίχρυση πόρπη, mother of pearl, διακοσμημένη με δικέφαλο αετό. Τέλος 18ου αιώνα.


Ελληνική ασημένια επίχρυση πόρπη, mother of pearl, απεικόνιση Κωνσταντίνου & Ελένης, δεύτερο ήμισυ 18ου αιώνα. Φέρει ζώνη κατασκευασμένη από χρυσοκλωστή.
Ασημένια ελληνική παλάσκα, διακσμημένη περίτεχνα από σαβάτι, τέλος 18ου, αρχές 19ου αιώνα.


Ασημένια επίχρυση ελληνική παλάσκα, διακοσμημένη περίτεχνα από σαβάτι, τέλος 18ου, αρχές 19ου αιώνα.


Ασημένια ελληνική παλάσκα, αρχές 19ου αιώνα.


Ασημένιος σταυραετός, διακοσμημένος με σαβάτι, εξαιρετικά σπάνιο αντρικό κόσμημα, αρχές 19ου αιώνα.


Εξαιρετικά σπάνιο ασημένιο ελληνικό επίχρυσο κουτάκι, διακοσμημένο με σαβάτι, φέρον ασημένια αλυσίδα, που καταλήγει σε άγκιστρο δικέφαλο αετό. Τέλος 18ου αιώνα.
 http://armourandguns.blogspot.gr/



Καριοφίλια, πιστόλες

 

Καριοφίλι
Η λέξη καριοφίλι δε γνωρίζουμε σίγουρα από που προέρχεται και υπάρχουν πολλές εικασίες γύρω από την προέλευσή της.

Κάποιοι θεωρούν ότι στις αρχές του 1800 τα καλασνικοφ της εποχής ήταν τα φημισμένα όπλα μιας Ιταλικής εταιρείας, της “Carlo e Figli” (: Κάρλο και υιοί). Αυτό το “Κάρλο ε φίλιοι”, οι Έλληνες το πρόφεραν ως καριοφίλι και έτσι και έμεινε στο ελληνικό λεξιλόγιο και υμνήθηκε από τη Δημοτική και Λόγια ποίηση.
Άλλοι πάλι, ανάμεσά τους και ο Βαλαωρίτης, υποστηρίζουν ότι η ονομασία οφείλεται στο ομώνυμο φυτό - το καριοφίλι- το οποίο έφεραν χαραγμένο πάνω τους.
Τέλος, ο Λειβαδίτης το συσχετίζει με τη λέξη "φυλλοκάρδι".

Το όπλο αυτό ήταν γνωστό στους ελληνόφωνους λαούς των Βαλκανίων ως καριοφίλι (στα ελληνικά και αλβανικά), ένα μακρύκανο όπλο με δύο τύπους υποκόπανου, ιδιαίτερα δημοφιλές στα νοτιοδυτικά Βαλκάνια. Η προέλευση της λέξης και ο χρόνος κατά τον οποίο εισήλθε στην ελληνική γλώσσα δεν είναι γνωστά και έχουν αποτελέσει το αντικείμενο ζωηρής διαμάχης στις ελληνικές εφημερίδες κατά το 1865 και ξανά κατά τη δεκαετία του 1960.
Το καριοφίλι ήταν όπλο εμπροσθογεμές με τσακμακόπετρα για ανάφλεξη, αυτό που αγγλιστί ονομάζεται flintlock. Η τσακμακόπετρα συγκρατείτο στα σαγόνια του κόκορα με μια στρώση δέρμα. Οταν έπεφτε ο κόκορας η πέτρα τριβόταν απέναντι, στον βραχίονα του καπακιού του «πιάτου», οπότε έβγαζε μια βροχή από σπίθες που έπεφταν στο «πιάτο» όπου υπήρχε μια δόση πυρίτιδας για «προσάναμμα». Αυτή η πυρίτιδα αναφλεγόταν και έστελνε μια φλόγα μέσα στην κάννη, στην κύρια γόμωση. Η μαύρη πυρίτιδα του καριοφιλιού επέβαλλε και μια μακρινή κάνη, ώστε να δώσει χώρο και χρόνο στην πυρίτιδα να αναπτύξει την πλήρη προωθητική της δύναμη.
 (καουμπόικο) τουφεκοπίστολο με μηχανισμό πυροδότησης Lefaucet
 
 Ελληνική ασημένια επίχρυση πιστόλα, circa 1820

Ελληνική ασημένια επίχρυση πιστόλα, circa 1820

Ελληνική ασημένια επίχρυση πιστόλα, circa 1820
 Απίστευτης ποιότητας και τέχνης ελληνικό ασημένιο καριοφύλι, γιαννιώτικη τεχνική, με τους ελληνικούς ρόδακες στο κοντάκι. Εξαιρετικά σπάνιο. Δεύτερο ήμισυ 18ου αιώνα. 




 Ασημένια Σουλιώτικη πιστόλα, αποκαλούμενη "ποντικοουρά", circa 1770. Μηχανισμός φωτιάς "παπαγαλάκι".








  Ασημένια επίχρυση ελληνική πιστόλα, διακοσμημένη περίτεχνα από σαβάτι, circa 1830. Διακρίνεται το όνομα κτήτορα.




Περίτεχνης ομορφιάς σκάλισμα, με σαβάτι, ασημένια επίχρυση ελληνική πιστόλα, circa 1830.




 Τουφέκιο Ottoman Empire, περίτεχνο ασημένιο σκάλισμα στην κάννη και στην φωτιά του όπλου, διακοσμημένη από ελαφαντόδοντο και φίλντισι (mother of pearl). Circa 1770
Εξαιρετικά σπάνιο επίχρυσο ελληνικό καριοφύλι, μορφολογία "ψαράκι", περίτεχνο σκάλισμα, τέλος 18ου αιώνα.






Ασημένια επίχρυση πιστόλα, αρχές 19ου αιώνα.
Ασημένια επίχρυση πιστόλα, τέλος 18ου αιώνα. Περίτεχνο σκάλισμα από χρυσό στην κάννη και στην φωτιά του όπλου. 

Ασημένια επίχρυση πιστόλα, τέλος 18ου αιώνα.
 Εξαίρετης ομορφιάς ελληνικό ασημένιο καριοφύλι αποκαλούμενο "Νταλιάνι", τέλος 18ου αιώνα. Τύπου "ψαράκι". 

 Ασημένια επίχρυση πιστόλα, τέλος 18ου αιώνα.

 Ελληνική ασημένια επίχρυση πιστόλα, αρχές 19ου

Εξαιρετικά σπάνιο επίχρυσο ελληνικό καριοφύλι, μορφολογία "ψαράκι", περίτεχνο σκάλισμα, τέλος 18ου αιώνα. 






 Ασημένια επίχρυση πιστόλα, τέλος 18ου αιώνα.


Ασημένια επίχρυση πιστόλα, τέλος 18ου αιώνα.

 Ασημένια επίχρυση πιστόλα, αρχές 19ου αιώνα.


Ελληνικό ασημένιο “ψαράκι” καριοφίλι, Γιαννιώτικη τέχνη, με ελληνικούς ρόδακες στο κοντάκι.


 Περίτεχνης ομορφιάς σκάλισμα, με σαβάτι, ασημένια επίχρυση πιστόλα, αρχές 19ου αιώνα.
 

Περίτεχνης ομορφιάς σκάλισμα στην κάννη και στην φωτιά του όπλου, από χρυσό, ασημένια Σουλιώτικη πιστόλα, δεύτερο ήμισυ 18ου αιώνα. Μηχανισμός "παπαγαλάκι"
 

Ασημένιο εξαιρετικά σπάνιο Σουλιώτικο καριοφύλι, μορφολογία "Τ", circa 1870 
 
 
 

Πάλες, γιαταγάνια, μαχαίρια

 

Πάλα
Οι πάλες είναι οθωμανικές σπάθες τις οποίες κρεμούσαν οι αγωνιστές στην αριστερή πλευρά τους και αποτελούσαν το βασικό επιθετικό τους όπλο. Οι πάλες αποτελούνται από μια φαρδιά και μακριά λεπίδα, η οποία λεπταίνει στο κέντρο της και φαρδαίνει ξανά στο άκρο της. Η καμπύλη που έχει είναι ιδιαίτερα έξυπνη καθώς κατανέμει σωστά το βάρος του όπλου κάνοντάς το ιδιαίτερα εύχρηστο, παρά το μεγάλο του μήκος. Το υλικό κατασκευής της λάμας είναι το ατσάλι για μεγαλύτερη αντοχή, είτε ακόμα και η δαμασκηνή ατσάλινη πλέξη. Οι λαβές τους είναι συνήθως κατασκευασμένες από κόκαλο ή ξύλο. Τέλος, η θήκη της πάλας κατασκευαζόταν από ξύλο και ντυνόταν με μεταλλικά μέρη και δέρμα. Αρκετά συνηθισμένος συνδυασμός για την εποχή ήταν το ντύσιμο της θήκης με μέταλλο στο επάνω μέρος, στη μέση με δέρμα και στο τέλος πάλι με μέταλλο.
Γιαταγάνι
Τα γιαταγάνια είναι πλατιά και κυρτά οθωμανικά σπαθιά. Η ονομασία τους σημαίνει "αυτό που σε ξαπλώνει" ή "αυτό που σε κοιμίζει".
 
 
Ηπειρώτικο μαχαίρι, φέρει ημερομηνία που αναγράφει "1809". Με Σαβάτι ασήμι, αναγράφει όνομα χριστιανού κατόχου.

Ηπειρώτικο μαχαίρι από ασήμι, των τελών του 18ου αιώνα.

Ασημένιο κρητικό γιαταγάνι, των αρχών του 1800.
Ασημένιο ελληνικό γιαταγάνι από Σαβάτι.
Ασημένιο κρητικό μαχαίρι με ελαφαντόδοντο.
Ασημένιο κρητικό γιαταγάνι.
Οθωμανική αυτοκρατορία. Νεσεσέρ, με δύο μαχαιράκια, που φέρει ντουράδες.
Ασημένιο ηπειρώτικο μαχαίρι.
Κρητικό μαχαίρι από ελεφαντόδοντο.
Ρωσικό ασημένιο σπαθομάχαιρο.
Ασημένιο ηπειρώτικο μαχαίρι.
Κρητικό γιαταγάνι. 
Ασημένια πάλα, άριστη κατάσταση, τέλος 18ου αιώνα. 
Ασημένια πάλα, τέλος 18ου αιώνα. 
Φαρδιά ασημένια πάλα, με ελληνική επιγραφή στην θήκη και στην λάμα και όνομα κτήτορα. Από Χανιά Κρήτης. Τέλος 18ου αιώνα -η επιγραφή είναι αρχές 19ου. 
Λεπτή επίχρυση πάλα, με όμορφο χειροποίητο azure κάλυμμα θήκης. Τέλος 18ου αιώνα.
Ασημένια πάλα, τέλος 18ου αιώνα. 
Φαρδιά ασημένια πάλα, τέλος 18ου αιώνα. 
Ασημένιο κρητικό γιαταγάνι, τέλος 17ου, αρχές 18ου αιώνα. 
Ασημένιο κρητικό γιαταγάνι, τέλος 18ου, αρχές 19ου αιώνα. Διακρίνεται όνομα κτήτορα.
Ασημένιο γιαταγάνι, περιοχής Σαφράμπολι, επενδεδυμένο με κοράλια, δεύτερο ήμισυ 18ου αιώνα. 

Ασημένιο κρητικό γιαταγάνι, τέλος 18ου αιώνα. 
Ασημένιο γιαταγάνι, αρχές 18ου αιώνα. 

Ασημένιο γιαταγάνι, περιοχής Σαφράμπολι, επενδεδυμένο με κοράλια, λαβή από ελεφαντόδοντο, δεύτερο ήμισυ 18ου αιώνα.


Ασημένιο γιαταγάνι, περιοχής Σαφράμπολι, επενδεδυμένο με κοράλια, δεύτερο ήμισυ 18ου αιώνα.


 Ασημένιο γιαταγάνι, circa 1820.

Απίστευτης ομορφιάς, ποιότητας και σπανιότητας, ελληνική ασημένια πάλα, διακοσμημένη από σαβάτι,τέλος 18ου αιώνα. Εξαιρετικά σπάνια. 


Μοναδική ασημένια πάλα, εξαιρετικής ποιότητας, δεύτερο μισό 18ου αιώνα.


Ασημένιο χατζάρι, λαβή από ελεφαντόδοντο, τέλος 18ου αιώνα.


Απίστευτης ομορφιάς και ποιότητας ασημένιο ρώσικο μαχαίρι, τέλος 18ου αιώνα.


Μαχαίρι Ottoman Empire, ασημένιο, τέλος 18ου αιώνα.


Ηπειρώτικο ασημένιο μαχαίρι, τέλος 18ου αιώνα.


Ηπειρώτικο ασημένιο μαχαίρι, τέλος 18ου αιώνα.


Εξαιρετικά σπάνιο ασημένιο επίχρυσο νεσεσέρ, φέρον τρία εγχειρίδια στην θήκη του. Τέλος 18ου αιώνα.


Ασημένιο χατζάρι, τέλος 18ου αιώνα.


Ρωσικό ασημένιο μαχαίρι, τέλος 18ου αιώνα, με λαβή από ελεφαντόδοντο. 

 

 

Philhellenic Clocks

  "Φιλελληνισμός" είναι ένας όρος που μαρτυρείται από το 1761. Από τα τέλη του 18ου αιώνα δήλωνε την ιδεολογική και πολιτική κίνηση, που αναπτύχθηκε κυρίως στις ευρωπαϊκές χώρες και στην Αμερική και αποσκοπούσε τόσο στην ηθική όσο και στην υλική ενίσχυση του ελληνισμού κατά την Τουρκοκρατία και κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821. Ο Φιλελληνισμός εκδηλώθηκε με ποικίλους τρόπους. Ταυτόχρονα και με άλλες δράσεις οργανώθηκαν δημοσιογραφικές εκστρατείες ενημέρωσης σχετικά με τον Αγώνα από τον Τύπο, τυπώθηκαν λιθογραφίες και κυκλοφόρησαν στο εμπόριο αντικείμενα καθημερινής χρήσης που απεικόνιζαν σχετικές παραστάσεις με τον ελληνικό Αγώνα, όπως πιάτα και επιτραπέζια ρολόγια αλλά και απεκονίσεις πάνω σε πιο εφήμερα προϊόντα όπως σαπούνια και αρώματα.
   παρουσίαση "Φιλελληνικών ρολογιών", δηλαδή γαλλικών ρολογιών της περιόδου 1825-1870, όλα επιτραπέζια με εκκρεμές, τα οποία είναι διακοσμημένα με φιλελληνικά έργα και μετέφεραν στα γαλλικά αστικά σπίτια τα μηνύματα της ελληνικής Επανάστασης. Τα συγκεκριμένα ρολόγια κατασκευάζονταν από φιλέλληνες Γάλλους καλλιτέχνες και τα περισσότερα είναι μπρούτζινα και επιχρυσωμένα. Η διάθεσή τους στη γαλλική αγορά γινόταν με σκοπό την ενίσχυση της ελληνικής Επανάστασης με χρήματα και πολεμοφόδια. 
 

                            Antiques House


                            Antiques House


                            Antiques House



                                          Antiques House



                                              Antiques House

 

Πέμπτη 8 Μαΐου 2014

ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΙ ΚΙ Η ΓΟΥΡΟΥΝΑ

 

A.G. DECAMPS (1803-1860)Σκηνή μάχης μεταξύ Ελλήνων και Τούρκου,υδατογραφία, 24 x 33 εκ.

             Κάποτε, λέγανε όταν σε τούτο εδώ τον τόπο όταν ήσαντε οι Αγαρηνοί Τούρκοι και όποτε τους καπίνιζε, μπαίνανε στα χωριά και σκοτώνανε όποιον θέλανε και παίρνανε τ’ αρσενικά παιδιά και τα τσουπιά και ούλα τα καλούδια που είχε ο καθένας φτωχός στο κονάκι του, δηλαδής ζωντανά, λάδια, στάρια, τυριά, φασούλια, ψωμί, σκουτιά και ότι άλλο βρίσκανε στη διάβα τους. Μάτι μου δεν μπόργιε να τους αμποδίκει κανείς, τρέμανε ούλοι στη διάβα τους.

Μια φορά σ’ ένα από τα δικά μας χωριά, το πιο είναι δεν το ξέρω. 
Μου ’λεγε η βάβα μου, ότι πήγανε σ’ ένα φτωχό κονάκι να πάρουνε το βιος.
 Ήσαντε δυο Τούρκοι, όμως ο νοικοκύρης του σπιτιού, που τον λέγανε Αρκουδόγιαννη, είχε παλιό νταραβέρι με δαύτους και που το ’λεγε η περδικούλα του, τα ’μπηξε και τους είπε ότι είναι φτωχός έχει μα λυκουνιά παιδιά και δεν έχει όχι μονάχα τσουρούλι αλλά ούτε κόρα να τα θρέψει. 
Τα παλιοζαγάρια, του ’πανε ότι δεν θέλουνε ζορμπαλίκια και ντράβαλα και να μεριάσει από μπροστά τους για να μπούνε στη παλιοχαμοκέλα του, ευτούνος δεν εμέριαγε με τίποτα. 
Τότενες εκείνοι, τον τσακώσανε από τον λαιμό, του δώκανε μια τιναξιά, τον πετάξανε χάμου και τηράξανε με το στανιό να σπάσουνε την πόρτα της παλιοχαμοκέλας.
 Ευτούνος, παιδάκι μου, δεν το ’βαλε κάτου, τράβηξε την πιστόλα του, σακάτεψε τον ένα και τον άλλονε τον ξεκοίλιασε, με το μαχαίρι του.
 Οι γειτόνοι του, που τηράγανε πίσω από τα παρεθύρια των σπιτιώνε τους, σάματις είδανε αυτό το τρανό φονικό, που έγινε στο χωριό τους, χεστήκανε από την τρομάρα τους και το δειλινό μαζωχτήκανε ούλοι και βγάλανε μια γνέμη, να πάνε ταχιά στο τρανό χωριό να βρούνε τον αγά και να του πούνε το και το, δηλαδής πως έχουνε τα πράματα.
 Ο αφέντης, μόλις τους αγροίκησε, αγρίεψε και έγινε θεριό ανήμερο, τους διοβολόστειλε από το σαράγι του και τους είπε, ότι άμα δεν του παραδώκουνε σε τρεις ημέρες τον φονιά, θα κάψει το ούλο χωριό.

Ευτούνοι, τηράξανε να μαλακώσουν μια σταλιά τα πράματα και ζητήξανε από τον αγά να τους ξαπολύσει με κάμποσους από τους δικούς του, για να πάνε να τσακώσουνε τον φονιά, και να τον φέρουνε μπροστά του, η το κεφάλι του στον ντορβά, γιατί καθώς μολογάγανε ούλοι τους, ο Αρκουδόγιαννης, ήτανε τρανός παλικαράς, ορέ, σκυλί ατάϊγο.
Ο αγάς, που απ’ το στόμα έσταζε παρμάκι, το σκέφτηκε και την άλλη μέρα προτού καλά χαράξει, έστειλε τ’ ασκέρτς με καμιά ’κοσαριά τσογλάνια Τούρκους.
 Όταν ο Αρκουδόγιαννης τους είδε από μακριά να ξαγναντίζουνε στο χωριό, το ’μπηξε στα πόδια και χώθηκε μες στα μπεντένια της Γκάπελης.
Τότενες, ευτούνος ο διαβολοτσαούσης έδωκε διάτα τα τσογλάνια να πάνε στο κονάκι του Τσιλόγιαννη και να φέρουνε τη σκύλα την κυρά του μ’ ούλα του, τα τσορομπίλια του. 
Σάματις διαβήκανε στο κονάκι, γυρίσανε άπραγοι γιατί του είπανε ότι την είδανε από μπονώρα να συμμαζώνει τα κατσιμπουχεράκια της και να σκαπετάει και ευτούνη προς τη Γκάπελη, παίρνοντας τα πλάγια. 
 Τότενες ο τσαούσης πήρε τ’ ασκέρτς καβαλήκανε τ’ άλογα, αμποληθήκανε να τηνε κυνηγάνε. Σε μια σουρσά από ζωντανά στο στρατί, είδε αχνάρια της Φιλιώς και κανά δυο- τρία από τσορομπίλια που ήσαντε από τρίο χρονών μέχρι δέκα πάνου – κάτου, να τραβάνε προς τ’ απάνου, ντουγρού για την Γκάπελη.
Μόλις σκαλώσανε στο σκαλί και ξανάφανε στη Γκάπελη, βαρέσανε τ’ άλογα ντουγρού να την προκάνουνε, εκείνη όμως είχε προκάμει να τρουπώσει μέσα στα ρουμάνια και είχε γίνει χαϊτή. 
Ο τσαούσης, έδωκε διάτα στους άντρες του, να απλωθούνε και να το πάρουνε με το χτένι,  μέχρι να βρούνε την γυναίκα με τα παιδιά. 
Τους είπε να μην τους σκοτώσουνε αλλά να τους πιάσουνε ζωντανούς και να τους πάνε πεσκέσι στον αγά.
 Όμως πουθενά η Γιαννιά με τα παιδιά, χαϊτή, λες και άνοιξε η γη και την κατάπιε. 
Η δόλια Φιλιώ, που νόγαγε καλά τι έφκιανε, σούρνοντας τα παιδιά της σε μια μεριά που είχε κλείσει ο τόπος, από δασιά ρουπάκια και φτερίνα, τρούπωσε μέσα σαν το ζούδι, νόμιζε η μαύρη, ότι εκεί θα σωθεί και θα γλιτώσει τ’ άμοιρα παιδιά της.
 Μόλις είδε τους Τούρκους να κοντοζυγώνουνε, που ψάχνανε μέσα στα ρουμάνια, από τον φόβο της μαλινάρισε, τήραξε στον ουρανό και έκανε τον σταυρό της.
 Τα παιδιά της κι εκείνα αν και ήτανε Αλωνάρης μήνας, τα μαύρα τρεμουλιάζανε από τον φόβο τους και δεν βγάνανε τσιμουδιά.
 Εκείνη, είπε στα τρανύτερα να κάτσουν χάμου, τ’ αγκάλιασε και τους έκανε γνέμα να μην μιλάνε και έκλεισε τα στόματα των δυο μικρώνε με το τσεμπέρι της, πάλενες έκανε τον σταυρό της και μουρμούρισε:
-«Παναγία μου Παρθένα μου, ας σκοτώσουνε εμένανε, αλλά σώσε μου τα δόλια τα παιδάκια μου, εφτούνα δεν φταίνε σε τίποτις». 
ARY SCHEFFER (1795-1858) (;)Έλληνες αγωνιστές αναπαύονται σε βουνοκορφή,υδατογραφία, 32 x 37,5 εκ.
 Ξανάκαμε τον σταυρό της, σφάλισε τα φωτερά της, και περίμενε πότε θ’ ακουστεί η κακιά μπαταριά που θα τους απόκαμε.
Μόλις κοντοζυγώσανε οι άπιστοι, εκεί που είχε τρουπώσει η κουρούνα, η Φιλιώ, αγροικήσανε κάμποσα χαρτσαλέματα στα λιανάδια και στα χαμόκλαδα και στα ξερά φύλλα.
 Τότενες τρουπώσανε μέσα στα ρουπάκια και με τα χατζάρια τους μεριάγανε τα κλαριά. 
Σε μια στιγμή από εκείνη την μεριά, προγκήξανε και πεταχτήκανε τρομαγμένα κάνα τεσσάρι γουρνόπλα και μια γουρούνα. 
Μόλις τα είδανε οι άπιστοι, για μια στιγμή κοντοσταθήκανε και τα χάσανε, αλλά μιας και η αφεντιά τους, δεν τρώνε τα γουρούνια, δεν τα πειράξανε και τ’ αφήκανε να σούρουνε παρέκεια. Αν και ήσαντε τσαντισμένοι, γελάσανε με το τερτίπι που πάθανε, κάτι μουρμουρίσανε στα τούρκικα και τραβήξανε ακόμη πιο πέρα, ψάχνοντας σ’ άλλο ρουμάνι και δεν σώσανε να ματαγυρίσουνε στην ίδια την μεριά που είχε φωλιάσει η μαύρη Φιλιώ με τα παιδιά της.
 Όταν γύρισε η μέρα και κοντοζύγωνε να γείρει ο ήλιος, οι Τούρκοι γυρίσανε στο χωριό άπραγοι, γινωμένοι αγραπίδι από τον θυμός τους, που δεν μπορέσανε να τσακώσουνε κανένανε. Όχι μόνο αυτό, αλλά τι θα λέγανε του λόγου τους, στον αγά το δείλι που θα ματαγυρίζανε στο κονάκι του.
Ο μαύρος Αρκουδόγιαννης, είχε τα μάτια του δεκατέσσερα απ’ αλάργα- αλάργα, όση ώρα γινόσαντε ευτούνα τα πράματα, παραμόνευε τους τουρκαλάδες σαν τον λύκο.
 Το τι είχε στην κούτρα του άμα τσακώνανε την γυναίκα του και τα παιδιά του μόνο εκείνος ξέρει. 
Σάματις τους είδε να φεύγουνε, βάλθηκε να ξετρουπώσει την γυναίκα του και τα παιδιά του, όμως τίποτα. Την καλούσε με σουρλιχτά, που τα ήξερε κι εκείνη, την φώναζε, αλλά τζάμπα. Κόντευε ο μαύρος να μουρλαθεί μπίτι, ο ήλιος έπεφτε και θελά σούρπωνε και τότενες θα σκουραίνανε τα πράματα.
 Εκεί που γυρνοβόλαγε μουρλαμένος, τηράει μπροστά του, κάμποσα γουρνόπλα να πιλαλάνε μέσα στα δέντρα και πίσω μια γουρούνα αγάλια – αγάλια, να τραβιέται ξοπίσω τους, παραξενεύτηκε και είπε από μέσα του:
-Τίνους στον διάβολο να είναι εφτούνη η γουρούνα, που φουρλατίζει μες το ντάβανο στην Γκάπελη;
Όμως εκείνη την α το μυαλό του, ήτανε που να βρει την φαμίλια του. 
Μετά από λίγο, ματαγύρισε εκεί που χάθηκε η γυναίκα με τα παιδάκια του, γιατί σούρπωνε και στη μεριά που είχε δει την γουρούνα, τηράει και τι να ιδεί, τα παιδιά του να ’ρχόνται πιλάλα και ξοπίσω η κερά του, σαν τα γουρνόπλα με την γουρούνα.
 Ο μαύρος τα ’χασε, δεν νόγαγε τι του γινότανε. 
Τι τον ήθελες όμως, πέταγε ο δόλιος στα σύγνεφα από χαρά. 
Πήρε στην αγκαλιά τα παιδιά του και την γυναίκα του, έκλαιγε και το δάκρυ του ροβάλαγε κορόμηλο, από χαρά που γλιτώσανε από τους μαγαρισμένους τουρκαλάδες.
 Ρώτηξε την γυναίκα του, τι έγινε και εκείνη του τα ’μολόγησε ούλα το και το, μέχρι που έκανε τον σταυρό της και έκλεισε τα μάτια της, αλλά σάματις λάγιασε από την κούρα πρέπει να γλάριασε και να κοιμήθηκε, και ότι τώρα μόλις ξύπνησε από τις φωνές του άνδρα της. 
Ο Γιάννης κατάλαβε ότι είχε γίνει κάποιο τρανό θάμα. 
Τήραξε απάνου κατά τον Θεό, έκαμε τον σταυρό του, άρπαξε τη Φιλίτσα και τα παιδιά του και ξεκουμπίστηκε για ξένο κι αλαργινό τόπο, δίχωτις να ειπεί σε κανένανε κατά πούθενες έσαξε, αλλά ούτενες που ξαναπάτησε στο χωριό.
 Κάμποσα χρόνια μετά, μολογάγανε ότι ακούστηκε από κάποιονε τσαμπάση, ότι ο Αρκουδόγιαννης ήτανε τσοπάνης στους Φλιγκαίους[1] που ήσαντε παλιοί κουμπάροι του παππούλη του, πέρα στου Φονιά[2], μαζί με τη Φιλιώ και τα παιδιά του.
Λεξιλογιο:
Αμποδάω, = εμποδίζω.
Ασκέρι, το = (τουρκ.) στρατός.
Αχνάρι, το = ίχνος ποδιού, πατημασιά.
Βάβα, η =  γιαγιά.
Γκάπελη, η = Κάπελη, (παραφρασμένη λέξη), το δρυοδάσος εδώ αναφέρεται της Φολόης.
Γνέμα, το = νόημα.
Δαύτους, = αυτούς
Ζούδι, το = το αγρίμι.
Ζορμπαλίκι, το = αυταρχική και καταπιεστική συμπεριφορά, αυθαιρεσία. 
Καπίνιζε, (τοπική διάλεκτος) = ήθελε, έκρινε.
Κατσιμπούχερας, ο = καλικάντζαρος (τοπική διάλεκτος).
Κούρα, η = κούραση.
Λιανάδια, τα = τεμάχια από νεαρά κλαδιά.
Λυκουνιά, (τοπική διάλεκτος) = ομάδα α από πεινασμένα λυκόπουλα (εδώ παιδιά).
Μαγάρα, η = βρομιά, ιδίως από περιττώματα, άνθρωπος ανήθικος, ανέντιμος και κακός, παλιάνθρωπος.
Μαλινάρισε, = τρομοκρατήθηκε.
Μπίτι, = τελείως. 
Μπονώρα, = πολύ πρωί, νωρίς, γρήγορα.
Μπόργιε, = μπορούσε.
Νογάω, = γνωρίζω, ξέρω.
Ντάβανος, ο = ο καύσωνας.
Νταραβέρι, το = ( τουρκ.) πάρε δώσε, υπόθεση.
Ντουγρού, = (τουρκική dogru) κατευθείαν, χωρίς διακοπή, αδιάκοπα, ολόισια.
Ντράβαλα, = ( τουρκ.) φασαρία, μπελάς.
Ξεκουμπίζομαι, = εξαφανίζομαι, φεύγω.
Παρμάκι , το = φαρμάκι, δηλητήριο.
Πιλάλα, = τρέχοντας.
Ρουπάκια, τα = πυκνοφυτρωμένα νεαρά δένδρα δρυς (βελανιδιάς).
Σκαπετάω, = χάνομαι στον ορίζοντα, καταπίνω.
Σκουραίνω, = εδώ σημαίνει δυσκολεύω.
Σουρλιχτό, το = το σφύριγμα (τοπική διάλεκτος).
Στανιό, = βία.
Τερτίπι, το = (τουρκ.) πάθημα.
Τρανύτερος, ο = μεγαλύτερος.
Τσορομπίλι, το = (τουρκ.) το μικρό παιδί.
Τσουρούλι, το = (τουρκ.) κομμάτι από ψωμί.
Φουρλατίζω, = γυρνοβολάω, περιφέρομαι.
Φτερίνα, η = φτέρη
Χαμοκέλα, η = ισόγειος αποθήκη (εκ του χάμου= ισόγεια,  καταγής [τοπική λέξη] + κελί- κελάρι).
Χαρτσάλεμα, το = ψάχνω για κάτι, κίνηση μέσα σε κλαδιά ή ξερά φύλλα.
Απομαγνητοφωνημένο κείμενο, καταγραφή Ηλίας Τουτούνης. Στο κείμενο, φαίνεται καθαρά η αποτύπωση της τοπικής διαλέκτου. 



[1] Φλίγκος, οικογένεια από τον Φενεό τσελιγκάδες.
[2]Φονιά, κατά πάσα πιθανότητα λεκτική παραφθορά του Φενεού. Η Φενεός ήταν πόλη-κράτος της αρχαίας Αρκαδίας, σήμερα διοικητικά ανήκει στο νομό Κορινθίας. Ήταν από τις μεγαλύτερες και σπουδαιότερες πόλεις της Αρκαδίας, βρισκόταν σε πλούσια πεδιάδα που την διέσχιζαν οι ποταμοί Όλβιος και Δόξας, όταν τα ποτάμια αυτά κατέβαζαν πολύ νερό η πεδιάδα δεν πλημμύριζε, αφού τα νερά τους έβρισκαν διέξοδο στις καταβόθρες. Τα νερά αναδύονταν ξανά μετά από μεγάλη απόσταση, εκεί που ήταν και οι πηγές τουΛάδωνα.  Ορεινός οικισμός με υψόμετρο 340μ. αποτελείται από δύο ακόμα οικισμούς, Βίλια και Λούζι. Βρίσκεται στο βόρειο τμήμα της λεκάνης της Φενεού, στις νότιες πλαγιές της κορυφής Στρογγυλοβούνι. Στην ευρύτερη περιοχή του οικισμού βρίσκονται και τα ερείπια της αρχαίας πόλης Φενεός.

Πηγή:www.antroni.gr