Σελίδες

Translate

Τρίτη 15 Απριλίου 2014

Κρατσάιζεν Καρλ (1794–1878) Ο ζωγράφος των αγωνιστών του ’21

                        Κρατσάιζεν Καρλ (1794–1878) 



Ο φιλέλληνας Καρλ Κρατσάιζεν, ένας αυτοδίδακτος ζωγράφος, ήταν ο άνθρωπος που γνώρισε από κοντά τους ηρωικούς αγωνιστές, σχεδίασε τη μορφή τους και αφού τους απαθανάτιζε ζητούσε να βάλουν την υπογραφή τους στο έργο του ως πιστοποιητικό αυθεντικότητας. Σιγά σιγά δημιούργησε ένα πάνθεον αθανάτων. Ανάμεσά τους πυρπολητές, καπεταναίοι, οπλαρχηγοί και προεστοί. Σήμερα μια σειρά από λιθογραφίες μας επιτρέπουν να γνωρίζουμε την αληθινή όψη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, του Νικηταρά, του στρατηγού Μακρυγιάννη, του Ανδρέα Μιαούλη, του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου αλλά και των Τομπάζη, Κουντουριώτη, Ζαΐμη, Σισίνη και πολλών άλλων αγωνιστών. Ο υπολοχαγός Καρλ Κρατσάιζεν βρέθηκε στην Ελλάδα ως εθελοντής στο βαυαρικό εκστρατευτικό σώμα, ενώ παράλληλα κατέγραφε με τον δικό του τρόπο τις εξελίξεις στα μέτωπα του αγώνα.

Έφτασε στην Ελλάδα το 1826 και άρχισε να αποτυπώνει τις εικόνες και τα πρόσωπα που έβλεπε άλλοτε στο Ναύπλιο, τα Αμπελάκια Σαλαμίνας, την Κόρινθο και την Αττική με κορυφαία ίσως αναφορά τη Μάχη στον Ανάλατο. Είχε μάλιστα συμμετάσχει στην πολιορκία της Αθήνας και της Ακρόπολης (Μάρτιος – Απρίλιος 1827). Στη διάρκεια αυτής της μάχης σκοτώθηκε ο Καραϊσκάκης, το πρόσωπο του οποίου σχεδίασε λίγο πριν τον κτυπήσει το μοιραίο βόλι. Συνολικά σχεδίασε 91 έργα, ανάμεσά τους υδατογραφίες, τοπία, αρχαιότητες, πολεμικές συνθέσεις και βέβαια οι προσωπογραφίες των πρωταγωνιστών του 21. Τα περισσότερα έργα έγιναν με μολυβί και σε χαρτί μικρού μεγέθους.


 Επιστρέφοντας στη Γερμανία ο Κράτσαϊζεν λιθογράφησε τα σχέδιά του και τα κυκλοφόρησε, από το 1827 έως το 1831, σε επτά λευκώματα με το γενικό τίτλο Bildnisse ausgezeichneter Griechen und Philhellenen nebst einigen Ansichten und Trachten. Nach der Natur gezeichnet und herausgegeben von Karl Krazeisen (Προσωπογραφίες των διασημοτέρων Ελλήνων και Φιλελλήνων, μαζί με μερικές απόψεις και ενδυμασίες σχεδιασμένες εκ του φυσικού και δημοσιευμένες από τον Καρλ Κράτσαϊζεν). Το καθένα από αυτά περιείχε 3- 4 πορτρέτα και ένα ή δυο ελληνικά τοπία. Τα λευκώματα έγιναν πολύ δημοφιλή την εποχή εκείνη, εν είδει πολεμικής ανταπόκρισης, και παρά το λιτό και σχετικά απλοϊκό τους χαρακτήρα αποτέλεσαν βάση για πολλά πορτρέτα των επαναστατών που εμφανίστηκαν αργότερα.


Κρατσάιζεν Καρλ - Το Παλαμήδι με �να τμήμα του Ναυπλίου.
Κρατσάιζεν Καρλ - Το Παλαμήδι με ένα τμήμα του Ναυπλίου.
Στις εικόνες αυτές μετέπειτα βασίστηκαν κορυφαίοι ζωγράφοι όπως ο Πίτερ Φον Ες και ο Θόδωρος Βρυζάκης. Στο πέρασμα του χρόνου τα έργα του έπεσαν στη λήθη και ξεχάστηκαν μέχρι το γύρισμα του αιώνα, όταν κάπου στα 1900 ένας κληρονόμος του Βαυαρού ζωγράφου ενημέρωσε για το μοναδικό αυτό αρχείο τον Νικόλαο Γύζη, ο οποίος του συνέστησε να το παραχωρήσει στο Μουσείο των Αθηνών.
 Πιο συγκεκριμένα, μετά τον θάνατο του Κρατσάιζεν, το 1878, η συλλογή πέρασε στα χέρια της κόρης του Μαρίας, την οποία μετέπειτα κληρονόμησε ο σύζυγός της Ιον Φετώφ, καθηγητής ρωσικής καταγωγής, ο οποίος δίδασκε στο Βερολίνο και μετά στο Γαλάτσι της Ρουμανίας.

Ήταν πλέον Φεβρουάριος του 1926, όταν ο κληρονόμος της συλλογής κατέθεσε το ιστορικό της και ενημέρωσε επίσημα το ελληνικό προξενείο στο Γαλάτσι. Λίγο καιρό αργότερα με ένα άρθρο του ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου προέτρεπε την ελληνική κυβέρνηση να αγοράσει το κληροδότημα. Έτσι τελικά έναντι 200.000 δραχμών τα έργα του Κρατσάιζεν επέστρεψαν στον τόπο όπου είχε εμπνευστεί τη δημιουργία τους και δόθηκαν στην Εθνική Πινακοθήκη.

Πηγή

  • Ένθετο περιοδικό « Επτά Ημέρες », Εφημερίδα, Καθημερινή 25 Μαρτίου 2003, (Μαριλένα Κασιμάτη). 
  • Αργολική αρχειακη βιβλιοθήκη ιστορίας και Πολιτισμού 

  • Ναός Απόλλωνος, αρχαία Κόρινθος

    Ανδρέας Ζαΐμης (1791 - 4 Μαΐου 1840 Έλληνας αγωνιστής του 1821, γόνος της ιστορικής οικογένειας των Ζαίμηδων που διετέλεσε αργότερα πρωθυπουργός της νεοσύστατης Ελλάδας.
    Κίτσος Τζαβέλλας

                      ( Σουλιώτης αγωνιστής, μετέπειτα στρατηγός, υπουργός και πρωθυπουργός)

    Γεώργιος Καραϊσκάκης
                           Γεννήθηκε στο    Μαυρομμάτι Καρδίτσης ή σύμφωνα με άλλες πηγές σε ένα      μοναστήρι στη Σκουληκαριά Άρτας.Αρματωλός και στρατηγός της επανάστασης.

    Γεώργιος Μαυρομιχάλης
                 Μανιάτης φιλικός και αγωνιστής ,γιός του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Φέρεται ως ένας από τους δολοφόνους του Ι. Καποδίστρια και για το λόγο αυτό εκτελέστηκε.


    Κωνσταντίνος Νικοδήμος.Πυρπολητής και συγγραφέας της ιστορίας των Ψαρών. Ψαριανός αγωνιστής του 1821, τελειοποίησε το πυρπολικό και πήρε μέρος στη ναυμαχία δίπλα στο  Τρίκερι  και στη ναυμαχία της Λέσβου, όπου έκαψε τουρκική κορβέτα. Μετά την απελευθέρωση παρέμεινε στο ναυτικό, εκλέχτηκε μέλος στο Συμβούλιο της Επικρατείας και γερουσιαστής. Ανέλαβε πολλές φορές υπουργός των ναυτικών.

    Γεώργιος Κουντουριώτης
                          Υδραίος,  πρόεδρος του Νομοτελεστικού στο Μεσολόγγι, το 1824. Επί Καποδίστρια διετέλεσε μέλος του Πανελληνίου, ενώ στη συνέχεια διετέλεσε γερουσιαστής, σύμβουλος Επικρατείας και υπουργός Ναυτικών. Το 1848 διορίστηκε στην θέση του πρωθυπουργού.

     Νικήτας Σταματελόπουλος ή Νικηταράς ή Τουρκοφάγος  από την Νέδουσα Ταϋγέτου, ανηψιός του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη
    Κων/νος Κανάρης
     Ο Κωνσταντίνος Κανάρης, Ψαριανός , ναύαρχος και πολιτικός ,  πέντε φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας.

    Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
                      Αρχιστράτηγος και ηγετική μορφή της επανάστασης, από το Λιμποβίτσι Καρύταινας, πολιτικός πληρεξούσιος, σύμβουλος της Επικράτειας. Έμεινε γνωστός και ως Γέρος του Μοριά.


    Ιάκωβος Τομπάζης
                                            Ο  πρώτος ναύαρχος του Υδραϊκού στόλου.


    Ιωάννης Μακρυγιάννης ( από το Κροκυλείο Δωρίδας, αγωνιστής της Ελληνικής Επανάστασης του 21, στρατιωτικός και πολιτικό πρόσωπο μετά τη δημιουργία του ελεύθερου ελληνικού κράτους. Ήταν επίσης αυτοδίδακτος και οψιμαθής συγγραφέας απομνημονευμάτων.
    Γεώργιος Σισίνης
                        ( Πρόκριτος της Γαστούνης Ηλείας, Φιλικός.Κήρυξε την επανάσταση στην Ηλεία)

    Ανδρέας Μιαούλης
                        ( Υδραίος καπετάνιος, διοικητής και ναύαρχος του ελληνικού στόλου)

    Πρόσφυγες του Αγώνα στην Αίγινα.
    Σπίτι στην Αίγινα

Το 1821 στην τέχνη .

Πέτερ φον Ες (1792–1871), ο Αλέξανδρος Υψηλάντης περνάει τον Προύθο και ξεκινά την επανάσταση των Ελλήνων
Η μάχη στα Δερβενάκια, Θεόδωρος Βρυζάκης
Η Μαντώ Μαυρογένους, λιθογραφία του Adam Friedel, 1827.
Θεόδωρος Βρυζάκης, πολεμική σκηνή
Ανδρέας Γεωργιάδης, Το φίλημα του Ιμπραήμ, στο νεκρό Παπαφλέσσα
Καπετάν Γκούρας, Φίλιππος Μαργαρίτης
Χαράλαμπος Παχής, Ρήγας Φεραίος

ο ΄Ορκος του νεαρού πολεμιστή, άγνωστος
Σφαγή Ελλήνων, στο Μεσολόγγι, άγνωστος






Βρυζάκης Θεόδωρος, Αγία Λαύρα
Βρυζάκης Θεόδωρος, συμβούλιο αγωνιστών
Βρυζάκης Θεόδωρος, έξοδος Μεσολογγίου
Βρυζάκης Θεόδωρος , η πατρίς ευγνωμονούσα
Βρυζάκης Θεόδωρος, Καραούλι
Βρυζάκης Θεόδωρος, Αρκάδι
Η φυγή απ΄την Πάργα, Διονύσιος Τσόκος
Η φυγή απ΄την Πάτρα, Διονύσιος Τσόκος
Διονύσιος Τσόκος, Ο Κολοκοτρώνης ορκίζει το γιό του
ο Θάνατος του Μάρκου Μπότσαρη, άγνωστος
Γέρος αγωνιστής παίζει λύρα, Διονύσιος Τσόκος
Karl Krazeisen (1794-1878), Λιθογραφία
Ευγένιος Ντελακρουά, 1826
Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου
Ευγένιος Ντελακρουά, έφιππος έλληνας πολεμιστής
Ευγένιος Ντελακρουά, οι σφαγές της Χίου, Λούβρο
Η δόξα των Ψαρών Ν.Γύζης
Η πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας από τον Κανάρη. Πίνακας του Νικηφόρου Λύτρα (π. 1866-1870) Πινακοθήκη Αβέρωφ, Μέτσοβο
Αθανάσιος Διάκος, Διονύσιος Τσόκος, Ιστορικό Μουσείο ΑΘηνών
Ο Καραισκάκης εφορμά στην Ακρόπολη, Γιώργος Μαργαρίτης
Ο θάνατος του Μάρκου Μπότσαρη
Πίνακας από τον Ludovico Lipparini, που βρίσκεται στο μουσείο της Τεργέστης στην Ιταλία
O Οδυσσέας Ανδρούτσος σε λιθογραφία του Adam Friedel (1825) |Πηγή= Adam Friedel (1825),ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ
Μᾶρκος Μπότσαρης, Ὀδυσσεύς Ἀνδροῦτσος, Ἀθανάσιος Διᾶκος.
Ἔργο τοῦ Θεόφιλου.
Φώτης Κόντογλου, ΄Αγιος ΑΘανάσιος Διάκος
Νικόλαος Γύζης , Μετά την καταστροφή των Ψαρών
Διονύσιος Τσόκος, η δολοφονία του Καποδίστρια

Νίκος Εγγονόπουλος, Ρήγας Φεραίος
Θεόφιλος, Ρήγας και Κοραής
Οι Σουλιώτισσες
από Ary Scheffer (1827)
H Μπουμπουλίνα στο πλοίο «Αγαμέμνων», πίνακας του Γερμανού ζωγράφου Peter von Hess

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

' Οπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει......

 

 

 




Ὅπου καὶ νὰ ταξιδέψω ἡ Ἑλλάδα μὲ πληγώνει
Στὸ Πήλιο μέσα στὶς καστανιὲς τὸ πουκάμισο τοῦ Κενταύρου
γλιστροῦσε μέσα στὰ φύλλα γιὰ νὰ τυλιχτεῖ στὸ κορμί μου
καθὼς ἀνέβαινα τὴν ἀνηφόρα κι ἡ θάλασσα μ᾿ ἀκολουθοῦσε
ἀνεβαίνοντας κι αὐτὴ σὰν τὸν ὑδράργυρο θερμομέτρου
ὡς ποὺ νὰ βροῦμε τὰ νερὰ τοῦ βουνοῦ.

Στὴ Σαντορίνη ἀγγίζοντας νησιὰ ποὺ βουλιάζαν
ἀκούγοντας νὰ παίζει ἕνα σουραύλι κάπου στὶς ἀλαφρόπετρες
μοῦ κάρφωσε τὸ χέρι στὴν κουπαστὴ
μιὰ σαΐτα τιναγμένη ξαφνικὰ
ἀπὸ τὰ πέρατα μιᾶς νιότης βασιλεμένης.

Στὶς Μυκῆνες σήκωσα τὶς μεγάλες πέτρες καὶ τοὺς θησαυροὺς τῶν Ἀτρειδῶν
καὶ πλάγιασα μαζί τους στὸ ξενοδοχεῖο τῆς «Ὡραίας Ἑλένης τοῦ Μενελάου»
χάθηκαν μόνο τὴν αὐγὴ ποὺ λάλησε ἡ Κασσάντρα
μ᾿ ἕναν κόκορα κρεμασμένο στὸ μαῦρο λαιμό της.
Στὶς Σπέτσες στὸν Πόρο καὶ στὴ Μύκονο
μὲ χτίκιασαν οἱ βαρκαρόλες.

Τί θέλουν ὅλοι αὐτοὶ ποὺ λένε
πὼς βρίσκουνται στὴν Ἀθήνα ἢ στὸν Πειραιά;
Ὁ ἕνας ἔρχεται ἀπὸ Σαλαμίνα καὶ ρωτάει τὸν ἄλλο μήπως «ἔρχεται ἐξ Ὁμονοίας»
«Ὄχι ἔρχομαι ἐκ Συντάγματος» ἀπαντᾶ κι εἶν᾿ εὐχαριστημένος «βρῆκα τὸ Γιάννη καὶ μὲ κέρασε ἕνα παγωτό».
Στὸ μεταξὺ ἡ Ἑλλάδα ταξιδεύει
δὲν ξέρουμε τὴν πίκρα τοῦ λιμανιοῦ σὰν ταξιδεύουν ὅλα τὰ καράβια
περιγελᾶμε ἐκείνους ποὺ τὴ νιώθουν.

Παράξενος κόσμος ποὺ λέει πὼς βρίσκεται στὴν Ἀττικὴ
καὶ δὲ βρίσκεται πουθενὰ
ἀγοράζουν κουφέτα γιὰ νὰ παντρευτοῦνε
κρατοῦν «σωσίτριχα» φωτογραφίζουνται
ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἶδα σήμερα καθισμένος σ᾿ ἕνα φόντο μὲ πιτσούνια καὶ μὲ λουλούδια
δέχουνταν τὸ χέρι τοῦ γέρο φωτογράφου νὰ τοῦ στρώνει τὶς ρυτίδες
ποὺ εἶχαν ἀφήσει στὸ πρόσωπό του
ὅλα τὰ πετεινὰ τ᾿ οὐρανοῦ.
Στὸ μεταξὺ ἡ Ἑλλάδα ταξιδεύει ὁλοένα ταξιδεύει
κι ἂν «ὁρῶμεν ἀνθοῦν πέλαγος Αἰγαῖον νεκροῖς»
εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ θέλησαν νὰ πιάσουν τὸ μεγάλο καράβι μὲ τὸ κολύμπι
ἐκεῖνοι ποὺ βαρέθηκαν νὰ περιμένουν τὰ καράβια ποὺ δὲν μποροῦν νὰ κινήσουν
τὴν ΕΛΣΗ τὴ ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ τὸν ΑΜΒΡΑΚΙΚΟ.

Σφυρίζουν τὰ καράβια τώρα ποὺ βραδιάζει στὸν Πειραιὰ
σφυρίζουν ὁλοένα σφυρίζουν μὰ δὲν κουνιέται κανένας ἀργάτης
καμμιὰ ἁλυσίδα δὲν ἔλαμψε βρεμένη στὸ στερνὸ φῶς ποὺ βασιλεύει
ὁ καπετάνιος μένει μαρμαρωμένος μὲς στ᾿ ἄσπρα καὶ στὰ χρυσά.

Ὅπου καὶ νὰ ταξιδέψω ἡ Ἑλλάδα μὲ πληγώνει
παραπετάσματα βουνῶν ἀρχιπέλαγα γυμνοὶ γρανίτες...
τὸ καράβι ποὺ ταξιδεύει τὸ λένε ΑΓΩΝΙΑ 937.


Α/Π Αὐλίς, περιμένοντας νὰ ξεκινήσει Καλοκαίρι 1936
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

Σάββατο 12 Απριλίου 2014

Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι

Διονύσιος Σολωμός: Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι



Επιμέλεια: Στυλιανός Αλεξίου, Εκδόσεις Στιγμή
ΑΠΟ ΤΟ Β’ ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ
I
Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει·
λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι η μάνα το ζηλεύει.
Τα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει·
στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα καί κλαίει:
«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ’ έχω γω στο χέρι;
οπού συ μού ΄γινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει».
II
Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν καί γελούνε,
κι όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε.
…………………………………………………………………….
Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,
και μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι,
π’ ολονυχτίς εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη.
Και μες στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα,
έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα,
που ευώδιασε τον ύπνο της μεσα στον άγριο κρίνο·
το σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκειά κι εκείνο.
Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη·
η μαύρη πέτρα ολόχρυση καί το ξερό χορτάρι.
Με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κρένει:
«Όποιος πεθάνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει».
III
«Σάλπιγγα, κοψ’ του τραγουδιού τα μάγια με <τή> βία,
γυναικός, γέροντος, παιδιού, μήν κόψουν την αντρεία».
Χαμένη, αλίμονο, κι οκνή τη σάλπιγγα γρικάει·
αλλά πώς φθάνει στον εχθρό και καθ’ ηχώ ξυπνάει;
Γέλιο στο σκόρπιο στράτευμα σφοδρό γεννοβολιέται,
κι η περιπαίχτρα σάλπιγγα μεσουρανίς πετιέται·
και με χαρούμενη πνοή το στήθος το χορτάτο,
τ’ αράθυμο, το δυνατό, κι όλο ψυχές γιομάτο,
βαρώντας γύρου ολόγυρα, ολόγυρα και πέρα,
τον όμορφο τρικύμισε καί ξάστερον αέρα·
τέλος μακριά σέρνει λαλιά, σαν το πεσούμεν’ άστρο,
τρανή λαλιά, τρόμου λαλιά, ρητή κατά το κάστρο.
IV
Μόλις έπαυσε το σάλπισμα ο Αράπης, μία μυριόφωνη βοή ακούεται εις το εχθρικό στρατόπεδο, και η βίγλα του κάστρου, αχνή σαν το Χάρο, λέει των Ελλήνων: «Μπαίνει ο εχθρικός στόλος». Το πυκνό δάσος έμεινε ακίνητο εις τα νερά, όπου η ελπίδα απάντεχε να ιδεί τα φιλικά καράβια. Τότε ο εχθρός εξανανέωσε την κραυγή, και εις αυτήν αντιβόησαν οι νεόφθαστοι μεσ’ από τα καράβια. Μετά ταύτα μία ακατάπαυτη βροντή έκανε τον αέρα να τρέμει πολλή ώρα.
V
. . . . . . . . . . Στην πεισμωμένη μάχη
σφόδρα σκιρτούν μακριά πολύ τα πέλαγα κι οί βράχοι,
και τα γλυκοχαράματα, και μες στα μεσημέρια,
κι όταν θολώσουν τα νερά, κι όταν εβγούν τ’ αστέρια.
Φοβούνται γύρου τα νησιά, παρακαλούν καί κλαίνε,
κι οι ξένοι ναύκληροι μακριά πικραίνονται καί λένε:
«Αραπιάς άτι, Γάλλου νους, σπαθί Τουρκιάς, μολύβι,
πέλαγο μέγα βράζ’ ο εχθρός προς το φτωχό καλύβι».
VI
- «Κρυφή χαρά ΄στραψε σ΄ έσέ· κάτι καλο ΄χει ο νους σου·
πές, να το ξεμυστηρευτείς θες τ’ άδελφοποιτού σου;».
-«Ψυχή μεγάλη και γλυκειά, μετά χαράς σ’ το λέω:
Θαυμάζω τες γυναίκες μας και στ’ όνομά τους μνέω.
Εφοβήθηκα κάποτε μη δειλιάσουν και τες επαρατήρησα αδιάκοπα.
Απόψε, ενώ είχαν τα παράθυρα ανοιχτά για τη δροσιά, μία απ’ αυτές, η νεώτερη, επήγε να τα κλείσει, αλλά μία άλλη τής ειπε: “Όχι, παιδί μου· άφησε νά ΄μπει η μυρωδιά απο τα φαγητά· είναι χρεία να συνηθίσουμε”.
Κι έτσι λέγοντας εματάνοιξε το παράθυρο, και η πολλή μυρωδιά των αρωμάτων εχυνότουν μέσα κι εγιόμισε το δωμάτιο.
Και η πρώτη είπε: “Και το αεράκι μας πολεμάει”.
Μία άλλη έστεκε σιμά εις το ετοιμοθάνατο παιδί της.
Και άλλη είπε χαμογελώντας, να διηγηθεί καθεμία τ’ ονειρό της.
Και μία είπε: “Μου εφαινότουν ότι όλοι εμείς, άντρες και γυναίκες, παιδιά και γέροι, ήμαστε ποτάμια, ποιά μικρά, ποιά μεγάλα, κι ετρέχαμε ανάμεσα εις τόπους φωτεινούς, εις τόπους σκοτεινούς, σε λαγκάδια, σε γκρεμούς, απάνου κάτου, κι έπειτα εφθάναμε μαζί στη θάλασσα με πολλή ορμή”.
Και μία δεύτερη είπε:
Εγώ ‘δα δάφνες. – Κι εγώ φως …………………………
- Κι εγώ σ’ φωτιά μιαν όμορφη π’ αστράφταν τα μαλλιά της.
Και αφού όλες εδιηγήθηκαν τα ονείρατά τους, εκείνη πού ΄χε το παιδί ετοιμοθάνατο είπε: “Ιδές, και εις τα ονείρατα ομογνωμούμε, καθώς εις τή θέληση και εις όλα τ’ άλλα έργα”. Και όλες οι άλλες εσυμφώνησαν κι ετριγυρίσαν με αγάπη το παιδί της πού ‘χε ξεψυχήσει.
Ιδού, αυτές οι γυναίκες φέρνονται θαυμαστά· αυτές είναι μεγαλόψυχες, καί λένε ότι μαθαίνουν από μας· δε δειλιάζουν, μολονότι τους επάρθηκε η ελπίδα που είχαν να γεννήσουν τέκνα για τη δόξα και για την ευτυχία. Εμείς λοιπόν μπορούμε να μάθουμε απ’ αυτές και να τες λατρεύουμε έως την ύστερη ώρα.
Πες μου και συ τώρα γιατί εχθές, ύστερ’ από το συμβούλιο, ενώ εστεκόμαστε σιωπηλοί, απομακρύνθηκες ταραγμένος;».
VII
Εχαμογέλασε πικρά κι ολούθενε κοιτάζει·
κι ανεί πολύ τα βλέφαρα τα δάκρυα να βαστάξουν:
-«Εκεί ‘ρθε το χρυσότερο από τα ονείρατά μου·
με τ’ άρματ’ όλα βρόντησα τυφλός τού κόπου χάμου.
Φωνή ‘πε: “Ο δρόμος σου γλυκός καί μοσχοβολισμένος·
στην κεφαλή σου κρέμεται ο ήλιος μαγεμένος·
παλληκαρά καί μορφονιέ, γειά σου, καλέ, χαρά σου!
Άκου, νησιά, στεριές της γης, εμάθαν τ’ όνομά σου!
Τούτος, αχ, που ‘ν’ ο δοξαστός κι η θεϊκιά θωριά του;
Η αγκάλη μ’ έτρεμ’ ανοιχτή κατά τα γόνατά του”.
Έριξε χάμου τα χαρτιά με τσ’ είδησες του κόσμου
η κορασιά τρεμάμενη …………………………..
Χαρά της έσβιε τη φωνή που ‘ν’ τώρα αποσβημένη·
άμε, χρυσ’ όνειρο, και συ με τη σαβανωμένη!
Εδώ ‘ναι χρεία να κατεβώ, να σφίξω το σπαθί μου,
πριν όλοι χάσουν τη ζωή, κι εγ’ όλη την πνοή μου·
τα λίγα απομεινάρια της πείνας καί τσ’ αντρείας,
………………………………………………………………….
που μ’ έκραξαν μ’ απαντοχή, φίλο, αδελφό, πατέρα,
γκόλφι να τα ‘χω στο πλευρό και να τα βγάλω περα.
Δρόμο αστραφτά να σχίσω τους σ’εχθρούς καλά θρεμμένους,
σ’ εχθρούς πολλούς, πολλ’ άξιους, πολλά φαρμακωμένους·
να μείνεις, χώμα πατρικό, για μισητό ποδάρι·
η μαύρη πέτρα σου χρυσή και το ξερό χορτάρι.
Ήταν με σένα τρεις χαρές στην πίκρα φυτρωμένες,
όμως για μένα στη χαρά τρεις πίκρες ριζωμένες».
VIII
Και συχνά του ‘π’ η αράθυμη και τρίσβαθη ψυχή του:
«Κάμποι, βουνά καρπόφορα, και λίμνη ωραία και πλούσια,
μάνα καλή παληκαριών, και κάμε τη δική σου.
Αιώνια ήθελ’ ήτανε ο πόνος κι η ντροπή μου!».
IX
Ετούτ’ είν’ ύστερη νυχτιά· όλα τ’ αστέρια βγάνει·
ολονυχτίς ανέβαινε η δέηση, το λιβάνι.
Στά μάτια καί στο πρόσωπο φαίνοντ’ οι στοχασμοί τους·
τους λέει μεγάλα και πολλά η τρίσβαθη ψυχή τους.
Αγάπη κι έρωτας καλού τα σπλάχνα τους τινάζουν·
τα σπλάχνα τους κι η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν.
Γλυκειά κι ελεύθερ’ η ψυχή σα νά ‘τανε βγαλμένη,
κι υψώναν με χαμόγελο την όψη τη φθαρμένη.
XII
Ιδού, σεισμός καί βροντισμός, κι εβάστουναν ακόμα,
που ο κύκλος φθάνει ο φοβερός με τον αφρό στο στόμα·
κι εσκίστη αμέσως, κι έβαλε στης Μάνας τα ποδάρια,
της πείνας, του <μαρτύριου> τα λίγα απομεινάρια·
τ’ απομεινάρια ανέγγιαγα και κατατρομασμένα,
τα γόνατα και τα σπαθιά τα ‘ματοκυλισμένα.
ΑΠΟ ΤΟ Γ’ ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ
I
Μητέρα, μεγαλόψυχη στον πόνο και στη δόξα,
κι αν στο κρυφό μυστήριο ζούν πάντα τα παιδιά σου
με λογισμό και μ’ όνειρο, τι χάρ’ έχουν τα μάτια,
τα μάτια τούτα, να σ’ ιδούν μες στο πανέρμο δάσος,
που ξάφνου σου τριγύρισε τ’ αθάνατα ποδάρια
(κοίτα) με φύλλα της Λαμπρής, με φύλλα τού Βαϊώνε!
Το θεϊκό σου πάτημα δεν άκουσα, δεν είδα·
ατάραχη σαν ουρανός μ’ όλα τα κάλλη πόχει,
που μέρη τόσα φαίνονται καί μέρη ‘ναι κρυμμένα!
Αλλά, Θεά, δεν ημπορώ ν’ ακούσω τη φωνή σου,
κι ευθύς εγώ τ’ ελληνικού κόσμου να τη χαρίσω;
Δόξα ‘χ’ η μαύρη πέτρα του καί το ξερό χορτάρι.
II
Μες στα χαράματα συχνά, και μες στα μεσημέρια,
και σα θολώσουν τα νερά, και τ’ άστρα σαν πληθύνουν,
ξάφνου σκιρτούν οι ακρογιαλιές, τα πέλαγα κι οι βράχοι.
«Αραπιάς άτι, Γάλλου νούς, βόλι Τουρκιάς, τοπ’ Άγγλου!
Πέλαγο μέγα πολεμά, βαρεί το καλυβάκι,
κι αλιά, σε λίγο ξέσκεπα τα λίγα στήθια μένουν!
Αθάνατή ‘σαι, που ποτέ, βροντή, δεν ήσυχάζεις;».
Στην πλώρη, που σκιρτά, γυρτός, τουτά ‘π’ ο ξένος ναύτης.
Δειλιάζουν γύρου τα νησιά, παρακαλούν καί κλαίνε,
και με λιβάνια δέχεται και φώτα τον καημό τους
ο σταυροθόλωτος ναός και το φτωχό ξωκλήσι.
(Παραλλαγή)
Μες στα χαράματα συχνά, και μες στα μεσημέρια
κι όταν θολώσουν τα νερά, κι όταν πληθύνουν τ’ άστρα,
ξάφνου σκιρτούν οι ακρογιαλιές, τα πέλαγα κι οι βράχοι.
Γέρος μακριά, π’ απίθωσε στ’ αγκίστρι τη ζωή του,
το πέταξε, τ’ αστόχησε, και περιτριγυρνώντας:
«Αραπιάς άτι, Γάλλου νους, βόλι Τουρκιάς, τοπ’ Άγγλου!
Πέλαγο μέγ’, αλίμονο, βαρεί το καλυβάκι·
σε λίγην ώρα ξέσκεπα τα λίγα στήθη μένουν!
Αθάνατή ‘σαι, που, βροντή, ποτέ δεν ησυχάζεις;».
IV
Αλλ’ ήλιος, αλλ’ αόρατος αιθέρας κοσμοφόρος,
από το μαύρο σύγνεφο κι από τη μαύρη πίσσα,
ο στύλος φανερώνεται, με κάτου μαζωμένα
τα παλληκάρια τα καλά, μ’ απάνου τή σημαία,
που μουρμουρίζει και μιλεί και το Σταυρόν απλώνει
παντόγυρα στον όμορφον αέρα της αντρείας.
Κι ο ουρανός καμάρωνε, κι η γη χεροκροτούσε·
κάθε φωνή κινούμενη κατά το φώς μιλούσε,
κι εσκόρπα τα τρισεύγενα λουλούδια της αγάπης:
«Όμορφη, πλούσια, κι άπαρτη, και σεβαστή, κι αγία!».
V
Και τώρα δα, τ’ αράθυμο πάτημ΄ αργοπορώντας,
κατά το κάστρο το μικρό πάλε κοιτά, και σφίγγει,
σφίγγει στενά τη σπάθα του στο λαβωμένο στήθος,
που μέσα αγρίκα την ψυχή μεγάλη και τη θλίψη.
VI
Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη,
κι η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκειά της ώρα,
και μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους
ανάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος.
Νερά καθάρια καί γλυκά, νερά χαριτωμένα,
χύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολισμένη,
και παίρνουνε το μόσχο της, κι αφήνουν τη δροσιά τους,
κι ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,
τρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια.
Έξ αναβρύζει κι η ζωή σ’ γή, σ’ ουρανό, σε κυμα.
Αλλά στης λίμνης το νερό, π’ ακίνητό ‘ναι κι άσπρο,
ακίνητ’ όπου κι αν ιδείς, και κάτασπρ’ ως τον πάτο,
με μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα,
που ‘χ’ ευωδίσει τσ’ ύπνους της μεσα στον άγριο κρίνο.
- «Αλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τι ‘δες;».
- «Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
Χωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,
ουδ’ όσο καν η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,
γύρου σε κάτι ατάραχο π’ ασπρίζει μες στη λίμνη,
μονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι,
κι όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του!».
VIII
«Άγγελε, μόνο στ’ όνειρο μου δίνεις τα φτερά σου;
Στ’ όνομ’ Αυτού που σ’ τα ‘πλασε, τ’ αγγειό τσ’ ερμιάς τα θέλει.
Ιδού που τα σφυροκοπώ στον ανοιχτόν αέρα,
χωρίς φιλί, χαιρετισμό, ματιά, βασίλισσές μου!
Τα θέλω γω, να τα ‘χω γω, να τα κρατώ κλεισμένα,
εδώ π’ αγάπης τρέχουνε βρύσες χαριτωμένες».
XII
Και βλέπω πέρα τα παιδιά και τες αντρογυναίκες
γύρου στη φλόγα π’ άναψαν, και θλιβερά τη θρέψαν
μ’ αγαπημένα πράματα και με σεμνά κρεβάτια,
ακίνητες, αστέναχτες, δίχως να ρίξουν δάκρυ·
και γγιζ’ η σπίθα τα μαλλιά και τα λιωμένα ρούχα.
Γλήγορα, στάχτη, να φανείς, οι φούχτες να γιομίσουν.
Είν’ έτοιμα στην άσπονδη πλημύρα των αρμάτων
δρόμο να σχίσουν τα σπαθιά, κι ελεύθεροι να μείνουν
εκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το Χάρο.
Τουφέκια τούρκικα, σπαθιά
το ξεροκάλαμο περνά.
ΑΠΟ ΤΑ ΙΤΑΛΙΚΑ ΣΧΕΔΙΑΣΜΑΤΑ
Μάρθα:
«Il perchι di tanto guardare, di tanto sommesso parlare del mondo che a me d’ innanzi passava, mi fu rivelato dalla grande e soave ricchezza dell’ amor vostro. Ed ora non so come tutto questo mi s’ affaccia come ombra. Tutti gli oggetti che una volta inafferrabili nella loro altezza mi si mostravano, ora mi si affacciano, come a chi θ piantato sopra alta montagna, s’ affaccia nel basso mare 1αΑ sua imagine. Cos¨¬ non tutto ¨¨ perduto per noΙο ¦©¦Ο ho cessato di guardare in questo frutto del mio grembo un’ imagine come quella che fanno sul petto i marinari coll’ ago, ho cessato d’ invidiare l’ uccelletto che trov¨° un granello e canΜava. ¦¬a co uccello, mentre l’ ardore estivo infuoca la natura, trova il suo bene nell’ ombra fresca e l’ accoglie colla piccola anima e con qualche suono fuggevole, cosμ io dal vortice degli armati che mi cingono numerosi, strepitanti, trionfanti, mi ricovro in luogo dove sono raccolti tutti i troni della terra – Ιο parlo di te, ο benefica Mina dell’ alba».
(ΑΕ 478 Β. Ανήκει στο Γ’ σχεδίασμα)
(Μετάφραση)
Μάρθα :
«Η αιτία τόσου κοιτάγματος, τόσης χαμηλόφωνης ομιλίας του κόσμου που περνούσε εμπρός μου, μου αποκαλύφθηκε από τον μεγάλο και γλυκό πλούτο της αγάπης σας. Και τώρα όλα αυτά που μας συμβαίνουν μου παρουσιάζονται σαν σκιές. Όλα όσα κάποτε μου φαίνονταν ασύλληπτα μακριά και ψηλά, τώρα μοιάζουν για μένα όπως όταν βλέπει κανείς από την ψηλή όχθη την εικόνα του κάτω στην επιφάνεια του νερού. Δέν χάθηκαν λοιπόν όλα για μας. Έπαψα να βλέπω αυτό το αδυνατισμένο παιδί μου σαν μιά ζωγραφιά πού κάνουν στο στήθος τους οι
θαλασσινοί με το βελόνι. Έπαψα να ζηλεύω το πουλάκι που βρήκε ένα μικρό σπόρο και τραγούδησε. Αλλά όπως αυτό το πουλί, όταν η καλοκαιρινή ζέστη φλογίζει τη φύση, βρίσκει την ευτυχία του στη δροσερή σκιά και τη δέχεται με τη μικρή ψυχή του και μ’ ένα φευγαλέο κελάϊδημα, έτσι κι εγώ, από τη δίνη των οπλισμένων εχθρών που με κυκλώνουν, πολυάριθμοι, θορυβώδεις, θριαμβευτικοί, βρίσκω καταφύγιο σ’ αυτόν εδώ το χώρο όπου έχουν συγκεντρωθεί όλοι οι θρόνοι της γης – μιλώ για σένα, ώ ευεργετικό όρυγμα που θα ανατιναχτείς τα ξημερώματα».
(Il confessore:)
«E questi implacabili nemici furono uniti nelle mie lagrime. Dolce fiato della notte stellata, un sorriso nelle aque e nelle campagne da per tutto… Il tremuoto fece nella forte pietra profonda spaccatura che si coperse di fiori, che tremolavano all’ aura ed al sole…
Se mai fosse qualche cosa di non afferrabile, il martirio, il sangue lo scorterΰ, perchι mi par impossibile come possa passare al di lΰ uno solo di noi…
Come ombra erra το κοπαδάκι μου sotto la stellifera notte fresca dalle preghiere, tranquilla come se il cielo avesse piovuto il pane».
(Μετάφραση)
Ο Πνευματικός:
«Kι αυτοί οι ανελέητοι εχθροί ενώθηκαν στα δακρυά μου. Γλυκειά πνοή της ξάστερης νύχτας, ένα χαμόγελο πάνω στα νερά και παντού στην εξοχή… Ο σεισμός άνοιξε στο σκληρό βράχο βαθύ χάσμα που σκεπάστηκε με λουλούδια που έτρεμαν στην αύρα και στον ήλιο…
Αν τύχει να γίνει κάτι απ’ αυτό που τώρα μοιάζει ανέφικτο, θα το συνοδέψει το μαρτύριο καί το αίμα. Γιατί μου φαίνεται αδύνατο να μπορέσει να περάσει απέναντι και ένας μόνο από μας.
Σαν σκιά πλανιέται το κοπαδάκι μου μέσα στη νύχτα με τ’ άστρα, νύχτα δροσερή από τις προσευχές, γαλήνια σαν να είχε βρέξει ψωμί ο ουρανός»
www.myriobiblos.gr